Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Τα τελευταία γεγονότα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τα όσα ακούμε και βλέπουμε καθημερινά να συμβαίνουν στις άλλες δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, υπογραμμίζουν για μια ακόμη φορά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα σύστημα που αδυνατεί να παράγει πρώτα απ’όλα ολοκληρωμένους πολίτες με παιδεία που θα συγκροτήσουν μια υγιή κοινωνία και στη συνέχεια τεχνολόγους και επιστήμονες που με τις γνώσεις τους θα μπορούν να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για την προσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας.

Μα πώς να υλοποιηθούν οι στόχοι αυτοί όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι στο εκπαιδευτικό σύστημα, γονείς και μαθητές, δάσκαλοι και υπουργείο έχουμε βαλθεί με συστηματικό τρόπο – ο καθένας από τη πλευρά του και με διαφορετικό μερίδιο ευθύνης – να αντικαταστήσουμε την εκ-παιδευτική διαδικασία που επιβραβεύει όσους ενδιαφέρονται και προσπαθούν από μια διαδικασία παραγωγής αριστούχων διπλωματούχων ήσσονος προσπάθειας.

Θεωρώ ότι την βασική ευθύνη για όλη αυτή την εξέλιξη την έχουμε εμείς οι γονείς. Οχι μόνο δεν αντιστεκόμαστε στην διολίσθηση αυτή, αλλά συμβάλλουμε καθοριστικά στη ταχύτερη επιδείνωση της κατάστασης με την στάση μας που ξεκινά από την απλή αδιαφορία για το ότι συμβαίνει μέσα στο σχολείο και καταλήγει στην εξεύρεση ατομικών λύσεων για την επίτευξη των στόχων μας: την απόκτηση τυπικών εφοδίων (βλέπε διπλωμάτων) από τα παιδιά μας με οποιοδήποτε οικονομικό κόστος.

Στο μυαλό των περισσοτέρων από εμάς το σχολείο ισοδυναμεί με υποχρεωτική παρουσία των παιδιών μας για ορισμένες ώρες την ημέρα χωρίς προσδοκία απόκτησης σοβαρών γνώσεων, δεξιοτήτων, ερεθισμάτων και γενικότερα εφοδίων που θα τα βοηθήσουν στη συνέχεια της ζωής τους: κάτι σαν φύλαξη. Αυτά θα τα πάρουν μόνο αν εμείς πληρώσουμε: πρώτα τη ξένη γλώσσα, μετά τους υπολογιστές, τη μουσική και τη ζωγραφική, στη συνέχεια τα μαθηματικά, τη φυσική, τα αρχαία. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ρημάδες οι απουσίες δεν θα χρειαζόταν να πηγαίνουν καν στο σχολείο, αφού εκεί όπου πληρώνουμε τα λένε καλύτερα. Άλλωστε αυτό δεν γίνεται μετά το Πάσχα στη 3η Λυκείου με την δική μας «ευλογία»;

Και μετά αναρωτιόμαστε, εμείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γιατί οι φοιτητές δεν έρχονται στη τάξη να μας ακούσουν και να μάθουν, αλλά προτιμούν να πληρώσουν κάποιον να τους τα πει ή ακόμη και να τους δώσει έτοιμες τις εργασίες. Μα μετά από τόσα χρόνια «εκπαίδευσης» έχουν εμπεδώσει πολύ καλά ότι η «δημόσια δωρεάν εκπαίδευση» δεν έχει αξία. Πρέπει να πληρώσεις για να αγοράσεις κονσερβαρισμένες και μασημένες γνώσεις και τελικά και το ίδιο το πτυχίο (προσεχώς και από τα υπό αναβάθμιση σε μη κρατικά Πανεπιστήμια Ιδιωτικά Κολέγια με τα υψηλά δίδακτρα). Αυτό δεν τους ζητάμε ως γονείς σαν απόδειξη κοινωνικής καταξίωσης; Ευτυχώς που υπάρχει και αυτή η μερίδα των φοιτητών που έστω και καθυστερημένα (3ο και 4ο έτος) βγαίνει από τον λήθαργο προσπαθώντας να κερδίσει μέρος του χαμένου χρόνου, αποκτώντας επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες απαραίτητες για επαγγελματική αποκατάσταση.

Ετσι βλέπουμε τις όποιες θετικές προσπάθειες του κράτους και των συνειδητών δασκάλων (με Δ κεφαλαίο) να πέφτουν στο κενό:
-          Τι γίνεται με την ενισχυτική διδασκαλία; Πολλοί την ζητάμε και διαμαρτυρόμαστε που δεν υπάρχει, αλλά όταν ξεκινήσει δεν στέλνουμε τα παιδιά μας γιατί ήδη έχουμε κανονίσει για ιδιαίτερα ή φροντιστήριο αγγλικών!!!!! Λες και δεν γνωρίζαμε από πριν ότι τα μαθήματα θα γίνονταν 1-4μμ.
-          Τι γίνεται με τις εξωεκπαιδευτικές δραστηριότητες που οργανώνουν όλο και περισσότερα σχολεία με την συγχρηματοδότηση του κράτους; Ενας αρχικός ενθουσιασμός που συχνά ξεφουσκώνει αφού δεν αντιμετωπίζεται με υπευθυνότητα από γονείς και μαθητές. Το αποτέλεσμα είναι η εθελοντική δουλειά να καταλήγει ως υποχρέωση του εκπαιδευτικού που πρέπει να τελειώνει για να μην βρεθεί εκείνος και το σχολείο εκτεθειμένοι, αντί να αποτελεί ευκαιρία για δημιουργική δουλειά, για απόκτηση ενδιαφερόντων, για ανάδειξη κλίσεων, για απόκτηση εμπειριών κλπ που μπορούν να βοηθήσουν σε καλύτερο επιστημονικό και επαγγελματικό προσανατολισμό των παιδιών μας. Όταν δεν αντιμετωπίζεται από πολλούς γονείς ως χάσιμο χρόνου απαγορεύοντας στα παιδιά τους να συμμετέχουν. Αλλωστε προέχει το δίπλωμα των αγγλικών να αποκτηθεί στα 12!!!
-          Τι γίνεται με τις εκπαιδευτικές εκδρομές; Τι τα θέλουμε τα μουσεία και την ορθοστασία; Δεν πάμε να δούμε από κοντά τα ινδάλματα μας ή να ψωνίσουμε κανένα συνολάκι ώστε να είμαστε in!!! Αυτό λέγεται εκπαίδευση στο life style!!!
-          Τι γίνεται με τον σεβασμό που πρέπει να δείχνουν οι μαθητές στους δασκάλους τους; Σιγά μην τους αφήσουμε να μαλώσουν τα «βλαστάρια μας». Αλλωστε οι δικές μας παρεμβάσεις που συχνά είναι άστοχες και ιδιοτελείς αποτελούν συχνά τη δικαιολογία πολλών συλλόγων διδασκόντων στο να μην αφήνουν τους Συλλόγους Γονέων να έχουν άποψη για το τι γίνεται μέσα στο σχολείο.

Σ’αυτή μας τη «προσπάθεια» βρίσκουμε «συμπαραστάτες» τόσο τη πολιτεία, όσο και σημαντική μερίδα από την κοινότητα των εκπαιδευτικών.

Οι τελευταίοι κάνουν ότι μπορούν για να μας ευχαριστήσουν για να μην γκρινιάζουμε, ενώ ταυτόχρονα «δείχνουν» τον «σωστό» δρόμο στα παιδιά μας. Τα παραδείγματα πολλά και θα μπω στον πειρασμό να αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά:
-          Δασκάλα της πόλης μας (χωρίς δυστυχώς να αποτελεί μεμονωμένο παράδειγμα)  διορθώνει ασκήσεις μαθηματικών βάζοντας άριστα σε μαθητές που βγάζουν διαφορετικό αποτέλεσμα. Γιατί; Δεν μπορούσε να ελέγξει την άσκηση σωστά ενώ μιλούσε στο κινητό της!!! Και γιατί να διακινδυνεύσει να την μαρτυρήσουν τα κακά παιδιά; Βάλε λοιπόν δέκα με τόνο σε όλους να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν φταίμε εμείς οι γονείς που ενώ μαθαίνουμε ότι αυτό γίνεται σε καθημερινή βάση δεν αντιδρούμε; Μετά αναρωτιόμαστε γιατί τα παιδιά μας αντιδρούν στην όποια πίεση για διάβασμα και επιπλέον θέλουν κινητό από το δημοτικό και απαιτούν να το έχουν μαζί τους στο σχολείο; Η παροιμία είναι γνωστή: «Με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις».
-          Καθηγητές που δίνουν θέματα SOS στους μαθητές για τις τελικές εξετάσεις με στόχο να γίνουν αρεστοί σε μαθητές και γονείς που θα κουραστούμε λιγότερο στις επαναλήψεις, ενώ ευκολότερα θα μπορούμε να πάρουμε το πολυπόθυτο «άριστα». Τι επιβραβεύουμε με τη στάση μας; Την μικρότερη προσπάθεια, μέχρι τα παιδιά μας να το εμπεδώσουν.
-          Καθηγητές που βάζουν μεγάλους βαθμούς σε όλα τα μαθήματα για να μην έχουν τη γκρίνια μας, ενώ και αυτοί που θέλουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους τελικά αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Αποτέλεσμα πρώτο είναι να μην μπορεί να φανεί που έχει κλίση ή αντίστοιχα αδυναμία το παιδί μας και δεύτερο να έχουμε δράματα όταν στις εισαγωγικές εξετάσεις η βαθμολογία του γραπτού απέχει «παρασάγγες» από τον προφορικό βαθμό. Τι έχουμε πετύχει με τη στάση μας; Την συνολική απαξίωση του δημόσιου συστήματος (με αντίστοιχο θρίαμβο της παραπαιδείας) στα μάτια των παιδιών, που ενώ ξέρουν ή έστω υποψιάζονται την πραγματική κατάσταση τους, «βολεύονται» προσωρινά με τη ψεύτικη εικόνα που δημιουργείται.
-          Οργάνωση της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών για τα καινούρια βιβλία του Δημοτικού στη περίοδο των μαθημάτων, με αντίστοιχη απώλεια ωρών διδασκαλίας, ενώ υπάρχουν ελεύθερες ημέρες από 15 μέχρι 30 Ιουνίου!!!. Το ίδιο γίνεται συνήθως και με τις συνεδριάσεις των Συλλόγων Διδασκόντων, τις Γενικές Συνελεύσεις των συνδικαλιστικών οργάνων κλπ Προς χαρά των παιδιών μας που γλιτώνουν μαθήματα!!!!
-          Καθηγητές της τεχνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αποδεχτεί το ρόλο που τους δώσαμε γονείς και πολιτεία: ότι τα (για μια ακόμη φορά μετονομασθέντα) ΤΕΕ, είναι αποθήκες ανίκανων μαθητών και επομένως δεν υπάρχει λόγος να γίνεται μάθημα. Λες και δεν έχουμε ως χώρα ανάγκη από καλούς τεχνίτες, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί ότι πιθανά θα είναι οι πιο καλοπληρωμένοι απ’όλους μας !!!!
  

Δεν θα ήθελα να αναλύσω ιδιαίτερα τις ευθύνες της πολιτείας. Όχι γιατί δεν είναι σημαντικές, αλλά είναι χιλιοειπωμένες και δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω κάτι νέο. Απλά παραθέτω:
-          υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων με αποτέλεσμα οι κτιριακές υποδομές και ο εξοπλισμός να είναι ανεπαρκείς, η χρηματοδότηση για λειτουργικές δαπάνες (θέρμανση, καθαρισμό, γραφική ύλη κλπ) μονίμως μικρή και καθυστερημένη, οι διδάσκοντες κακοπληρωμένοι και ωθούμενοι να βρουν πρόσθετα εισοδήματα, ασκούν πλημμελώς στην καλύτερη των περιπτώσεων τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα. Αυτό το 5% της χρηματοδότησης της παιδείας παραμένει άπιαστο όνειρο και με δική μας ευθύνη.
-          στρεβλό θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί τις «έξωθεν» παρεμβάσεις στις οποίες επιδίδονται όλες οι κυβερνήσεις και οι παρατρεχάμενοι τους με περισσό ζήλο, αλλά δεν επιτρέπει την ανάληψη ευθυνών από την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα για την επίτευξη των στόχων της εκπαίδευσης. Συνεχή νομοθετήματα που με την πρόφαση να μην αφήσουν περιθώρια για αυθαιρεσίες, δημιουργούν ένα τέτοιο πλέγμα που οδηγεί στην παραλυσία ή στην παρανομία στη προσπάθεια να λειτουργήσει το σύστημα. Αποτέλεσμα να επικρατούν η ασυδοσία αφού κανείς δεν τιμωρείται και η ακινησία
-          Εστίαση στο εξεταστικό αντί της εστίασης στη γνώση και στη διαμόρφωση πολιτών. Η κοινή γνώμη, με την ευγενική συμπαράσταση των ΜΜΕ και σημαντικής μερίδας πολιτικών, απαιτεί διευκολύνσεις για την επίτευξη του υπέρτατου στόχου: την ανοιχτή πρόσβαση σε τίτλους σπουδών και στην παραπάνω βαθμίδα εκπαίδευσης χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση που αποτελεί άλλωστε δημοκρατική κατάκτηση και κεκτημένο!!!!!!   Ποιος τολμά να εμποδίσει την πορεία αυτή με εντατικοποίηση των σπουδών. Αφού έτσι κι’αλλοιώς –η δικαιολογία είναι έτοιμη- το πτυχίο δεν έχει αντίκρισμα στην αγορά εργασίας και όπου αν δεν υπάρχει μέσον, παραμονεύει η ανεργία, γιατί να εμποδίσουμε κάποιον να φτάσει ανενόχλητος στην απόκτηση του;

