Σάββατο, 10 Ιουνίου 2006

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ


Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Τμημάτων της χώρας είναι σε κατάληψη και δεν λειτουργούν εδώ και τουλάχιστον ένα μήνα μέσα από μια χωρίς προηγούμενο τα τελευταία χρόνια κινητοποίηση διδασκόντων και διδασκομένων -ως απάντηση των νομοθετικών ρυθμίσεων που προωθεί η κυβέρνηση- δείχνει κατ’αρχή ότι το θέμα της προάσπισης της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί προτεραιότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Αυτό αποτελεί ένα θέμα καθαρά πολιτικό και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αν όμως η κυβέρνηση –με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ- προχωρεί στη τροποποίηση του άρθρου 16 το κάνει όχι μόνο γιατί υπάρχει η πίεση των διαφόρων γνωστών και αγνώστων συμφερόντων που θέλουν να κερδοσκοπήσουν και να ελέγξουν την παραγωγή επιστημόνων και την εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά κυρίως γιατί η κοινωνία και ιδιαίτερα εμείς ως γονείς έχουμε δεχτεί ότι η δημόσια εκπαίδευση είναι περίπου «άχρηστη».

Αν και οι περισσότεροι έχουν εστιάσει την κριτική τους στο πρώτο θέμα, εγώ θεωρώ ότι το δεύτερο είναι το πλέον επικίνδυνο και κυρίως το πιο ύπουλο. Και εξηγούμαι: αν η ελληνική κοινωνία δεν είχε «εθιστεί» στην άποψη που καλλιεργείται χρόνια τώρα ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν έχει τίποτα να δώσει στα παιδιά της και ότι ιδιαίτερα η τριτοβάθμια αποτελείται από ένα συνοθύλευμα καλοπληρωμένων και αργόσχολων ιντριγκαδόρων που ασχολούνται μόνο πως θα πλουτίσουν χωρίς να ενδιαφέρονται για το εκπαιδευτικό τους έργο με αποτέλεσμα να παράγονται στρατιές ημιμαθών εν δυνάμει ανέργων, τότε τα δημόσια πανεπιστήμια δεν θα κινδύνευαν από την ίδρυση κανενός ιδιωτικού ή γενικότερα μη κρατικού Πανεπιστημίου.

Βέβαια από πότε ένας μισθός 1896€ για έναν επίκουρο καθηγητή με οικογένεια, 18 χρόνια προϋπηρεσία και απαραίτητο ελάχιστο προσόν διδακτορικό δίπλωμα και αρκετές δημοσιεύσεις, θεωρείται υψηλός, αυτό θα ήθελα να μας εξηγήσει κάποιος. Ακόμη περισσότερο όταν ο μισθός αυτός αποτελείται σε μεγάλο μέρος από επιδόματα που ούτε στα δώρα υπολογίζονται (1017€ το Δώρο Χριστουγέννων, όταν όλοι οι μισθωτοί παίρνουν τον 13ο μισθό), ούτε στη σύνταξη. Ακόμη το γεγονός ότι με βάση τον νόμο ελάχιστος αριθμός ωρών διδασκαλίας είναι οι 6 ανά εβδομάδα, δίνουν την εντύπωση ότι αυτή είναι η μόνη απασχόληση, ενώ αγνοούνται οι ώρες διδασκαλίας στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, οι ώρες που αφιερώνονται στη καθοδήγηση πτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών, διδακτορικών διατριβών που όλα μαζί αποτελούν το διδακτικό έργο. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν οι ώρες που αφιερώνονται στη διοίκηση του Πανεπιστημίου (συμμετοχή σε όργανα, σε επιτροπές εντός και εκτός Πανεπιστημίου, διεθνείς συνεργασίες κλπ προφανώς χωρίς πρόσθετη αμοιβή), αλλά και σε κάθε είδους εσωτερικές «αγγαρείες». Είναι λοιπόν να μην εκνευρίζεσαι όταν οι διάφοροι γνωστοί γύρω στις 20 Μαΐου (τότε δηλαδή που σταματούν τα μαθήματα στα Γυμνάσια) σε συναντούν και σχολιάζουν «τώρα και εσείς κλείσατε για εξετάσεις!!!». Βέβαια εκεί που βγαίνεις από τα ρούχα σου είναι όταν η κα Υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζονται άλλοι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια και όταν λείπει κάποια ειδικότητα μπορεί να την αναπληρώνει συνάδελφος που έχει λίγες ώρες. Λες και στο Πανεπιστήμιο είναι δυνατόν να επαναληφθεί ότι γίνεται στο Γυμνάσιο όπου ο φυσικός που δεν συμπληρώνει πρόγραμμα διδάσκει και γεωγραφία!!!!   