Είναι τόσο ζοφερή η εικόνα ή μήπως οι γνωστές Κασσάνδρες προβλέπουν την καταστροφή που τελικά δεν έρχεται; Και αν ναι, υπάρχει λύση και ποια είναι αυτή;

Κρίση υπάρχει και είναι αναμφισβήτητη. Δυστυχώς δεν αποτελεί απλά κρίση των διαδικασιών του εκπαιδευτικού συστήματος που θα θεραπευτεί με τεχνικές ρυθμίσεις νομοθετικού χαρακτήρα.  Αλλωστε και όσες καινοτόμες προσπάθειες εισήχθηκαν στο σύστημα, αποβλήθηκαν ως ξένο σώμα γιατί υπήρξε προσπάθεια επιβολής χωρίς την αντίστοιχη προετοιμασία της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αποτελεί βαθιά κρίση αξιών του κοινωνικού συστήματος που αντανακλάται και στην εκπαίδευση. Αν δεν συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα οι άμεσα ενδιαφερόμενοι (γονείς – ειδικά στις χαμηλές βαθμίδες εκπαίδευσης-, εκπαιδευόμενοι και δάσκαλοι) ώστε να προχωρήσουμε σε αλλαγή στάσης αξιοποιώντας το υφιστάμενο πλαίσιο και τα διαθέσιμα μέσα ώστε να προετοιμάσουμε το δρόμο για ουσιαστικές αλλαγές, δύσκολα βλέπω τη πολιτεία να «αναγκάζεται» να πάρει τέτοιες πρωτοβουλίες. Αντίθετα να νομοθετεί για να ρυθμίσει όσα θεωρεί εκκρεμότητες.  Αυτό το ζούμε τις μέρες αυτές με τα γεγονότα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Νομίζω ότι θα πρέπει πρώτα απ’όλα εμείς οι γονείς να πάψουμε να είμαστε Ιδιώτες και να ξαναγίνουμε Πολίτες στηρίζοντας το δημόσιο σχολείο και απαιτώντας από την πολιτεία και τους εκπαιδευτικούς να αλλάξουν στάση. Πρέπει να αποφασίσουμε να αφιερώσουμε το χρόνο που χρειάζεται δραστηριοποιούμενοι στους Συλλόγους Γονέων και σε συνεργασία με τους Συλλόγους Διδασκόντων και τις μαθητικές κοινότητες να εργαστούμε ώστε η Δημόσια Εκπαίδευση να παίξει τον ρόλο της προς την κοινωνία στο σύνολο της. Αν εμείς δεν θέλουμε να παρέμβουμε αφήνοντας τον ρόλο αυτό στους «άλλους», ας μη γκρινιάζουμε ότι τίποτα δεν γίνεται!!!!

Και ας μην ξεχνάμε: η απαξίωση του δημόσιου σχολείου, αποτελεί το πρώτο βήμα κοινωνικού αποκλεισμού των πλέον αδύναμων της κοινωνίας μας που στη συνέχεια επηρεάζει όλους μας. Σήμερα αφορά τα παιδιά της διπλανής πόρτας, τον Αλεξ, αύριο τα παιδιά μας, μεθαύριο όλη την κοινωνία.


ΕΜΠΡΟΣ, Ιούνιος 2006
Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ


Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Τμημάτων της χώρας είναι σε κατάληψη και δεν λειτουργούν εδώ και τουλάχιστον ένα μήνα μέσα από μια χωρίς προηγούμενο τα τελευταία χρόνια κινητοποίηση διδασκόντων και διδασκομένων -ως απάντηση των νομοθετικών ρυθμίσεων που προωθεί η κυβέρνηση- δείχνει κατ’αρχή ότι το θέμα της προάσπισης της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί προτεραιότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Αυτό αποτελεί ένα θέμα καθαρά πολιτικό και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αν όμως η κυβέρνηση –με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ- προχωρεί στη τροποποίηση του άρθρου 16 το κάνει όχι μόνο γιατί υπάρχει η πίεση των διαφόρων γνωστών και αγνώστων συμφερόντων που θέλουν να κερδοσκοπήσουν και να ελέγξουν την παραγωγή επιστημόνων και την εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά κυρίως γιατί η κοινωνία και ιδιαίτερα εμείς ως γονείς έχουμε δεχτεί ότι η δημόσια εκπαίδευση είναι περίπου «άχρηστη».

Αν και οι περισσότεροι έχουν εστιάσει την κριτική τους στο πρώτο θέμα, εγώ θεωρώ ότι το δεύτερο είναι το πλέον επικίνδυνο και κυρίως το πιο ύπουλο. Και εξηγούμαι: αν η ελληνική κοινωνία δεν είχε «εθιστεί» στην άποψη που καλλιεργείται χρόνια τώρα ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν έχει τίποτα να δώσει στα παιδιά της και ότι ιδιαίτερα η τριτοβάθμια αποτελείται από ένα συνοθύλευμα καλοπληρωμένων και αργόσχολων ιντριγκαδόρων που ασχολούνται μόνο πως θα πλουτίσουν χωρίς να ενδιαφέρονται για το εκπαιδευτικό τους έργο με αποτέλεσμα να παράγονται στρατιές ημιμαθών εν δυνάμει ανέργων, τότε τα δημόσια πανεπιστήμια δεν θα κινδύνευαν από την ίδρυση κανενός ιδιωτικού ή γενικότερα μη κρατικού Πανεπιστημίου.

Βέβαια από πότε ένας μισθός 1896€ για έναν επίκουρο καθηγητή με οικογένεια, 18 χρόνια προϋπηρεσία και απαραίτητο ελάχιστο προσόν διδακτορικό δίπλωμα και αρκετές δημοσιεύσεις, θεωρείται υψηλός, αυτό θα ήθελα να μας εξηγήσει κάποιος. Ακόμη περισσότερο όταν ο μισθός αυτός αποτελείται σε μεγάλο μέρος από επιδόματα που ούτε στα δώρα υπολογίζονται (1017€ το Δώρο Χριστουγέννων, όταν όλοι οι μισθωτοί παίρνουν τον 13ο μισθό), ούτε στη σύνταξη. Ακόμη το γεγονός ότι με βάση τον νόμο ελάχιστος αριθμός ωρών διδασκαλίας είναι οι 6 ανά εβδομάδα, δίνουν την εντύπωση ότι αυτή είναι η μόνη απασχόληση, ενώ αγνοούνται οι ώρες διδασκαλίας στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, οι ώρες που αφιερώνονται στη καθοδήγηση πτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών, διδακτορικών διατριβών που όλα μαζί αποτελούν το διδακτικό έργο. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν οι ώρες που αφιερώνονται στη διοίκηση του Πανεπιστημίου (συμμετοχή σε όργανα, σε επιτροπές εντός και εκτός Πανεπιστημίου, διεθνείς συνεργασίες κλπ προφανώς χωρίς πρόσθετη αμοιβή), αλλά και σε κάθε είδους εσωτερικές «αγγαρείες». Είναι λοιπόν να μην εκνευρίζεσαι όταν οι διάφοροι γνωστοί γύρω στις 20 Μαΐου (τότε δηλαδή που σταματούν τα μαθήματα στα Γυμνάσια) σε συναντούν και σχολιάζουν «τώρα και εσείς κλείσατε για εξετάσεις!!!». Βέβαια εκεί που βγαίνεις από τα ρούχα σου είναι όταν η κα Υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζονται άλλοι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια και όταν λείπει κάποια ειδικότητα μπορεί να την αναπληρώνει συνάδελφος που έχει λίγες ώρες. Λες και στο Πανεπιστήμιο είναι δυνατόν να επαναληφθεί ότι γίνεται στο Γυμνάσιο όπου ο φυσικός που δεν συμπληρώνει πρόγραμμα διδάσκει και γεωγραφία!!!!   

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ο χρόνος που χρειάζεται για έρευνα, για συγγραφή άρθρων, για συμμετοχές σε συνέδρια (που αποτελούν το δεύτερο πυλώνα των καθηκόντων και μάλιστα καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη μας σε ανώτερες βαθμίδες). Αφησα τελευταίο το μήλο της έριδας: τα ερευνητικά προγράμματα και την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση. Τα ερευνητικά προγράμματα (το συνηθέστερο εφαρμοσμένης έρευνας) που αποτελούν ανάσα οξυγόνου τόσο για τους διδάσκοντες όσο και για τους υποψήφιους διδάκτορες ώστε να χρηματοδοτήσουν όχι μόνο την έρευνα τους, την αγορά βιβλίων και επιστημονικών περιοδικών και τα ταξίδια τους, αλλά ακόμη για να αγοράσουν χαρτί, μελάνια και οποιοδήποτε άλλο αναλώσιμο!!!! Το Υπουργείο Παιδείας έχει εδώ και χρόνια πρακτικά μηδενίσει τα κονδύλια αυτά προς τα Ιδρύματα. Τέλος, σε ότι αφορά την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων είμαστε υπέρ της καθιέρωσης ακαδημαϊκών δύο ταχυτήτων για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση: των πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και των μερικής απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές και περιορισμένη συμμετοχή στα όργανα διοίκησης.

Μετά από αυτή τη μεγάλη παρένθεση, ας επιστρέψω στην ευθύνη μας ως γονέων στην απαξίωση του δημόσιου Πανεπιστημίου. Οπως φαίνεται χρόνια τώρα – και επεσήμανα σε προηγούμενο μου σημείωμα – εμείς οι γονείς αντί συμπεριφερόμενοι ως Πολίτες να απαιτούμε τη σωστή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης ώστε να παράγει πολίτες, επιστήμονες και τεχνολόγους έτοιμους να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για την προσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, συμπεριφερόμαστε ως Ιδιώτες προσπαθώντας να αποκτήσουν τα παιδιά μας τα απαραίτητα τυπικά εφόδια με όποιο οικονομικό κόστος.

Η κατάσταση αυτή, που έχει τις ρίζες της στη α’βαθμια εκπαίδευση (ξένη γλώσσα, υπολογιστές, κλπ), συνεχίζεται με εντονότερους ρυθμούς στο γυμνάσιο και κορυφώνεται(;) στο λύκειο σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί η είσοδος σε μια Σχολή. Αν ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί, διέξοδο αποτελούν (εδώ και πολλά χρόνια) τα χαμηλής στάθμης Πανεπιστήμια της Μ. Βρετανίας και άλλων χωρών της Δ.Ευρώπης, Πανεπιστήμια βαλκανικών χωρών και πιο πρόσφατα τα κάθε είδους Κολέγια που είτε λειτουργούν αυτόνομα είτε σε συνεργασία (;) με ξένα Πανεπιστήμια. Η απόκτηση τίτλων από ιδρύματα που δεν λειτουργούν με κανένα από τους γραπτούς και άγραφους κανόνες που διέπουν την ανώτατη εκπαίδευση ανά τον κόσμο τα τελευταία 500 χρόνια, κοστίζουν ιδιαίτερα ακριβά και δεν καταλήγουν παρά σε ένα καλό ή λιγότερο καλό δίπλωμα κατάρτισης. Ορισμένα από τα ιδρύματα αυτά είτε γιατί κάνουν καλή δουλειά, είτε γιατί έχουν αντικείμενα που επιθυμεί η αγορά εργασίας, δίνουν τίτλους που εξασφαλίζουν απασχόληση. Αυτό δεν συμβαίνει όμως με την πλειοψηφία τους. Όμως ως γονείς-ιδιώτες είμαστε έτοιμοι να ξοδέψουμε τόσα και άλλα τόσα χρήματα σε αμφίβολης ποιότητας ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ ως γονείς-πολίτες είμαστε αντίθετοι να δοθούν περισσότερα χρήματα στη δημόσια εκπαίδευση που δεν εμπιστευόμαστε.

Αλλά ακόμη και αν όλα αυτά τα ιδρύματα παρήγαγαν ανθρώπους που θα εύρισκαν δουλειά – όπως υπόσχονται χρόνια τώρα οι σχολές του Αντέννα ή οι άλλες σχολές δημοσιογραφίας και αύριο οι Σχολές Πληροφορικής του Ιδρύματος Κόκκαλη και Επικοινωνίας του Ιδρύματος Λαμπράκη  - αυτό δεν σημαίνει ότι οι απόφοιτοι των σχολών αυτών είναι Επιστήμονες όπως αυτούς που πρέπει να διαμορφώνει ένα Πανεπιστήμιο. Ούτε τα μη κρατικά Πανεπιστήμια που συζητούσαν να ιδρύσουν η ΓΕΣΕΕ, η ΚΕΔΚΕ, Δήμοι και άλλοι φορείς, θα παρήγαγαν επιστήμονες. Στη καλύτερη των περιπτώσεων θα παρήγαγαν καταρτισμένα στελέχη, με γνώσεις και δεξιότητες που οι φορείς αυτοί θεωρούν ότι χρειάζονται για τη καλύτερη λειτουργία των θεσμών που εκπροσωπούν. Μα αν όλοι αυτοί έχουν χρήματα που θέλουν να επενδύσουν πραγματικά σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (και όχι να υφαρπάξουν δημόσια χρήματα από αυτά που προορίζονται για τα δημόσια πανεπιστήμια και να τα διαχειριστούν ανεξέλεγκτα), γιατί δεν αξιοποιούν τους απόφοιτους παρεμφερών γνωστικών αντικειμένων που θεραπεύονται στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, προσφέροντας τους αν χρειάζεται μια πρόσθετη σύντομη (πχ εξαμηνιαία) επαγγελματική κατάρτιση είτε από δικούς φορείς είτε ακόμη μέσα από (υπό ίδρυση) τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΒΕ) των Πανεπιστημίων; Γιατί ακόμη να μην σκεφτούμε ακόμη και τη χρηματοδότηση Τμημάτων από τους φορείς αυτούς, ιδιωτικούς και δημόσιους, με τη λογική που χρηματοδοτούνται και λειτουργούν οι Εδρες Ελληνικών στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου;    