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ο χρόνος που χρειάζεται για έρευνα, για συγγραφή άρθρων, για συμμετοχές σε συνέδρια (που αποτελούν το δεύτερο πυλώνα των καθηκόντων και μάλιστα καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη μας σε ανώτερες βαθμίδες). Αφησα τελευταίο το μήλο της έριδας: τα ερευνητικά προγράμματα και την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση. Τα ερευνητικά προγράμματα (το συνηθέστερο εφαρμοσμένης έρευνας) που αποτελούν ανάσα οξυγόνου τόσο για τους διδάσκοντες όσο και για τους υποψήφιους διδάκτορες ώστε να χρηματοδοτήσουν όχι μόνο την έρευνα τους, την αγορά βιβλίων και επιστημονικών περιοδικών και τα ταξίδια τους, αλλά ακόμη για να αγοράσουν χαρτί, μελάνια και οποιοδήποτε άλλο αναλώσιμο!!!! Το Υπουργείο Παιδείας έχει εδώ και χρόνια πρακτικά μηδενίσει τα κονδύλια αυτά προς τα Ιδρύματα. Τέλος, σε ότι αφορά την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων είμαστε υπέρ της καθιέρωσης ακαδημαϊκών δύο ταχυτήτων για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση: των πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και των μερικής απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές και περιορισμένη συμμετοχή στα όργανα διοίκησης.

Μετά από αυτή τη μεγάλη παρένθεση, ας επιστρέψω στην ευθύνη μας ως γονέων στην απαξίωση του δημόσιου Πανεπιστημίου. Οπως φαίνεται χρόνια τώρα – και επεσήμανα σε προηγούμενο μου σημείωμα – εμείς οι γονείς αντί συμπεριφερόμενοι ως Πολίτες να απαιτούμε τη σωστή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης ώστε να παράγει πολίτες, επιστήμονες και τεχνολόγους έτοιμους να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για την προσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, συμπεριφερόμαστε ως Ιδιώτες προσπαθώντας να αποκτήσουν τα παιδιά μας τα απαραίτητα τυπικά εφόδια με όποιο οικονομικό κόστος.

Η κατάσταση αυτή, που έχει τις ρίζες της στη α’βαθμια εκπαίδευση (ξένη γλώσσα, υπολογιστές, κλπ), συνεχίζεται με εντονότερους ρυθμούς στο γυμνάσιο και κορυφώνεται(;) στο λύκειο σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί η είσοδος σε μια Σχολή. Αν ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί, διέξοδο αποτελούν (εδώ και πολλά χρόνια) τα χαμηλής στάθμης Πανεπιστήμια της Μ. Βρετανίας και άλλων χωρών της Δ.Ευρώπης, Πανεπιστήμια βαλκανικών χωρών και πιο πρόσφατα τα κάθε είδους Κολέγια που είτε λειτουργούν αυτόνομα είτε σε συνεργασία (;) με ξένα Πανεπιστήμια. Η απόκτηση τίτλων από ιδρύματα που δεν λειτουργούν με κανένα από τους γραπτούς και άγραφους κανόνες που διέπουν την ανώτατη εκπαίδευση ανά τον κόσμο τα τελευταία 500 χρόνια, κοστίζουν ιδιαίτερα ακριβά και δεν καταλήγουν παρά σε ένα καλό ή λιγότερο καλό δίπλωμα κατάρτισης. Ορισμένα από τα ιδρύματα αυτά είτε γιατί κάνουν καλή δουλειά, είτε γιατί έχουν αντικείμενα που επιθυμεί η αγορά εργασίας, δίνουν τίτλους που εξασφαλίζουν απασχόληση. Αυτό δεν συμβαίνει όμως με την πλειοψηφία τους. Όμως ως γονείς-ιδιώτες είμαστε έτοιμοι να ξοδέψουμε τόσα και άλλα τόσα χρήματα σε αμφίβολης ποιότητας ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ ως γονείς-πολίτες είμαστε αντίθετοι να δοθούν περισσότερα χρήματα στη δημόσια εκπαίδευση που δεν εμπιστευόμαστε.

Αλλά ακόμη και αν όλα αυτά τα ιδρύματα παρήγαγαν ανθρώπους που θα εύρισκαν δουλειά – όπως υπόσχονται χρόνια τώρα οι σχολές του Αντέννα ή οι άλλες σχολές δημοσιογραφίας και αύριο οι Σχολές Πληροφορικής του Ιδρύματος Κόκκαλη και Επικοινωνίας του Ιδρύματος Λαμπράκη  - αυτό δεν σημαίνει ότι οι απόφοιτοι των σχολών αυτών είναι Επιστήμονες όπως αυτούς που πρέπει να διαμορφώνει ένα Πανεπιστήμιο. Ούτε τα μη κρατικά Πανεπιστήμια που συζητούσαν να ιδρύσουν η ΓΕΣΕΕ, η ΚΕΔΚΕ, Δήμοι και άλλοι φορείς, θα παρήγαγαν επιστήμονες. Στη καλύτερη των περιπτώσεων θα παρήγαγαν καταρτισμένα στελέχη, με γνώσεις και δεξιότητες που οι φορείς αυτοί θεωρούν ότι χρειάζονται για τη καλύτερη λειτουργία των θεσμών που εκπροσωπούν. Μα αν όλοι αυτοί έχουν χρήματα που θέλουν να επενδύσουν πραγματικά σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (και όχι να υφαρπάξουν δημόσια χρήματα από αυτά που προορίζονται για τα δημόσια πανεπιστήμια και να τα διαχειριστούν ανεξέλεγκτα), γιατί δεν αξιοποιούν τους απόφοιτους παρεμφερών γνωστικών αντικειμένων που θεραπεύονται στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, προσφέροντας τους αν χρειάζεται μια πρόσθετη σύντομη (πχ εξαμηνιαία) επαγγελματική κατάρτιση είτε από δικούς φορείς είτε ακόμη μέσα από (υπό ίδρυση) τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΒΕ) των Πανεπιστημίων; Γιατί ακόμη να μην σκεφτούμε ακόμη και τη χρηματοδότηση Τμημάτων από τους φορείς αυτούς, ιδιωτικούς και δημόσιους, με τη λογική που χρηματοδοτούνται και λειτουργούν οι Εδρες Ελληνικών στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου;    