Και εδώ θα πρέπει να τεθούν στο τραπέζι των συζητήσεων αντιφάσεις που αποπροσανατολίζουν τις συζητήσεις και κυρίως τους γονείς και τους φοιτητές. Ξέρουμε ως κοινωνία τι θέλουμε από το Σύγχρονο Πανεπιστήμιο; Να είναι μόνο χώρος διαβουλεύσεων και ανάπτυξης της προσωπικότητας των φοιτητών; Να είναι χώρος δημιουργίας Επιστημόνων ανεξάρτητα από την δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης; Να είναι χώρος παραγωγής ανθρώπων με πολύ καλή κατάρτιση σε τομείς που ζητά η αγορά εργασίας; Να είναι χώρος αυτόματης έκδοσης πτυχίου «επί τη εμφανίσει» του φοιτητή και χωρίς συστηματική και ουσιαστική προσπάθεια; Η μήπως θα πρέπει το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα να είναι κέντρο αναζήτησης της επιστημονικής αλήθειας, κέντρο παραγωγής και διάχυσης της γνώσης μέσα από διδακτικές και ερευνητικές διαδικασίες, και ο απόφοιτος του να είναι πρώτα καλός Επιστήμονας αλλά ταυτόχρονα να έχει και όλα τα εφόδια εκείνα που θα του επιτρέψουν να είναι και καλός Επαγγελματίας στον τομέα που έχει επιλέξει;


Αν η παραγωγή επιστημόνων και επαγγελματιών  – δηλαδή η φιλοσοφία πάνω στην οποία στήθηκαν οι σχολές μηχανικών- είναι το επιθυμητό, τότε χρειάζεται πολλαπλή προσπάθεια (εντατικοποίηση την ονομάζουν ορισμένοι) από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας για να επιτευχθούν και οι 2 στόχοι. Όμως δεν αντέχει σε καμία λογική η άποψη που εκφράζεται από πολλούς φοιτητές και γονείς ότι εφόσον το πτυχίο δεν εξασφαλίζει εργασία γιατί να καταβάλλεται προσπάθεια για πτυχία χωρίς αντίκρισμα; Ας πάρουμε στα γρήγορα το δίπλωμα για να συνεχίσουμε (με την ίδια λογική) για μεταπτυχιακά και διδακτορικό; Τελικά ξέρουμε τι ψάχνουμε από το Πανεπιστήμιο; Χαρτί για να βρούμε δουλειά (επομένως το ΙΕΚ Κόκκαλη είναι καλύτερο) ή να γίνουμε καλοί επιστήμονες και με τα προσόντα μας είτε να βρούμε δουλειά είτε να φτιάξουμε τη δική μας; Ερώτημα στο οποίο χρειάζεται να απαντήσουμε τόσο ως κοινωνία όσο και ως μεμονωμένα άτομα.

Εάν επιμένω ιδιαίτερα στο ποιος είναι ο στόχος του Πανεπιστημίου είναι γιατί στη καθημερινή ακαδημαϊκή ζωή βλέπουμε το άγχος των φοιτητών και των γονιών τους για επαγγελματική αποκατάσταση. Τι απάντηση μπορούμε να δώσουμε στους μεταπτυχιακούς φοιτητές πού «απαιτούν» να πάρουν γνώσεις πρακτικές που να τους βοηθήσουν στην αγορά εργασίας, γνώσεις που δεν απόκτησαν στις προπτυχιακές σπουδές; Επομένως είναι απαραίτητο ως κοινωνία να ξεκαθαρίσουμε τι επιδιώκουμε από κάθε μια βαθμίδα της εκπαίδευσης γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε σωστά τις απαραίτητες αλλαγές.

Βέβαια τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν υπονοούν ότι δεν υπάρχει κρίση στα Πανεπιστήμια. Σαφώς και υπάρχει και αφορά στην αδυναμία του συστήματος να παράγει ταυτόχρονα καλούς επιστήμονες και ετοιμοπόλεμους επαγγελματίες. Όμως με το θέμα αυτό και σκέψεις για την αντιμετώπιση της παθογένειας αυτής θα ασχοληθούμε στη συνέχεια του άρθρου.


Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ

Η κρίση στη 3βάθμια εκπαίδευση όπως θα περιγραφεί στη συνέχεια δεν εμφανίζεται σε όλα τα Πανεπιστήμια με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση. Σίγουρα στις «καλές» σχολές που συγκεντρώνουν τους καλύτερους φοιτητές, αυτούς που πέτυχαν τον στόχο τους και «βλέπουν» το μέλλον τους κάτω από καλύτερες συνθήκες, η κατάσταση είναι λιγότερο οξυμένη. Η κρίση όμως αυτή έχει κοινές πηγές προέλευσης, τόσο εξωγενείς, όσο και ενδογενείς, που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε:

-          Η πρώτη αφορά στη κρίση εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τη δημόσια εκπαίδευση συνολικά που αναλύσαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Φοιτητές και κυρίως οι Γονείς ενδιαφέρονται για το χαρτί και δευτερευόντως για τις γνώσεις. Σ’αυτό θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ατελής λειτουργία του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στα σχολεία έχει ως συνέπεια οι υποψήφιοι φοιτητές να μην ξέρουν τι θέλουν να σπουδάσουν. Το ρόλο αυτό καλούνται συχνά να τον καλύψουν οι γονείς με βάση τις δικές τους αντιλήψεις και προσδοκίες, ενώ ο φόβος να «μην μείνει το παιδί έξω από το Πανεπιστήμιο» οδηγεί στην επιλογή όλων των τμημάτων στα οποία μπορεί να έχει πρόσβαση με τον βαθμό που έχει επιτύχει.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: φοιτητές που προσγειώνονται σε Τμήματα με γνωστικό αντικείμενο που δεν είχαν πραγματικά επιλέξει και δεν ενδιαφέρονται να σπουδάσουν. Τη συνέχεια του έργου την βλέπουμε εμείς στα  (Περιφερειακά μόνο;)  Πανεπιστήμια με τις άδειες αίθουσες διδασκαλίας –όπου όποια προσπάθεια γίνεται πάει χαμένη- και μετατροπή τους σε εξεταστικά κέντρα με βάση το «σύγγραμμα» και όποιος περάσει, όποτε περάσει. Αλλωστε ούτε η συμμετοχή στις εξετάσεις είναι ιδιαίτερα υψηλή.
Πως μπορεί να αντιδράσει ένας διδάσκοντας;
(α) Βάζει υποχρεωτικές παρουσίες για να τους μαζέψει στην τάξη, οργανώνοντας φροντιστήρια, ασκήσεις, εργασίες κλπ και ότι βγει.
(β) Κόβει βάζοντας θέματα που πιστεύει ότι αντανακλούν τις γνώσεις που πρέπει να έχουν πάρει οι φοιτητές από το συγκεκριμένο μάθημα, συσσωρεύοντας τον κόσμο με τον κίνδυνο να δημιουργηθούν αντιδράσεις.
(γ) Χαμηλώνει τις απαιτήσεις βάζοντας εύκολα θέματα και «σπρώχνει» όσους έπιασαν γύρω στο 4, ώστε να περάσουν όσο γίνεται περισσότεροι.
(δ) Τέλος υπάρχουν και εκείνοι οι συνάδελφοι που έχουν βρει τρόπους (συνήθως εργασίες) ώστε να περνούν όλοι οι φοιτητές τους.      
Όμως αυτόν τον φαύλο κύκλο της «ήσσονος προσπάθειας» και κατ’επέκταση της απαξίωσης των διπλωμάτων δεν μπορούμε να τον σπάσουμε αν όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν συνεργαστούμε για την επίτευξη του βασικού στόχου που ανέφερα προηγούμενα: οι πτυχιούχοι πρέπει να είναι ταυτόχρονα καλοί επιστήμονες και καλοί επαγγελματίες. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δεχόμαστε την διάχυτη άποψη που κάποια στιγμή μου εξέφρασε φοιτητής όταν του είπα ότι χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια «Μα τι θέλετε να κάνουμε, εμείς είμαστε μαθητές του 12!!!!». Η απάντηση μου ήταν άμεση: «δηλαδή εσείς τι θέλετε, πτυχία 4ης κατηγορίας χωρίς αντίκρισμα;». Ακόμη περιμένω την απάντηση. Θα ήθελα την δική σας.

-          Η δεύτερη αιτία της κρίσης αφορά το ρόλο του κράτους το οποίο αξιοποιώντας έντεχνα την υπάρχουσα εικόνα απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης (αλλά και όλων των δημόσιων υπηρεσιών γενικότερα) στη κοινή γνώμη, με την υποχρηματοδότηση και το ασφυκτικό αλλά αναποτελεσματικό σύστημα ελέγχου που έχει καθιερώσει, απλώς επιτείνει τη κατάσταση. Επιπλέον η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου υιοθετώντας την λογική των τηλε-δικών, καταφέρεται εναντίον της ακαδημαϊκής κοινότητας, αντί να επιλέξει τον συντεταγμένο ουσιαστικό διάλογο χωρίς προαποφασισμένες λύσεις. Αποτελεί προϋπόθεση για την καλή λειτουργία ενός Πανεπιστημίου η ύπαρξη υποδομών, εξοπλισμού, αναλώσιμων, προσωπικού (κύριου, βοηθητικού και διοικητικού), η χρηματοδότηση της έρευνας. Χωρίς αυγά ομελέτα δεν γίνεται. Βέβαια για να γίνει καλή ομελέτα δεν αρκούν τα αυγά και το ξέρουμε καλά αυτό!!! Χρειάζεται και τα υλικά (βλέπε φοιτητές) να είναι καλά, τα μέσα επαρκή (υλικοτεχνική υποδομή) αλλά κυρίως ο μάγειρας (βλέπε διδακτικό προσωπικό) να είναι μάστορας.  

-          Η τρίτη αφορά την ίδια τη λειτουργία της ακαδημαϊκής κοινότητας και ιδιαίτερα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Βρισκόμαστε όλοι στο ύψος των περιστάσεων όπως επιτάσσει ο ρόλος μας ως λειτουργών; Η απάντηση είναι απερίφραστα όχι. Η πλειοψηφία μας, κάνουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες «εκπτώσεις» από το έργο μας, επικαλούμενοι διαφορετικούς λόγους και ιδιαίτερα το μισθολογικό και τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων. Σίγουρα δεν μπορεί να αποτελεί θέση «τόσα  με πληρώνουν, τόσο δουλεύω». Αυτό το ξέραμε από την αρχή και παλεύουμε να αλλάξει. Όμως όποιος συνεχίζει να παραμένει στην ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να εκπληρώνει τα καθήκοντα του στο ακέραιο. Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να πιστεύει η κοινωνία και η πολιτεία ότι στην εποχή που ζούμε μπορεί ένας λειτουργός με τόσο υψηλά προαπαιτούμενα προσόντα (που για να αποκτηθούν και να συντηρηθούν απαιτούν συνεχείς επενδύσεις με υψηλό προσωπικό και οικονομικό κόστος) και τόσο απαιτητικά καθημερινά καθήκοντα μπορεί να αφοσιωθεί στο έργο του με ψίχουλα. Επόμενο είναι άλλοι γρηγορότερα και άλλοι αργότερα θα δώσουμε το βάρος μας στα προγράμματα ή σε άλλες εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες που προσφέρουν και χρήματα και κοινωνική καταξίωση.

Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: η πολιτική που ακολουθείται από την Κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει τη κρίση; Αποτελούν απάντηση στη κρίση η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και οι ρυθμίσεις που η κα Υπουργός απειλεί ότι θα επιφέρει στα Πανεπιστήμια; Απερίφραστα όχι. Γιατί; Μα αντί να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες των προβλημάτων, ασχολούνται με το να ρυθμίσουν (βλέπε να κουκουλώσουν) τις συνέπειες τους μέσα από αύξηση των ελέγχων και των πειθαρχικών μέτρων μόνο προς τα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας. Πουθενά δεν φαίνεται το Υπουργείο να αναλαμβάνει τις δικές του τεράστιες ευθύνες και να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που το ίδιο προκαλεί

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να καταγράψω τις σκέψεις μου για τα θέματα που αναδείχθηκαν ως κρίσιμα κατά τη διάρκεια του «διαλόγου».

Αιώνιοι Φοιτητές: Το πρόβλημα δεν είναι οι αιώνιοι φοιτητές, αλλά οι αδιάφοροι φοιτητές που προκύπτουν από τον μηχανισμό που περιέγραψα προηγούμενα και δεν έχει να κάνει με τα πανεπιστήμια αλλά: (α) με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες στην β’βάθμια εκπαίδευση και ιδιαίτερα στο Λύκειο, (β) με τον τρόπο επιλογής σχολής και την γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα απαξίωσης που ενισχύεται (γ) από τις δυσκολίες επαγγελματικής αποκατάστασης.
Η προσπάθεια επίλυσης χρειάζεται συνδυασμό μέτρων και βέβαια δεν θα αποδώσει άμεσα δεδομένου ότι απαιτεί κυρίως αλλαγή νοοτροπίας όλων των εμπλεκόμενων: Η απελευθέρωση των καθηγητών του Λυκείου από την υποχρέωση να βάζουν υψηλούς προφορικούς βαθμούς σε όλους ώστε να αναδεικνύονται οι κλίσεις και οι αδυναμίες των μαθητών, η ενίσχυση του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού σε συνδυασμό με τον περιορισμό δυνατοτήτων επιλογής σχολών σε ένα γνωστικό αντικείμενο, ο προσδιορισμός από τα Πανεπιστήμια των μαθημάτων ιδιαίτερης βαρύτητας ανά Τμήμα θα οδηγήσει σταδιακά σε πιο συνειδητοποιημένους φοιτητές. Στη συνέχεια θα πρέπει να υπάρξουν εσωτερικές ρυθμίσεις των Πανεπιστημίων σε σχέση με την παρακολούθηση της προόδου των φοιτητών (πχ. ελάχιστος αριθμός δηλωμένων μαθημάτων και παρουσίας στις εξετάσεις, μέσος όρος βαθμολογίας από τις εξετάσεις, εμπλουτισμός μαθημάτων με δραστηριότητες που ενισχύουν τις δεξιότητες και το επαγγελματικό προφίλ, προαπαιτούμενα μαθήματα, ενίσχυση της χρήσης της βιβλιογραφίας, γενίκευση πτυχιακών σε όλα τα τμήματα ώστε να ενισχυθούν οι επιστημονικές ικανότητες, ρυθμίσεις για αποδεδειγμένα εργαζόμενους φοιτητές κλπ) ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο των σπουδών. Δεν μπορεί τα Πανεπιστήμια να είναι απλά εξεταστικά κέντρα!!!  

Δωρεάν συγγράμματα: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να καταργηθούν μια και αποτελεί απαράδεκτο φαινόμενο για Πανεπιστημιακό χώρο η λογική της εξεταστέας ύλης από συγκεκριμένο σύγγραμμα. Το Πανεπιστήμιο δεν είναι Λύκειο και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ενώ όσοι δεν μπορούν να μπουν στη λογική αυτή (διδάσκοντες και διδασκόμενοι) δεν έχουν θέση σ’αυτό. Η συνέχιση της σύνδεσης της δωρεάν εκπαίδευσης με την δωρεάν παροχή συγγραμμάτων είναι υποκριτική, όταν το κόστος αγοράς των βιβλίων στις περισσότερες σχολές δεν αντιστοιχεί παρά σε μέρος των μηνιαίων εξόδων των φοιτητών. Βέβαια δεν ισχυριζόμαστε ότι οι φοιτητές θα πρέπει στο εξής να αγοράζουν το βιβλίο που μέχρι τώρα μοιράζει το κράτος, αλλά ότι πρέπει οι βιβλιοθήκες να αναλάβουν τον κανονικό τους ρόλο.
Η αλλαγή αυτή είναι απαραίτητη για την αναβάθμιση των σπουδών αλλά και για αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ μερίδας «συναδέλφων» και του κρατικού κορβανά, μοιράζοντας χρόνια τώρα τις ίδιες απαρχαιωμένες γνώσεις.
Όμως για να προχωρήσουμε στο μέτρο της αντικατάστασης του δωρεάν βιβλίου από την πολλαπλή βιβλιογραφία χρειάζεται να έχουν ενισχυθεί οι βιβλιοθήκες και τα αναγνωστήρια με πολλαπλά εγχειρίδια, να έχουν αυξηθεί οι χώροι ώστε να μπορούν να διαβάζουν εκεί οι φοιτητές, να υπάρχει επαρκές προσωπικό ώστε να λειτουργούν οι βιβλιοθήκες όλη την εβδομάδα για τουλάχιστον ένα 12ωρο την ημέρα (9πμ – 9μμ). Και αυτά πρέπει να γίνουν πριν διακοπεί η παροχή συγγραμμάτων, με πρόσθετους πόρους  που θα διαθέσει το Υπουργείο προς τις βιβλιοθήκες των Πανεπιστημίων για το σκοπό αυτό.
Βέβαια δεν αντέχει σε καμία κριτική η πρόταση που προωθεί το Υπουργείο για δημιουργία λίστας βιβλίων που θα μπορούν να διανέμονται δωρεάν!!!! Τι γραφειοκρατικό μηχανισμό ετοιμάζεται να στήσει το Υπουργείο ώστε να μπορεί να γνωρίζει ποιο βιβλίο χρειάζεται σε κάθε μάθημα καθενός από τα 450 τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας. Βέβαια δεν διανοούμαι ούτε καν να υποθέσω ότι κάποια επιτροπή του Υπουργείου θα ορίζει τα βιβλία που θα μοιράζονται!!!. Και θα μπορεί να αλλάζει ο πίνακας αυτός κάθε εξάμηνο ώστε να γίνεται έγκαιρα η διανομή βιβλίων;; Η θα αλλάζει με βάση τον 4ετή προγραμματισμό; Καλύτερα θα ήταν να δώσει τα χρήματα αυτά στα Πανεπιστήμια τα οποία θα αποφασίσουν μόνα τους πως θα τα χρησιμοποιήσουν και μετά ας αξιολογηθούν για το πώς τα χρησιμοποίησαν.

Αξιολόγηση Πανεπιστημίων: δεν είναι δυνατόν στο χώρο όπου η αξιολόγηση αποτελεί καθημερινό μας έργο αλλά και την υφιστάμεθα σε τακτά χρονικά διαστήματα για να προαχθούμε, να περνά στην κοινή γνώμη ότι εμείς την αρνούμαστε γενικά και αόριστα ή να δίνουμε την εικόνα ότι θέλουμε να είμαστε ανεξέλεγκτοι. Αυτό που αρνούμαστε είναι να κριθούμε για τις παραλήψεις του Υπουργείου, με βάση κριτήρια που δεν είναι ακαδημαϊκά αλλά επιχειρηματικά, από «εντεταλμένους» του Υπουργείου. Ιδιαίτερα:
  1. Πως μπορεί να αξιολογεί το Υπουργείο για την απόδοση των Πανεπιστημίων ως κέντρων παραγωγής έρευνας όταν δεν την χρηματοδοτεί καθόλου, ενώ και η χρηματοδότηση των βιβλιοθηκών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα με συνέπεια συνεχείς περικοπές σε βιβλία και περιοδικά. Είναι σαν να ζητάτε από έναν εργολάβο να σας παραδώσει έργο χωρίς να τον έχετε χρηματοδοτήσει.
  2. Πως θα κρίνει το Υπουργείο για το διδακτικό μας έργο όταν δεν μας παρέχει το βοηθητικό εκείνο προσωπικό που είναι απαραίτητο σύμφωνα με τα διεθνή standards για να οργανωθούν τα μαθήματα όπως πρέπει, ενώ παράλληλα το Πανεπιστήμιο μας «φορτώνει» και σειρά καθηκόντων επειδή υπάρχει έλλειψη διοικητικού και τεχνικού προσωπικού.
  3. Πως θα κρίνει το υπουργείο την απόδοση της διοικητικής μηχανής όταν ενισχύει τη γραφειοκρατία (πχ. τετραετής σχεδιασμός, δημοσιότητα κλπ) χωρίς να εξασφαλίζει έλεγχο ουσίας; Πως θα κρίνει το Υπουργείο την συνολική απόδοση του Πανεπιστημίου όταν δεν έχει εξασφαλίσει την κατάλληλη κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή;
  4. Πως θα κρίνει το Υπουργείο το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα όταν δεν επιτρέπει στα Πανεπιστήμια να επιλέγουν εκείνα πόσους και ποιούς φοιτητές θέλουν, αλλά και να διαγράφουν όσους δεν μπορούν να συνεχίσουν με τα κριτήρια που το ίδιο το Πανεπιστήμιο και τα επιμέρους Τμήματα βάζουν. Ας περιοριστεί το Υπουργείο στο να δίνει Απολυτήρια που να αντανακλούν ένα πραγματικό επίπεδο γνώσεων και ας μας αφήσει να επιλέξουμε εμείς σε επίπεδο Τμήματος αν θεωρούμε σημαντικό μάθημα τη Βιολογία ή τη Χημεία, τα Μαθηματικά ή την Εκθεση, τη ξένη γλώσσα ή την Ιστορία, ή όλα αυτά μαζί.

Τελικά υπάρχει τρόπος να γίνει αξιολόγηση; Η απάντηση είναι καταφατική αλλά χρειάζεται άλλη προσέγγιση ώστε να γίνεται με την βάση την επίτευξη των στόχων του Πανεπιστημίου, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αλλάξει οπτική γωνία του Υπουργείου: να πάψει να θεωρεί την Πανεπιστημιακή Κοινότητα ως άθροισμα «απατεώνων» που πρέπει να εντοπισθούν με βάση κάποιους δείκτες απόδοσης, αλλά να χρησιμοποιηθεί η αξιολόγηση για επιβράβευση των πιο ικανών και των πιο δραστήριων ακαδημαϊκών μονάδων μέσα από ουσιαστικά κριτήρια. Ας αναφέρω ένα παράδειγμα σχετικά με την έρευνα: κάθε νεοδιοριζόμενος συνάδελφος να δικαιούται αυτόματα ένα ποσό για 3ετή έρευνα και το αποτέλεσμα να κρίνεται στο τέλος της περιόδου αυτής ή στην επόμενη κρίση. Τα επόμενα χρόνια το ποσό αυτό να μην είναι δεδομένο αλλά να εξαρτάται από τις προτάσεις έρευνας που έχει υποβάλει, τις χρηματοδοτήσεις που έχει επιτύχει (όσο περισσότερα χρηματοδοτούμενα έργα έχει τόσο μικρότερη επιδότηση να δικαιούται από το Πανεπιστήμιο) και τις δημοσιεύσεις του.
Σε ότι αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία η αξιολόγηση θα μπορεί να γίνεται με βάση την οργάνωση του μαθήματος, το περιεχόμενο του, τις δραστηριότητες που αναπτύσσει, τα αποτελέσματα και την αξιολόγηση των φοιτητών. Όταν υπάρχουν μαθήματα όπου δεν γνωρίζει κανείς τίποτα άλλο εκτός από τον τίτλο του και την εξεταστέα ύλη από το βιβλίο του κ.Καθηγητή, χρειάζεται να το συζητάμε;;; Βέβαια από την άλλη πλευρά σε ένα Τμήμα με 450 ή έστω 150 φοιτητές και χωρίς υποστήριξη από ανθρώπινο δυναμικό και με αίθουσες ικανές να χωρέσουν όλοι, φαντάζεται κανείς ότι ο όποιος καθηγητής μπορεί να οργανώσει κάτι άλλο εκτός από τελικές εξετάσεις; Καλώς το Υπουργείο προτείνει το όριο των 80 φοιτητών ανά αίθουσα. Θα μας δώσει όμως μέσα σε 6 μήνες περισσότερες αίθουσες και διδάσκοντες για να υλοποιηθεί αυτή η ρύθμιση; Ως ανέκδοτο ακούγεται.

Όμως για να μπορούν να υλοποιηθούν τα παραπάνω καθώς και οι άλλες αλλαγές είναι απαραίτητο να υπάρξει αυξημένη χρηματοδότηση και αυτοδιοίκηση.

Με όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα και με δεδομένο ότι σήμερα οι χρηματοδοτήσεις δεν καλύπτουν ούτε τα λειτουργικά έξοδα των Ιδρυμάτων, φαίνεται να μην υπάρχει δυνατότητα επίλυσης ούτε των πλέον βασικών προβλημάτων απ’όσα αναφέρθηκαν. Βέβαια δεν αποτελεί η χρηματοδότηση πανάκεια και μόλις υπάρξουν περισσότεροι πόροι όλα θα λυθούν αυτόματα. Όμως πρέπει να υπάρξει κάποια δέσμευση για τους πόρους που θα διαθέτει το Υπουργείο Παιδείας και δεν μπορούν τα Πανεπιστήμια να συντάσσουν 4ετή σχεδιασμό όταν η Κυβέρνηση δεν έχει ούτε καν ετήσιο. Μήπως οι Υπουργοί Παιδείας και Οικονομικών μπορούν να μας πουν τι θα περιλαμβάνει ο Τακτικός Προϋπολογισμός και ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων  για τα Πανεπιστήμια για τα έτη 2007-2010;;; Ποια είναι τα όρια του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 5 του σχεδίου νόμου που κατέθεσαν; Αποτελούν όρια η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση με την έλλειψη πόρων και για τα τρέχοντα λειτουργικά έξοδα; Που είναι οι προβλέψεις για την έρευνα, τις υποτροφίες, την χρηματοδότηση των υποψηφίων διδακτόρων για παροχή διδακτικού και ερευνητικού έργου; Ποιόν νομίζουν ότι θα κοροϊδέψουν;;;;  Μόνο τα Πανεπιστήμια και τα μέλη τους έχουν υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώνουν σε συγκεκριμένο χρόνο; Η Πολιτεία δεν έχει και δεν ελέγχεται γι’αυτό;

Προφανώς χρειάζονται ταυτόχρονα και κινήσεις θεσμικού χαρακτήρα –πολλές περιγράφηκαν προηγούμενα- που νομίζω ότι έχουν μια κοινή συνιστώσα: την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ και την θεσμική ενίσχυση της εσωτερικής τους λειτουργίας ώστε να ξεκινήσει η σταδιακή αναδιοργάνωση και βελτίωση. Η ύπαρξη αυστηρού και έντονα ρυθμιστικού πλαισίου έχει αποδείξει ότι δεν βοηθάει: ούτε την διαφθορά εμπόδισε, ούτε το αποτέλεσμα βελτίωσε. Χρειάζεται πάνω απ’όλα να αφήσει τα Πανεπιστήμια να λειτουργήσουν ελεύθερα, αντί να τους προσθέτει επιπλέον κανόνες όπως φαίνεται από το Νομοσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι  γραφειοκρατικοί και μη υλοποιήσιμοι, ενώ δεν συμβάλλουν σε τίποτα στην αναβάθμιση των Πανεπιστημίων. Η προσπάθεια επιβολής ενιαίων κανόνων λειτουργίας (πχ. πόσοι φοιτητές θα κάνουν εργαστήριο ή υποχρεωτικό μάθημα) ενώ έχουμε Τμήματα με μεγάλες διαφορές σε ότι αφορά τους φοιτητές που δέχονται και το έμψυχο υλικό καθώς την υλικοτεχνική υποδομή που διαθέτουν, μόνο προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν με αποτέλεσμα να κληθούμε όλοι να παρανομήσουμε. Αυτό που χρειάζεται άμεσα η Πανεπιστημιακή Κοινότητα στο σύνολο της να αναλάβει τις ευθύνες της και να είστε σίγουροι ότι θα το κάνει εφόσον η κοινωνία και η πολιτεία την εμπιστευθεί, λύνοντας της τα χέρια. Μετά αξιολογήστε μας αν τα κάνουμε καλά. Σε αντίθετη περίπτωση να μην περιμένει η κοινωνία μας από ένα πεινασμένο και αλυσοδεμένο πουλί να πετάξει.


ΕΜΠΡΟΣ Ιούνιος 2006

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

 


Τα τελευταία γεγονότα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τα όσα ακούμε και βλέπουμε καθημερινά να συμβαίνουν στις άλλες δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, υπογραμμίζουν για μια ακόμη φορά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα σύστημα που αδυνατεί να παράγει πρώτα απ’όλα ολοκληρωμένους πολίτες με παιδεία που θα συγκροτήσουν μια υγιή κοινωνία και στη συνέχεια τεχνολόγους και επιστήμονες που με τις γνώσεις τους θα μπορούν να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για την προσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας.

Μα πώς να υλοποιηθούν οι στόχοι αυτοί όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι στο εκπαιδευτικό σύστημα, γονείς και μαθητές, δάσκαλοι και υπουργείο έχουμε βαλθεί με συστηματικό τρόπο – ο καθένας από τη πλευρά του και με διαφορετικό μερίδιο ευθύνης – να αντικαταστήσουμε την εκ-παιδευτική διαδικασία που επιβραβεύει όσους ενδιαφέρονται και προσπαθούν από μια διαδικασία παραγωγής αριστούχων διπλωματούχων ήσσονος προσπάθειας.

Θεωρώ ότι την βασική ευθύνη για όλη αυτή την εξέλιξη την έχουμε εμείς οι γονείς. Οχι μόνο δεν αντιστεκόμαστε στην διολίσθηση αυτή, αλλά συμβάλλουμε καθοριστικά στη ταχύτερη επιδείνωση της κατάστασης με την στάση μας που ξεκινά από την απλή αδιαφορία για το ότι συμβαίνει μέσα στο σχολείο και καταλήγει στην εξεύρεση ατομικών λύσεων για την επίτευξη των στόχων μας: την απόκτηση τυπικών εφοδίων (βλέπε διπλωμάτων) από τα παιδιά μας με οποιοδήποτε οικονομικό κόστος.

Στο μυαλό των περισσοτέρων από εμάς το σχολείο ισοδυναμεί με υποχρεωτική παρουσία των παιδιών μας για ορισμένες ώρες την ημέρα χωρίς προσδοκία απόκτησης σοβαρών γνώσεων, δεξιοτήτων, ερεθισμάτων και γενικότερα εφοδίων που θα τα βοηθήσουν στη συνέχεια της ζωής τους: κάτι σαν φύλαξη. Αυτά θα τα πάρουν μόνο αν εμείς πληρώσουμε: πρώτα τη ξένη γλώσσα, μετά τους υπολογιστές, τη μουσική και τη ζωγραφική, στη συνέχεια τα μαθηματικά, τη φυσική, τα αρχαία. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ρημάδες οι απουσίες δεν θα χρειαζόταν να πηγαίνουν καν στο σχολείο, αφού εκεί όπου πληρώνουμε τα λένε καλύτερα. Άλλωστε αυτό δεν γίνεται μετά το Πάσχα στη 3η Λυκείου με την δική μας «ευλογία»;

Και μετά αναρωτιόμαστε, εμείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γιατί οι φοιτητές δεν έρχονται στη τάξη να μας ακούσουν και να μάθουν, αλλά προτιμούν να πληρώσουν κάποιον να τους τα πει ή ακόμη και να τους δώσει έτοιμες τις εργασίες. Μα μετά από τόσα χρόνια «εκπαίδευσης» έχουν εμπεδώσει πολύ καλά ότι η «δημόσια δωρεάν εκπαίδευση» δεν έχει αξία. Πρέπει να πληρώσεις για να αγοράσεις κονσερβαρισμένες και μασημένες γνώσεις και τελικά και το ίδιο το πτυχίο (προσεχώς και από τα υπό αναβάθμιση σε μη κρατικά Πανεπιστήμια Ιδιωτικά Κολέγια με τα υψηλά δίδακτρα). Αυτό δεν τους ζητάμε ως γονείς σαν απόδειξη κοινωνικής καταξίωσης; Ευτυχώς που υπάρχει και αυτή η μερίδα των φοιτητών που έστω και καθυστερημένα (3ο και 4ο έτος) βγαίνει από τον λήθαργο προσπαθώντας να κερδίσει μέρος του χαμένου χρόνου, αποκτώντας επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες απαραίτητες για επαγγελματική αποκατάσταση.

Ετσι βλέπουμε τις όποιες θετικές προσπάθειες του κράτους και των συνειδητών δασκάλων (με Δ κεφαλαίο) να πέφτουν στο κενό:
-          Τι γίνεται με την ενισχυτική διδασκαλία; Πολλοί την ζητάμε και διαμαρτυρόμαστε που δεν υπάρχει, αλλά όταν ξεκινήσει δεν στέλνουμε τα παιδιά μας γιατί ήδη έχουμε κανονίσει για ιδιαίτερα ή φροντιστήριο αγγλικών!!!!! Λες και δεν γνωρίζαμε από πριν ότι τα μαθήματα θα γίνονταν 1-4μμ.
-          Τι γίνεται με τις εξωεκπαιδευτικές δραστηριότητες που οργανώνουν όλο και περισσότερα σχολεία με την συγχρηματοδότηση του κράτους; Ενας αρχικός ενθουσιασμός που συχνά ξεφουσκώνει αφού δεν αντιμετωπίζεται με υπευθυνότητα από γονείς και μαθητές. Το αποτέλεσμα είναι η εθελοντική δουλειά να καταλήγει ως υποχρέωση του εκπαιδευτικού που πρέπει να τελειώνει για να μην βρεθεί εκείνος και το σχολείο εκτεθειμένοι, αντί να αποτελεί ευκαιρία για δημιουργική δουλειά, για απόκτηση ενδιαφερόντων, για ανάδειξη κλίσεων, για απόκτηση εμπειριών κλπ που μπορούν να βοηθήσουν σε καλύτερο επιστημονικό και επαγγελματικό προσανατολισμό των παιδιών μας. Όταν δεν αντιμετωπίζεται από πολλούς γονείς ως χάσιμο χρόνου απαγορεύοντας στα παιδιά τους να συμμετέχουν. Αλλωστε προέχει το δίπλωμα των αγγλικών να αποκτηθεί στα 12!!!
-          Τι γίνεται με τις εκπαιδευτικές εκδρομές; Τι τα θέλουμε τα μουσεία και την ορθοστασία; Δεν πάμε να δούμε από κοντά τα ινδάλματα μας ή να ψωνίσουμε κανένα συνολάκι ώστε να είμαστε in!!! Αυτό λέγεται εκπαίδευση στο life style!!!
-          Τι γίνεται με τον σεβασμό που πρέπει να δείχνουν οι μαθητές στους δασκάλους τους; Σιγά μην τους αφήσουμε να μαλώσουν τα «βλαστάρια μας». Αλλωστε οι δικές μας παρεμβάσεις που συχνά είναι άστοχες και ιδιοτελείς αποτελούν συχνά τη δικαιολογία πολλών συλλόγων διδασκόντων στο να μην αφήνουν τους Συλλόγους Γονέων να έχουν άποψη για το τι γίνεται μέσα στο σχολείο.

Σ’αυτή μας τη «προσπάθεια» βρίσκουμε «συμπαραστάτες» τόσο τη πολιτεία, όσο και σημαντική μερίδα από την κοινότητα των εκπαιδευτικών.

Οι τελευταίοι κάνουν ότι μπορούν για να μας ευχαριστήσουν για να μην γκρινιάζουμε, ενώ ταυτόχρονα «δείχνουν» τον «σωστό» δρόμο στα παιδιά μας. Τα παραδείγματα πολλά και θα μπω στον πειρασμό να αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά:
-          Δασκάλα της πόλης μας (χωρίς δυστυχώς να αποτελεί μεμονωμένο παράδειγμα)  διορθώνει ασκήσεις μαθηματικών βάζοντας άριστα σε μαθητές που βγάζουν διαφορετικό αποτέλεσμα. Γιατί; Δεν μπορούσε να ελέγξει την άσκηση σωστά ενώ μιλούσε στο κινητό της!!! Και γιατί να διακινδυνεύσει να την μαρτυρήσουν τα κακά παιδιά; Βάλε λοιπόν δέκα με τόνο σε όλους να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν φταίμε εμείς οι γονείς που ενώ μαθαίνουμε ότι αυτό γίνεται σε καθημερινή βάση δεν αντιδρούμε; Μετά αναρωτιόμαστε γιατί τα παιδιά μας αντιδρούν στην όποια πίεση για διάβασμα και επιπλέον θέλουν κινητό από το δημοτικό και απαιτούν να το έχουν μαζί τους στο σχολείο; Η παροιμία είναι γνωστή: «Με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις».
-          Καθηγητές που δίνουν θέματα SOS στους μαθητές για τις τελικές εξετάσεις με στόχο να γίνουν αρεστοί σε μαθητές και γονείς που θα κουραστούμε λιγότερο στις επαναλήψεις, ενώ ευκολότερα θα μπορούμε να πάρουμε το πολυπόθυτο «άριστα». Τι επιβραβεύουμε με τη στάση μας; Την μικρότερη προσπάθεια, μέχρι τα παιδιά μας να το εμπεδώσουν.
-          Καθηγητές που βάζουν μεγάλους βαθμούς σε όλα τα μαθήματα για να μην έχουν τη γκρίνια μας, ενώ και αυτοί που θέλουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους τελικά αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Αποτέλεσμα πρώτο είναι να μην μπορεί να φανεί που έχει κλίση ή αντίστοιχα αδυναμία το παιδί μας και δεύτερο να έχουμε δράματα όταν στις εισαγωγικές εξετάσεις η βαθμολογία του γραπτού απέχει «παρασάγγες» από τον προφορικό βαθμό. Τι έχουμε πετύχει με τη στάση μας; Την συνολική απαξίωση του δημόσιου συστήματος (με αντίστοιχο θρίαμβο της παραπαιδείας) στα μάτια των παιδιών, που ενώ ξέρουν ή έστω υποψιάζονται την πραγματική κατάσταση τους, «βολεύονται» προσωρινά με τη ψεύτικη εικόνα που δημιουργείται.
-          Οργάνωση της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών για τα καινούρια βιβλία του Δημοτικού στη περίοδο των μαθημάτων, με αντίστοιχη απώλεια ωρών διδασκαλίας, ενώ υπάρχουν ελεύθερες ημέρες από 15 μέχρι 30 Ιουνίου!!!. Το ίδιο γίνεται συνήθως και με τις συνεδριάσεις των Συλλόγων Διδασκόντων, τις Γενικές Συνελεύσεις των συνδικαλιστικών οργάνων κλπ Προς χαρά των παιδιών μας που γλιτώνουν μαθήματα!!!!
-          Καθηγητές της τεχνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αποδεχτεί το ρόλο που τους δώσαμε γονείς και πολιτεία: ότι τα (για μια ακόμη φορά μετονομασθέντα) ΤΕΕ, είναι αποθήκες ανίκανων μαθητών και επομένως δεν υπάρχει λόγος να γίνεται μάθημα. Λες και δεν έχουμε ως χώρα ανάγκη από καλούς τεχνίτες, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί ότι πιθανά θα είναι οι πιο καλοπληρωμένοι απ’όλους μας !!!!
  

Δεν θα ήθελα να αναλύσω ιδιαίτερα τις ευθύνες της πολιτείας. Όχι γιατί δεν είναι σημαντικές, αλλά είναι χιλιοειπωμένες και δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω κάτι νέο. Απλά παραθέτω:
-          υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων με αποτέλεσμα οι κτιριακές υποδομές και ο εξοπλισμός να είναι ανεπαρκείς, η χρηματοδότηση για λειτουργικές δαπάνες (θέρμανση, καθαρισμό, γραφική ύλη κλπ) μονίμως μικρή και καθυστερημένη, οι διδάσκοντες κακοπληρωμένοι και ωθούμενοι να βρουν πρόσθετα εισοδήματα, ασκούν πλημμελώς στην καλύτερη των περιπτώσεων τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα. Αυτό το 5% της χρηματοδότησης της παιδείας παραμένει άπιαστο όνειρο και με δική μας ευθύνη.
-          στρεβλό θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί τις «έξωθεν» παρεμβάσεις στις οποίες επιδίδονται όλες οι κυβερνήσεις και οι παρατρεχάμενοι τους με περισσό ζήλο, αλλά δεν επιτρέπει την ανάληψη ευθυνών από την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα για την επίτευξη των στόχων της εκπαίδευσης. Συνεχή νομοθετήματα που με την πρόφαση να μην αφήσουν περιθώρια για αυθαιρεσίες, δημιουργούν ένα τέτοιο πλέγμα που οδηγεί στην παραλυσία ή στην παρανομία στη προσπάθεια να λειτουργήσει το σύστημα. Αποτέλεσμα να επικρατούν η ασυδοσία αφού κανείς δεν τιμωρείται και η ακινησία
-          Εστίαση στο εξεταστικό αντί της εστίασης στη γνώση και στη διαμόρφωση πολιτών. Η κοινή γνώμη, με την ευγενική συμπαράσταση των ΜΜΕ και σημαντικής μερίδας πολιτικών, απαιτεί διευκολύνσεις για την επίτευξη του υπέρτατου στόχου: την ανοιχτή πρόσβαση σε τίτλους σπουδών και στην παραπάνω βαθμίδα εκπαίδευσης χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση που αποτελεί άλλωστε δημοκρατική κατάκτηση και κεκτημένο!!!!!!   Ποιος τολμά να εμποδίσει την πορεία αυτή με εντατικοποίηση των σπουδών. Αφού έτσι κι’αλλοιώς –η δικαιολογία είναι έτοιμη- το πτυχίο δεν έχει αντίκρισμα στην αγορά εργασίας και όπου αν δεν υπάρχει μέσον, παραμονεύει η ανεργία, γιατί να εμποδίσουμε κάποιον να φτάσει ανενόχλητος στην απόκτηση του;

Είναι τόσο ζοφερή η εικόνα ή μήπως οι γνωστές Κασσάνδρες προβλέπουν την καταστροφή που τελικά δεν έρχεται; Και αν ναι, υπάρχει λύση και ποια είναι αυτή;

Κρίση υπάρχει και είναι αναμφισβήτητη. Δυστυχώς δεν αποτελεί απλά κρίση των διαδικασιών του εκπαιδευτικού συστήματος που θα θεραπευτεί με τεχνικές ρυθμίσεις νομοθετικού χαρακτήρα.  Αλλωστε και όσες καινοτόμες προσπάθειες εισήχθηκαν στο σύστημα, αποβλήθηκαν ως ξένο σώμα γιατί υπήρξε προσπάθεια επιβολής χωρίς την αντίστοιχη προετοιμασία της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αποτελεί βαθιά κρίση αξιών του κοινωνικού συστήματος που αντανακλάται και στην εκπαίδευση. Αν δεν συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα οι άμεσα ενδιαφερόμενοι (γονείς – ειδικά στις χαμηλές βαθμίδες εκπαίδευσης-, εκπαιδευόμενοι και δάσκαλοι) ώστε να προχωρήσουμε σε αλλαγή στάσης αξιοποιώντας το υφιστάμενο πλαίσιο και τα διαθέσιμα μέσα ώστε να προετοιμάσουμε το δρόμο για ουσιαστικές αλλαγές, δύσκολα βλέπω τη πολιτεία να «αναγκάζεται» να πάρει τέτοιες πρωτοβουλίες. Αντίθετα να νομοθετεί για να ρυθμίσει όσα θεωρεί εκκρεμότητες.  Αυτό το ζούμε τις μέρες αυτές με τα γεγονότα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Νομίζω ότι θα πρέπει πρώτα απ’όλα εμείς οι γονείς να πάψουμε να είμαστε Ιδιώτες και να ξαναγίνουμε Πολίτες στηρίζοντας το δημόσιο σχολείο και απαιτώντας από την πολιτεία και τους εκπαιδευτικούς να αλλάξουν στάση. Πρέπει να αποφασίσουμε να αφιερώσουμε το χρόνο που χρειάζεται δραστηριοποιούμενοι στους Συλλόγους Γονέων και σε συνεργασία με τους Συλλόγους Διδασκόντων και τις μαθητικές κοινότητες να εργαστούμε ώστε η Δημόσια Εκπαίδευση να παίξει τον ρόλο της προς την κοινωνία στο σύνολο της. Αν εμείς δεν θέλουμε να παρέμβουμε αφήνοντας τον ρόλο αυτό στους «άλλους», ας μη γκρινιάζουμε ότι τίποτα δεν γίνεται!!!!

Και ας μην ξεχνάμε: η απαξίωση του δημόσιου σχολείου, αποτελεί το πρώτο βήμα κοινωνικού αποκλεισμού των πλέον αδύναμων της κοινωνίας μας που στη συνέχεια επηρεάζει όλους μας. Σήμερα αφορά τα παιδιά της διπλανής πόρτας, τον Αλεξ, αύριο τα παιδιά μας, μεθαύριο όλη την κοινωνία.


ΕΜΠΡΟΣ, Ιούνιος 2006
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 2007-13

Και ενώ οι προσπάθειες μείωσης των απωλειών πόρων από το Γ’ΚΠΣ έχουν ενταθεί όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της περιόδου (Δεκέμβριος 2006) που προβλέπεται για την οριστικοποίηση των έργων που θα υλοποιηθούν μέχρι το 2008, οι συζητήσεις για τον σχεδιασμό του Δ’ΚΠΣ έχουν φτάσει σε καθοριστικό σημείο: αυτό της αρχικής κατανομής των πόρων και της σύνταξης των κλαδικών και περιφερειακών επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Πριν προχωρήσουμε σε σχόλια σε ότι αφορά την Δ’ προγραμματική περίοδο, είναι καλό να δούμε πως εξελίσσεται το τρέχον πρόγραμμα. Όπως φάνηκε στην πρόσφατη Επιτροπή Παρακολούθησης του ΠΕΠ Β.Αιγαίου και τα δημοσιεύματα του τύπου για τις εξελίξεις του συνόλου του προγράμματος σε επίπεδο χώρας:
-          υπάρχει σημαντική καθυστέρηση τόσο στην απορρόφηση πόρων όσο και στην «συμβασιοποίηση» των έργων με ορατό τον κίνδυνο απώλειας σημαντικών πόρων,
-          υπάρχει συνεχής διαδικασία αναθεώρησης των προγραμμάτων στη προσπάθεια να ελαχιστοποιηθούν οι απώλειες πόρων με διαδικασίες που δεν έχουν καμία σχέση με τις αρχές δημοκρατικού προγραμματισμού, αλλά και του αρχικού σχεδιασμού. Ετσι για παράδειγμα το Υπουργείο Ανάπτυξης πρόκειται να χρηματοδοτήσει οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα (πχ. περίπτερα) προκειμένου να περιορίσει το πολιτικό κόστος που θα υπάρξει αν η απώλεια αυτή είναι μεγάλη,
-          υπάρχει προβληματισμός για την κατανομή των πόρων μεταξύ των Νομών της Περιφέρειας, αλλά και για το ποιος τελικά αποφασίζει ποια έργα θα χρηματοδοτηθούν (πχ. δράση Υπουργείου Αιγαίου για μικρά νησιά και απομακρυσμένες νησιωτικές περιοχές)
-          μέτρα και δράσεις που είχαν θεωρηθεί σημαντικές για την ανάπτυξη της περιφέρειας κατά την κατάρτιση του προγράμματος (πχ. υποδομές μεταφορών, καινοτόμες δράσεις) και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων (πχ. ολοκληρωμένες αστικές και αγροτικές δράσεις), είδαν κατά την εκτέλεση είτε τον προϋπολογισμό τους να μειώνεται σημαντικά, είτε να αλλοιώνεται το περιεχόμενο τους.
-          ουδείς ασχολείται με το κατά πόσο οι δράσεις που υλοποιούνται είναι οι καταλληλότερες στη προσπάθεια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας για παράδειγμα του Β.Αιγαίου και της ελκυστικότητας των Περιφερειών της χώρας για την εγκατάσταση ανθρώπων και δραστηριοτήτων.

Κατά συνέπεια με βάση το γεγονός ότι όλοι ενδιαφέρονται για την απορροφητικότητα των πόρων και ελάχιστα για την αποτελεσματικότητα τους, το ενδιαφέρον για το 4ο ΚΠΣ «περιορίζεται» κύρια στο ποσό που θα διατεθεί στη Περιφέρεια και όχι στο τι ακριβώς θα περιλαμβάνει και πως θα αποφασιστεί. Διαβάζοντας την τελευταία σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί  κάποιος να επισημάνει τα εξής:
-          ότι δεν περιλαμβάνονται σ’αυτό οι δράσεις του αγροτικού τομέα που πλέον εντάσσονται σε ξεχωριστό ενιαίο εθνικό πρόγραμμα όπου ο ήδη περιορισμένος ρόλος των περιφερειών παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστος
-          ότι οι πόροι του Κοινονικού Ταμείου που εντάσσονται στον εθνικό σχεδιασμό και δεν κατανέμονται εξ αρχής στις περιφέρειες. Προφανώς, όπως και στη περίπτωση του αγροτικού τομέα, οι δράσεις και τα έργα θα γίνουν σε κάποιες περιφέρειες, αλλά με κεντρικό σχεδιασμό
-          ότι εντάσσονται στον ενιαίο εθνικό σχεδιασμό οι δράσεις του Ταμείου Συνοχής, του Interreg και γενικά όλες οι κοινοτικές  πρωτοβουλίες.
-          ότι ο αριθμός των προγραμμάτων περιορίζεται δραστικά σε 6 τομεακά και 5 περιφερειακά με στόχο την μεγαλύτερη ευελιξία στη μεταφορά πόρων από δράσεις που καθυστερούν σε εκείνες που απορροφούν
-          ότι οι προτεινόμενοι θεματικοί άξονες προτεραιότητας «υποδεικνύεται» από το ΥΠΟΙΟ να είναι 4 κοινοί σε όλη τη χώρα
-          ότι επιβάλλεται διαδικασία συντονισμού μεταξύ όλων των υπουργείων στην κατάρτιση των ΠΕΠ και όλων Περιφερειών στην κατάρτιση των τομεακών προγραμμάτων
-          ότι δεν προβλέπεται στην εγκύκλιο έγκριση των τελικών κειμένων ΠΕΠ από το Περιφερειακό Συμβούλιο, αλλά από τους ΓΓ των Περιφερειών που συμμετέχουν στο «διευρυμένο» ΠΕΠ (Β & Ν Αιγαίο, Κρήτη)
-          ότι η όλη διαδικασία σύνταξης των κειμένων θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31 Ιουλίου, ενώ η κατάθεση του προγράμματος στην ΕΕ θα γίνει 30 Οκτωβρίου,
-          ότι θα συσταθούν Αναπτυξιακές Οργανισμοί Περιφερειών για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αποτίμηση του και Ενδιάμεσοι Φορείς Διαχείρισης που θα επιτελούν μέρος ή όλα τα καθήκοντα των λειτουργουσών μέχρι τώρα Διαχειριστικών Αρχών,
-          ότι το ΥΠΟΙΟ είναι γενικός συντονιστής της όλης διαδικασίας και ο φορέας που δίνει την τελική έγκριση.

Προσπαθώντας κανείς να διαβάσει την εγκύκλιο αυτή δεν θα πρέπει να μείνει στα χρήματα που θα διατεθούν τελικά σε κάθε περιφέρεια, αλλά το πώς θα γίνει αυτό. Είναι σαφές ότι με το πρόσχημα της αύξησης της απορροφητικότητας και δευτερευόντως της αποτελεσματικότητας, η όλη διαδικασία συγκεντρώνεται στο ΥΠΟΙΟ, βάζοντας με τον τρόπο αυτό την «ταφόπλακα» στον αποκεντρωμένο δημοκρατικό σχεδιασμό.

Υπογραμμίζουμε τη λέξη «πρόσχημα» γιατί αν και οι ευθύνες της αποτυχίας των προηγουμένων και του τρέχοντος σχεδιασμού βρίσκονται στα χέρια κυρίως του ΥΠΟΙΟ (πρώην ΥΠΕΘΟ), των άλλων υπουργείων, των εκάστοτε κυβερνήσεων και των συμβούλων τους, τελικά με τις επιλογές που έγιναν, οι ευθύνες χρόνια τώρα επιρρίπτονται εμμέσως πλην σαφώς στα όργανα δημοκρατικού προγραμματισμού και στους τελικούς δικαιούχους. Θέλουν να μας πουν ότι δεν ευθύνεται το Υπουργείο Γεωργίας ή το Υπουργείο Ανάπτυξης ή ακόμη το ΥΠΟΙΟ που δεν προχωρούν τα προγράμματα που διαχειρίζονται ή οι αντίστοιχες περιφερειακές δράσεις, που συντάχθηκαν με τις δικές τους εγκυκλίους και υλοποιούνται με βάση τις δικές τους αποφάσεις, αλλά οι νομαρχίες, οι δήμοι και οι διάφοροι άλλοι εμπλεκόμενοι αποκεντρωμένοι φορείς. Δηλαδή δεν φταίει το Υπουργείο Ανάπτυξης και ειδικά η Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας για το γεγονός ότι οι δράσεις καινοτομίας δεν ήταν ρεαλιστικές αφού δεν λάμβαναν υπόψη τη περιφερειακή πραγματικότητα, ενώ δεν γνωρίζουν ότι με εγκυκλίους και ενημερωτικές ημερίδες δεν κινητοποιείται κανένας. Ενώ πιστεύει κανείς ότι οι νέοι μηχανισμοί που θα δημιουργηθούν (το πότε είναι άγνωστο) θα είναι πιο αποτελεσματικοί από τους υφιστάμενους και γιατί;

Υπογραμμίζουμε ακόμη τη λέξη «ταφόπλακα» για να επισημάνουμε ότι ο μέχρι τώρα αποκεντρωμένος δημοκρατικός σχεδιασμός που λειτουργούσε με πολλές ελλείψεις και αδυναμίες– πάντα με κύρια ευθύνη της κεντρικής εξουσίας- ουσιαστικά ακυρώνεται. Αυτή η εξέλιξη είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα πίσω, όχι μόνο γιατί πραγματικά διακόπτεται η διαδικασία αποκέντρωσης πόρων και αρμοδιοτήτων σε ότι αφορά τον αναπτυξιακό σχεδιασμό που ξεκίνησε δειλά και πολλά προβλήματα από τη δεκαετία του ’80, αλλά κυρίως γιατί ως χώρα δεν καταφέραμε να επιτύχουμε κάτι που στις άλλες χώρες της ΕΕ είναι αυτονόητο: η ανάθεση του περιφερειακού σχεδιασμού στους τοπικούς φορείς αυξάνει την αποτελεσματικότητα του γιατί αυτοί ξέρουν καλύτερα τα τοπικά προβλήματα από οποιονδήποτε λειτουργό της κεντρικής διοίκησης. Αυτή η διαπίστωση ενίσχυσε την διαδικασία αποκέντρωσης στην Δ.Ευρώπη και όχι κάποια ιδεοληψία. Όμως στην Ελλάδα η κεντρική διοίκηση (αλλά και η κεντρική εξουσία) έβλεπε πάντα την αποκέντρωση με «μισό μάτι» και έκανε ότι μπορούσε για να την ακυρώσει.

Σε ότι αφορά τους πόρους που τελικά θα διατεθούν στη Περιφέρεια Β.Αιγαίου, είναι πιθανόν να είναι λιγότεροι από εκείνους του Γ’ΚΠΣ συγκρίνοντας ότι σήμερα μπορεί να συγκριθεί: τους πόρους του Περιφερειακού Ταμείου για την περίοδο 2000-6 (282,27 εκ € κοινοτική συνδρομή) με εκείνους που κατανεμήθηκαν αρχικά για τη περίοδο 2007-13 (263 εκ €) και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός της περιόδου. Το αν η Περιφέρεια τελικά θα πάρει πόρους και από τα τομεακά προγράμματα δεν είναι σήμερα γνωστό. Αλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι οι συνολικοί πόροι που πήρε τώρα η χώρα είναι λιγότεροι από εκείνους της προηγούμενης περιόδου.

Και ένα ερώτημα προς όλους τους εμπλεκόμενους στον σχεδιασμό. Ποια είναι η θέση του Πανεπιστημίου σε όλα αυτά; Ποια είναι η θέση του θεσμού αυτού που με βάση δηλώσεις πολλών τοπικών και μη παραγόντων αποτελεί τη μεγαλύτερη επένδυση που έγινε στο Αιγαίο τα τελευταία 50 χρόνια;
-          Παραμένει ως φορέας εκτός του σχεδιασμού της πολιτικής δεδομένου ότι δεν είναι μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου, ενώ στην Επιτροπή Παρακολούθησης με 27 μελή με ψήφο, συμμετέχει χωρίς ψήφο. Οσο και αν όλα αυτά είναι τυπικά, αντανακλούν προθέσεις.
-          Δεν εκλήθη να βοηθήσει στην υλοποίηση του Γ’ΚΠΣ ακόμη και σε δράσεις που είναι ο μόνος φορέας  ικανός να φέρει σε πέρας όπως αυτή τη καινοτομίας
-          Δεν εκλήθη να συμμετάσχει στο σχεδιασμό και στη σύνταξη του 4ου ΚΠΣ αξιοποιώντας την υπάρχουσα τεχνογνωσία
-          Χρηματοδοτήθηκε από το Γ’ΚΠΣ με περίπου 10 εκ. €. Να ελπίζουμε ότι θα έχει καλύτερη τύχη στο Δ’ με δεδομένο ότι εκκρεμούν οι αποφάσεις για την λειτουργία της σχολής στη Λήμνο;


ΕΜΠΡΟΣ, Ιούνιος 2006

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ …….. ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ;;;


Η τουριστική περίοδος ξεκίνησε και απ’ότι φαίνεται τόσο στη Λέσβο όσο και στην υπόλοιπη χώρα, θα είναι καλύτερη τουλάχιστον σε ότι αφορά τους αριθμούς των τουριστών. Όμως αυτό αρκεί για να θεωρούμε τον τουρισμό ως αναπτυξιακή ατμομηχανή;

Το Εργαστήριο Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης οργάνωσε μια συνάντηση εργασίας με όλους τους τοπικούς φορείς που εμπλέκονται στον τουρισμό και επιλεγμένους επιχειρηματίες για να τους παρουσιάσει τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τις ερευνητικές εργασίες που έχουν εκπονηθεί τα 10 χρόνια που δραστηριοποιείται (κυρίως εργασίες των φοιτητών του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «Περιβαλλοντική Πολιτική και Διαχείριση» ). Η συνάντηση αυτή είχε ως στόχο τη δημιουργία συναντίληψης των φορέων γύρω από δύο βασικά θέματα:
  • ποια είναι η κατάσταση του τουρισμού σήμερα, που εντοπίζονται τα προβλήματα και ποια είναι τα αίτια που τα έχουν δημιουργήσει
  • ποιος είναι ο επιθυμητός στόχος για τον λεσβιακό τουρισμό και με ποιες δράσεις μπορούμε να τον προσεγγίσουμε.
Στη συνάντηση παρουσιάστηκαν από τη πλευρά του Εργαστηρίου στοιχεία που έχουν να κάνουν με την οικονομική απόδοση των διαφορετικών μορφών τουρισμού (πχ. μαζικός, παρατήρησης πουλιών, συνεδριακός) που δεν σηκώνουν αμφισβήτηση: οι σύνεδροι ξοδεύουν κατά μέσο όρο 250€ την ημέρα –αλλά ποτέ δεν έχει γίνει οργανωμένη κίνηση για την ανάπτυξη αυτής της μορφής του τουρισμού-, ενώ τα πακέτα μιας εβδομάδας για παρατήρηση πουλιών ξεκινούν από 850€ (χωρίς φαγητό) και μπορεί να φτάσουν και τα 1.700€ και μάλιστα εκτός τουριστικής περιόδου, όταν τα ξενοδοχεία είναι απελπιστικά άδεια!!!! Για όποιον θέλει να δει περισσότερα στοιχεία από την συνάντηση εργασίας μπορεί να τα βρει στα νέα της ιστοσελίδας του Εργαστηρίου (www.aegean.gr/lid).

Βασικό ερώτημα που τέθηκε στους συμμετέχοντες ήταν: «γιατί ένας τουρίστας να επιλέξει τη Λέσβο ως τόπο διακοπών;» Σχεδόν όλοι απάντησαν, το αυτονόητο: για το περιβάλλον και για τον πολιτισμό της. Όμως πόσο είμαστε συνεπείς με όσα λέμε; Μήπως τελικά τα έργα απέχουν πολύ από τα λόγια;

Γιατί κάνουμε την ερώτηση αυτή; Γιατί ενώ σχεδόν όλοι οι συνομιλητές αναφέρθηκαν με θετικά σχόλια για τον τουρισμό παρατήρησης πουλιών,  στη πράξη όλοι συναγωνίζονται για το πώς θα τον «εξοντώσουν». Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τα τις απαντήσεις που δίνουν στην έρευνα που πραγματοποιούμε οι παρατηρητές πουλιών που βρίσκονται αυτή τη περίοδο στη Καλλονή. Σε γενικές γραμμές μας επιβεβαιώνουν τα προηγούμενα συμπεράσματα αλλά και έναν μεγάλο φόβο: ότι η φροντίδα για το περιβάλλον είναι μηδενική και έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση που θα οδηγήσει πολύ σύντομα τους οργανωτές αυτών των ταξιδιών να στρέψουν τους πελάτες τους σε άλλες περιοχές.

Οι τουρίστες κάνουν φρικτά παράπονα ότι υπάρχουν σκουπίδια παντού. Και μάλιστα ογκώδη σκουπίδια, όπως ψυγεία, κουζίνες, στρώματα, αυτοκίνητα και ότι άλλο υποβαθμίζει τους υγροβιοτόπους όπως είναι το μπάζωμα τους και η ανεξέλεγκτη και παράνομη κατασκευή σπιτιών, επιχειρήσεων, αποθηκών κλπ. Και οι υπεύθυνοι των ομάδων αυτών που έρχονται τα τουλάχιστον τα τελευταία 10 χρόνια στο νησί παρατηρούν ότι η κατάσταση χειροτερεύει χρόνο με το χρόνο και πως αν συνεχιστεί η κατάσταση αυτή, σε 1-2 χρόνια θα διαγράψουν τη Λέσβο από τους προορισμούς τους!!!!

Άλλωστε το ίδιο έχουν κάνει ήδη με τη Σάμο που αποτελούσε πριν 10-15 χρόνια ιδανικό προορισμό τουριστών με κίνητρο τη παρατήρηση πουλιών, την πεζοπορία και ότι άλλο έχει σχέση με τη φύση. Την εγκατέλειψαν όταν η υποβάθμιση των φυσικών πόρων, την έκανε μη ελκυστική στη κατηγορία αυτή των τουριστών. Σήμερα που η Σάμος βρίσκεται σε σοβαρή κρίση του τουρισμού αφού προσελκύει μόνο τουρίστες με πακέτα των 120 – 350 € την εβδομάδα (όπως γίνεται και στην Κέρκυρα, στη Ρόδο, τη Κρήτη και άλλους σημαντικούς ελληνικούς προορισμούς) και παρακαλούν τους τουρίστες αυτούς να «επιστρέψουν», το «πουλί» έχει πετάξει!!!!! 

Δυστυχώς η πλειοψηφία των εμπλεκόμενων στον τουρισμό δεν έχει κατανοήσει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές στις προτιμήσεις των τουριστών και ότι οι τα μεγάλα ξενοδοχεία και οι νεροτσουλήθρες –όπως γράφτηκε πρόσφατα σε άλλη στήλη της εφημερίδας - δεν αποτελούν στοιχεία που προσελκύουν τους καλούς τουρίστες με συγκεκριμένα ενδιαφέροντα και απαιτήσεις για ποιότητα, αλλά εκείνους που ψάχνουν να περάσουν φτηνές διακοπές. Αν η Ρόδος όπως και σε πολλές άλλες περιοχές αναπτύχθηκε με μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις αυτό έγινε σε μια περίοδο (δεκαετίες 60-80) που το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης –και όχι μόνο- ήταν αυτό! Όταν η ζήτηση ήταν μεγάλη και με αυξανόμενους ρυθμούς και η προσφορά περιορισμένη σε μερικές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο.

Σήμερα η διεθνής οικονομική και πολιτική κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική: το προϊόν του μαζικού τουρισμού του ήλιου και της θάλασσας μπορεί να παραχθεί φτηνότερα και καλύτερα (σε ξενοδοχεία πολυτελείας, με άφθονο προσωπικό και εξωτικές παραλίες) σε χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου όπως το Μαρόκο, η Τουρκία, η Ταϊλάνδη, η Σρι Λάνκα και η Ινδονησία όπως με πολύ τραγικό τρόπο πληροφορήθηκε το ευρύ κοινό τον περασμένο Δεκέμβριο.

Το ίδιο κοινό πληροφορείται έκπληκτο από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ότι οι επιχειρήσεις που παράγουν μαζικά βιομηχανικά προϊόντα (πχ. υφάσματα και ρούχα) «φεύγουν» από την Ελλάδα για τη Βουλγαρία, τη Τουρκία, τη Κίνα, τη FYROM και άλλες χώρες γιατί το χαμηλό κόστος παραγωγής (πχ. χαμηλοί μισθοί, κακές συνθήκες εργασίας, περιβαλλοντικοί περιορισμοί ανύπαρκτοι) επιτρέπει στις επιχειρήσεις αυτές να είναι ανταγωνιστικές σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ίδια μετακίνηση είχε γίνει από τις χώρες της «ακριβής» Β.Ευρώπης προς τη «φτηνή» τότε Ν.Ευρώπη (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) πριν από 40 χρόνια. Στις χώρες αυτές αναπτύχθηκαν τότε δραστηριότητες που απαιτούν υψηλή κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού, έρευνα, καινοτομία, κεφάλαια και επιχειρηματικότητα για να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Την ίδια στρατηγική ακολουθούν με επιτυχία μέχρι σήμερα.

Σήμερα στην Ελλάδα δεν μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί και παράλληλα να δημιουργείται υψηλό εισόδημα πουλώντας ατυποποίητο λάδι, χύμα κρασί, μαζικό τουρισμό. Πρέπει να αλλάξουμε στρατηγική παράγοντας στο Ν Λέσβου πχ. εμφιαλωμένο βιολογικό λάδι και άλλα προϊόντα με βάση την ελιά, τυποποιημένο κρασί και τυρί ποιότητας, ειδικά τουριστικά προϊόντα όπως συνεδριακό τουρισμό, ιαματικό τουρισμό, τουρισμό παρακολούθησης πουλιών και πολλά άλλα βασισμένα στους τοπικούς πόρους, προσφέροντας ποιοτικές υπηρεσίες και περιβάλλον που ενσωματώνουν γνώση και καινοτομία. Το Αιγαίο, η Ελλάδα πρέπει να μην «σπαταληθούν» στο βωμό του μαζικού τουρισμού, αλλά να αξιοποιήσουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα (κλίμα, υγεία, διατροφή, περιβάλλον,  πολιτισμό, ασφάλεια, γεωγραφική θέση) και να επενδύσουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία, στη σύγχρονη τεχνολογία για να γίνουν ανταγωνιστικά.

Ως πότε θα ψάχνουμε τις λύσεις στο ξεπερασμένο παρελθόν προσπαθώντας να μειώσουμε το κόστος παραγωγής και να φτιάξουμε φαρδύς δρόμους εκεί όπου δεν περνάει κανένας πια;

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΤΕΙ


Οι τελικοί απολογισμοί για την τουριστική κίνηση της περσινής «Ολυμπιακής χρονιάς» ήταν απογοητευτικοί, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και στην πλειοψηφία των τουριστικών προορισμών, όπως άλλωστε έδειχναν οι αριθμοί ήδη από την αρχή της περιόδου και επιβεβαιώθηκαν αργότερα, κατά τη διάρκεια των αγώνων. Ίσως το γεγονός αυτό να αποτελέσει την απαρχή των καταλυτικών αλλαγών που έχει ανάγκη ο ελληνικός τουρισμός, εφόσον καταφέρει και απαγκιστρωθεί από τη λογική της μεγιστοποίησης του αριθμού των αφίξεων.
Όμως, αποτελεί αυτό έκπληξη και για ποιους; Σίγουρα όχι γι’ αυτούς που μελετούν σοβαρά και σε βάθος τον ελληνικό τουρισμό, παρακολουθώντας ταυτόχρονα τις εσωτερικές και τις διεθνείς εξελίξεις σε ό,τι αφορά στη ζήτηση, την προσφορά, αλλά και την οργάνωση της τουριστικής αγοράς. Σίγουρα όχι γι’ αυτούς που θεωρούν ότι ένα «τουριστικό προϊόν», έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά των άλλων προϊόντων και ότι είτε θέλουμε, είτε όχι υπακούει στους βασικούς κανόνες της οικονομίας. Τους κανόνες αυτούς που όλοι γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε, είτε ως επιχειρηματίες για τη δραστηριότητα στην οποία εμπλεκόμαστε, είτε ως καταναλωτές σε ό,τι αφορά στην κάλυψη των αναγκών μας, αγνοούμε όταν αναφερόμαστε στον τουρισμό. Ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τις σκέψεις μας:
Οι επιχειρηματίες ξέρουν πολύ καλά ότι ένα προϊόν στην αγορά διακρίνεται για:
  • τη μοναδικότητά του (δηλαδή δεν υπάρχει κανένα άλλο που του μοιάζει) οπότε και κατέχει μονοπωλιακή θέση στην αγορά,
  • τη μοναδικότητα που έχει αποκτήσει στην αγορά, μέσα από την εικόνα που έχει δημιουργήσει (πχ. μέσα από τη διαφήμιση έχει πείσει ότι μπορεί να καλύψει με μοναδικό τρόπο τις ανάγκες του τουρίστα-καταναλωτή),
  • την καλή αναλογία μεταξύ ποιότητας και τιμής (που δημιουργεί ικανοποίηση στον τουρίστα για την επιλογή του και φροντίζει να το διαδώσει στον κύκλο του δημιουργώντας μια νέα ζήτηση),
  • την πολύ χαμηλή του τιμή (χαμηλότερη από εκείνη των ανταγωνιστών για όσους δεν έχουν να ξοδέψουν ή δεν είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν περισσότερα για το συγκεκριμένο προϊόν που το θεωρούν χαμηλής ποιότητας).
Τι ισχύει απ’ όλα αυτά για το ελληνικό τουριστικό προϊόν; Κατ’ αρχήν κανείς δεν έχει την αίσθηση ότι υπάρχει ένα ή περισσότερα «προϊόντα» συγκροτημένα και με συγκεκριμένη εικόνα στην αγορά. Εδώ υπάρχει η βασική διαφορά του τουρισμού από τις άλλες δραστηριότητες: το ξενοδοχείο που σήμερα πωλείται μαζί με το ταξίδι ως «πακέτο» δεν αντιπροσωπεύει σε καμία περίπτωση το προϊόν παρά ένα μέρος του. Σίγουρα αποτελεί ένα βασικό συστατικό του στοιχείο, αλλά να μην ξεχνάμε ότι ο τουρίστας δεν ταξιδεύει σε μια άλλη περιοχή … για να κοιμηθεί. Σίγουρα πρέπει να κοιμηθεί καλά, αλλιώς, θα είναι όλη την ημέρα δύσθυμος και όλα θα του φταίνε. Όμως δεν φτάνει αυτό: πρέπει στον προορισμό που θα βρίσκεται να προσφέρεται σειρά υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από τις οποίες ο καταναλωτής-τουρίστας θα επιλέξει εκείνες τις αρεσκείας του. Οι τελευταίες θα πρέπει να εμφανίζονται ξεκάθαρα στην εικόνα που προβάλλεται προς τα έξω, με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλεί τον καταναλωτή να επιλέξει τον συγκεκριμένο προορισμό.
Το δεύτερο που δεν ισχύει στην Ελλάδα αναφέρεται στη διαφοροποίηση του τουριστικού μας προϊόντος από εκείνο των ανταγωνιστών, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί μοναδικό. Όταν πριν 40 χρόνια άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός στην Ελλάδα, ο πολιτισμός, αρχαίος και σύγχρονος (ήθη - έθιμα, κουζίνα, παραδοσιακοί οικισμοί κλπ), το τοπίο, η «πρωτόγονη» κατάσταση πολλών περιοχών που μαζί με τον ήλιο τη θάλασσα και τη ύπαρξη πολλών νησιών αποτελούσαν βασικά πλεονεκτήματα του προϊόντος μας απευθυνόταν σε μια ευρωπαϊκή πελατεία με ανάλογη εκπαίδευση και κουλτούρα. Με το πέρασμα των χρόνων το ελληνικό προϊόν «τυποποιήθηκε» τόσο που θυμίζει οποιαδήποτε περιοχή με ήλιο και θάλασσα, ενώ την ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν παρόμοια προϊόντα που βασίζονται στα ίδια στοιχεία του περιβάλλοντος, τόσο γύρω από τη Μεσόγειο που εμφανίζουν μια φρέσκια διαφορετική εικόνα (η Τουρκία αποτελεί το συνηθέστερο παράδειγμα για συγκρίσεις τα τελευταία χρόνια), όσο και σε μέρη περισσότερο μακρινά και εξωτικά (πχ. Ταϊλάνδη, Σεϋχέλλες). Τώρα που το προϊόν μας μοιάζει με εκείνο των πολλών ανταγωνιστών, άραγε γιατί ο καταναλωτής να το επιλέξει και να έρθει στην Ελλάδα; Για την ποιότητά του, άραγε;
Σε ό,τι αφορά στην αναλογία ποιότητας – τιμής, δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένας που μπορεί να ισχυριστεί ότι το ελληνικό τουριστικό προϊόν είναι ποιοτικό και σε σχετικά καλή τιμή. Αντίθετα, η κριτική που γίνεται συνεχώς, αναφέρεται στη χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών και στις εξωφρενικές τιμές, κυρίως σε ό,τι αφορά στις υπηρεσίες εκτός του ύπνου. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι παρά τις εκτεταμένες προσφορές που έγιναν, ιδιαίτερα το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν οι ξενοδόχοι είδαν να μένουν τα δωμάτιά τους άδεια. Δεν μπορεί κανείς να μην υπογραμμίσει το «βιασμό» του τοπίου που έχουν επιφέρει οι κατασκευές τουριστικών εγκαταστάσεων μικρών και μεγάλων, των παραθεριστικών κατοικιών, την αδυναμία στοιχειώδους καθαριότητας στους δημόσιους χώρους, την έλλειψη αισθητικής στις νέες παρεμβάσεις, την έλλειψη εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού και άλλα γεγονότα, που «συμβάλλουν» στην ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση. Το ερώτημα που θέτουν οι κανόνες της αγοράς είναι αμείλικτο: ποιός θα έρθει να αγοράσει ένα κακής ποιότητας προϊόν που δεν έχει ανανεωθεί και διαφοροποιηθεί τα τελευταία χρόνια πληρώνοντας μια υψηλή τιμή; Εσείς, για παράδειγμα, θα αγοράζατε από ένα κατάστημα ένα ρούχο που κρέμεται εκεί για εικοσιπέντε χρόνια και αν ναι σε ποια τιμή;
Τι μας μένει λοιπόν; Είτε τα άδεια δωμάτια, είτε οι πολύ χαμηλές τιμές που προσελκύουν τουρίστες χαμηλότατου επιπέδου, οι οποίοι όχι μόνο δεν μπορούν να δαπανήσουν ώστε να δημιουργήσουν τα αναμενόμενα οφέλη σε ό,τι αφορά στο εισόδημα και στην απασχόληση, αλλά δημιουργούν προβλήματα με τη συμπεριφορά τους (βλέπε Φαληράκι, Χερσόνησο κλπ). Ταυτόχρονα, επιβαρύνουν το κοινωνικό σύνολο με το κόστος κατασκευής υποδομών και τη διαχείριση της περιβαλλοντικής πίεσης που ασκούν.
Και δε φτάνουν μόνο αυτά: η επέκταση του αριθμού των κλινών συνεχίζεται και με τις ευλογίες του κράτους που εξακολουθεί να τις επιχορηγεί. Το γεγονός αυτό οδηγεί αυτόματα σε μείωση των τιμών, αφού σύμφωνα με μία θεμελιώδη αρχή της οικονομικής θεωρίας, όταν η προσφορά (κλινών) αυξάνεται χωρίς να αυξάνεται η ζήτηση (από τη πλευρά των τουριστών), η τιμή των κλινών θα ακολουθεί καθοδική πορεία. Η πορεία αυτή γίνεται ακόμη δυσμενέστερη, με την παρέμβαση των tour-operators (ως ενδιάμεσων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών), που επωφελούνται τόσο από την υπάρχουσα κρίση, όσο και από την αυξανόμενη δύναμη τους για να πιέσουν τις τιμές ακόμη περισσότερο, κάνοντας χρήση της ολιγοπωλιακής τους δύναμης (ένας παραλληλισμός με τα φαινόμενα που παρατηρούνται στη διαμάχη μεταξύ super market και βιομηχάνων δείχνει την αναλογία των φαινομένων).

Υπάρχει δυνατότητα ξεπεράσματος της κρίσης; Χωρίς να είναι εύκολος ο δρόμος με δεδομένο τον ανταγωνισμό που αυξάνει διαρκώς, αυτός περνά αποκλειστικά μέσα από την εφαρμογή των κανόνων της οικονομίας, του marketing και του management.
Σε ό,τι αφορά στην τουριστική ζήτηση, είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη τόσο ο βαθμός ικανοποίησης του τουρίστα από το προσφερόμενο προϊόν, όσο και η διαφοροποίηση των προτιμήσεών του, έτσι ώστε να υπάρξουν και οι αναγκαίες προσαρμογές στο προϊόν. Η ικανοποίηση των τουριστών με ειδικά κίνητρα (δηλαδή αυτών που εντάσσονται στην αυξανόμενη κατηγορία των ειδικών ενδιαφερόντων μορφών τουρισμού) θα πρέπει να έχει προτεραιότητα.
Σε ό,τι αφορά στην προσφορά, η περαιτέρω συμπίεση κόστους παραγωγής, έτσι ώστε το προσφερόμενο τουριστικό πακέτο να είναι ανταγωνιστικό πχ. με το αντίστοιχο της Τουρκίας, όχι μόνο δεν είναι εφικτό, αλλά οδηγεί σε αδιέξοδο. Η Ελλάδα, έχοντας ενταχθεί στο club των πλουσίων χωρών του πλανήτη, πρέπει να ακολουθήσει την δοκιμασμένη από τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες συνταγή: πρέπει να επικεντρώσει την προσπάθειά της στην παραγωγή προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία, επειδή έχουν ενσωματώσει κεφάλαιο και εξειδικευμένη εργασία. Αντίθετα, η παραγωγή προϊόντων που βασίζονται στο χαμηλό κόστος παραγωγής, εξαιτίας της χρήσης των δωρεάν πόρων (βλέπε παραλίες, τοπία, πολιτιστικά μνημεία) και του ανειδίκευτου ανθρώπινου δυναμικού, πρέπει να εγκαταλειφθεί το γρηγορότερο δυνατόν.
Η προσπάθεια για διαφοροποίηση προϊόντος (ακολουθώντας τη διαφοροποίηση των προτιμήσεων του καταναλωτή), αποτελεί μια ακόμη αρχή της οικονομίας που εξασφαλίζει στον παραγωγό υψηλότερα κέρδη (μονοπωλιακός ανταγωνισμός). Για να μην «εξανεμιστεί» γρήγορα το πλεονέκτημα από τους ανταγωνιστικούς προορισμούς που θα προσπαθήσουν να αντιγράψουν την επιτυχία, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η αξιοποίηση των ιδιαίτερων τοπικών πόρων (φυσικών και πολιτιστικών) για τη παραγωγή «ιδιότυπων» προϊόντων και η δημιουργία μιας ξεχωριστής «εικόνας» του κάθε προϊόντος που θα προωθηθεί στην αγορά με την κατάλληλη διαφημιστική πολιτική. Αυτό αφορά τόσο τη χώρα ως σύνολο, όσο και ξεχωριστά τον κάθε ένα από τους επιμέρους προορισμούς.
Η εικόνα αυτή πρέπει να συντηρείται μέσα από συνεχείς παρεμβάσεις και προσαρμογές του προϊόντος, δηλαδή με διαχείριση του προορισμού. Αυτή είναι εφικτή μέσα από τη συνεργασία όλων των άμεσα και έμμεσα εμπλεκόμενων φορέων στην παραγωγή και διακίνηση του τουριστικού προϊόντος (αυτοδιοίκηση, κεντρική διοίκηση και αποκεντρωμένοι οργανισμοί, επιχειρηματίες διαφόρων κλάδων, ΜΚΟ, επαγγελματικοί φορείς, πολιτιστικοί φορείς, πολίτες), με τη δημιουργία τοπικών δικτύων συνεργασίας. Τα δίκτυα αυτά θα πρέπει να επεξεργάζονται στόχους και να τους υλοποιούν με τις δεσμεύσεις των μελών τους, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές τους.
Τέλος, η παρέμβαση στην αγορά, αξιοποιώντας τη στροφή των καταναλωτών για πιο προσωποποιημένες υπηρεσίες και την ανάπτυξη των επικοινωνιών για άμεση ενημέρωση των καταναλωτών, για τα προσφερόμενα τουριστικά προϊόντα, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ατομικού σχεδιασμού και αγοράς πακέτου διακοπών, μπορεί να μειώσει σταδιακά την εξάρτηση από τους Τ.Ο.
Βέβαια όλα τα παραπάνω δεν μπορεί να προχωρήσουν με ερασιτεχνισμούς και αυτοσχεδιασμούς όπως γίνεται μέχρι σήμερα, χωρίς τεκμηρίωση και επιστημονική ανάλυση, χωρίς σαφείς στόχους πολιτικής και πολυετές σχέδιο υλοποίησης τους, χωρίς την συστράτευση όλων των εμπλεκόμενων.

Η απαξίωση του εμβληματικότερου μέτρου της νησιωτικής πολιτικής: του μεταφορικού ισοδύναμου

  Την ώρα που η Κυβέρνηση «υπερηφανεύεται» στα εθνικά και διεθνή φόρα και σε καλοπληρωμένες εκθέσεις ότι έχει νησιωτική πολιτική και μάλισ...