Και εδώ θα πρέπει να τεθούν στο τραπέζι των συζητήσεων αντιφάσεις που αποπροσανατολίζουν τις συζητήσεις και κυρίως τους γονείς και τους φοιτητές. Ξέρουμε ως κοινωνία τι θέλουμε από το Σύγχρονο Πανεπιστήμιο; Να είναι μόνο χώρος διαβουλεύσεων και ανάπτυξης της προσωπικότητας των φοιτητών; Να είναι χώρος δημιουργίας Επιστημόνων ανεξάρτητα από την δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης; Να είναι χώρος παραγωγής ανθρώπων με πολύ καλή κατάρτιση σε τομείς που ζητά η αγορά εργασίας; Να είναι χώρος αυτόματης έκδοσης πτυχίου «επί τη εμφανίσει» του φοιτητή και χωρίς συστηματική και ουσιαστική προσπάθεια; Η μήπως θα πρέπει το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα να είναι κέντρο αναζήτησης της επιστημονικής αλήθειας, κέντρο παραγωγής και διάχυσης της γνώσης μέσα από διδακτικές και ερευνητικές διαδικασίες, και ο απόφοιτος του να είναι πρώτα καλός Επιστήμονας αλλά ταυτόχρονα να έχει και όλα τα εφόδια εκείνα που θα του επιτρέψουν να είναι και καλός Επαγγελματίας στον τομέα που έχει επιλέξει;


Αν η παραγωγή επιστημόνων και επαγγελματιών  – δηλαδή η φιλοσοφία πάνω στην οποία στήθηκαν οι σχολές μηχανικών- είναι το επιθυμητό, τότε χρειάζεται πολλαπλή προσπάθεια (εντατικοποίηση την ονομάζουν ορισμένοι) από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας για να επιτευχθούν και οι 2 στόχοι. Όμως δεν αντέχει σε καμία λογική η άποψη που εκφράζεται από πολλούς φοιτητές και γονείς ότι εφόσον το πτυχίο δεν εξασφαλίζει εργασία γιατί να καταβάλλεται προσπάθεια για πτυχία χωρίς αντίκρισμα; Ας πάρουμε στα γρήγορα το δίπλωμα για να συνεχίσουμε (με την ίδια λογική) για μεταπτυχιακά και διδακτορικό; Τελικά ξέρουμε τι ψάχνουμε από το Πανεπιστήμιο; Χαρτί για να βρούμε δουλειά (επομένως το ΙΕΚ Κόκκαλη είναι καλύτερο) ή να γίνουμε καλοί επιστήμονες και με τα προσόντα μας είτε να βρούμε δουλειά είτε να φτιάξουμε τη δική μας; Ερώτημα στο οποίο χρειάζεται να απαντήσουμε τόσο ως κοινωνία όσο και ως μεμονωμένα άτομα.

Εάν επιμένω ιδιαίτερα στο ποιος είναι ο στόχος του Πανεπιστημίου είναι γιατί στη καθημερινή ακαδημαϊκή ζωή βλέπουμε το άγχος των φοιτητών και των γονιών τους για επαγγελματική αποκατάσταση. Τι απάντηση μπορούμε να δώσουμε στους μεταπτυχιακούς φοιτητές πού «απαιτούν» να πάρουν γνώσεις πρακτικές που να τους βοηθήσουν στην αγορά εργασίας, γνώσεις που δεν απόκτησαν στις προπτυχιακές σπουδές; Επομένως είναι απαραίτητο ως κοινωνία να ξεκαθαρίσουμε τι επιδιώκουμε από κάθε μια βαθμίδα της εκπαίδευσης γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε σωστά τις απαραίτητες αλλαγές.

Βέβαια τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν υπονοούν ότι δεν υπάρχει κρίση στα Πανεπιστήμια. Σαφώς και υπάρχει και αφορά στην αδυναμία του συστήματος να παράγει ταυτόχρονα καλούς επιστήμονες και ετοιμοπόλεμους επαγγελματίες. Όμως με το θέμα αυτό και σκέψεις για την αντιμετώπιση της παθογένειας αυτής θα ασχοληθούμε στη συνέχεια του άρθρου.


Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ

Η κρίση στη 3βάθμια εκπαίδευση όπως θα περιγραφεί στη συνέχεια δεν εμφανίζεται σε όλα τα Πανεπιστήμια με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση. Σίγουρα στις «καλές» σχολές που συγκεντρώνουν τους καλύτερους φοιτητές, αυτούς που πέτυχαν τον στόχο τους και «βλέπουν» το μέλλον τους κάτω από καλύτερες συνθήκες, η κατάσταση είναι λιγότερο οξυμένη. Η κρίση όμως αυτή έχει κοινές πηγές προέλευσης, τόσο εξωγενείς, όσο και ενδογενείς, που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε:

-          Η πρώτη αφορά στη κρίση εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τη δημόσια εκπαίδευση συνολικά που αναλύσαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Φοιτητές και κυρίως οι Γονείς ενδιαφέρονται για το χαρτί και δευτερευόντως για τις γνώσεις. Σ’αυτό θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ατελής λειτουργία του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στα σχολεία έχει ως συνέπεια οι υποψήφιοι φοιτητές να μην ξέρουν τι θέλουν να σπουδάσουν. Το ρόλο αυτό καλούνται συχνά να τον καλύψουν οι γονείς με βάση τις δικές τους αντιλήψεις και προσδοκίες, ενώ ο φόβος να «μην μείνει το παιδί έξω από το Πανεπιστήμιο» οδηγεί στην επιλογή όλων των τμημάτων στα οποία μπορεί να έχει πρόσβαση με τον βαθμό που έχει επιτύχει.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: φοιτητές που προσγειώνονται σε Τμήματα με γνωστικό αντικείμενο που δεν είχαν πραγματικά επιλέξει και δεν ενδιαφέρονται να σπουδάσουν. Τη συνέχεια του έργου την βλέπουμε εμείς στα  (Περιφερειακά μόνο;)  Πανεπιστήμια με τις άδειες αίθουσες διδασκαλίας –όπου όποια προσπάθεια γίνεται πάει χαμένη- και μετατροπή τους σε εξεταστικά κέντρα με βάση το «σύγγραμμα» και όποιος περάσει, όποτε περάσει. Αλλωστε ούτε η συμμετοχή στις εξετάσεις είναι ιδιαίτερα υψηλή.
Πως μπορεί να αντιδράσει ένας διδάσκοντας;
(α) Βάζει υποχρεωτικές παρουσίες για να τους μαζέψει στην τάξη, οργανώνοντας φροντιστήρια, ασκήσεις, εργασίες κλπ και ότι βγει.
(β) Κόβει βάζοντας θέματα που πιστεύει ότι αντανακλούν τις γνώσεις που πρέπει να έχουν πάρει οι φοιτητές από το συγκεκριμένο μάθημα, συσσωρεύοντας τον κόσμο με τον κίνδυνο να δημιουργηθούν αντιδράσεις.
(γ) Χαμηλώνει τις απαιτήσεις βάζοντας εύκολα θέματα και «σπρώχνει» όσους έπιασαν γύρω στο 4, ώστε να περάσουν όσο γίνεται περισσότεροι.
(δ) Τέλος υπάρχουν και εκείνοι οι συνάδελφοι που έχουν βρει τρόπους (συνήθως εργασίες) ώστε να περνούν όλοι οι φοιτητές τους.      
Όμως αυτόν τον φαύλο κύκλο της «ήσσονος προσπάθειας» και κατ’επέκταση της απαξίωσης των διπλωμάτων δεν μπορούμε να τον σπάσουμε αν όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν συνεργαστούμε για την επίτευξη του βασικού στόχου που ανέφερα προηγούμενα: οι πτυχιούχοι πρέπει να είναι ταυτόχρονα καλοί επιστήμονες και καλοί επαγγελματίες. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δεχόμαστε την διάχυτη άποψη που κάποια στιγμή μου εξέφρασε φοιτητής όταν του είπα ότι χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια «Μα τι θέλετε να κάνουμε, εμείς είμαστε μαθητές του 12!!!!». Η απάντηση μου ήταν άμεση: «δηλαδή εσείς τι θέλετε, πτυχία 4ης κατηγορίας χωρίς αντίκρισμα;». Ακόμη περιμένω την απάντηση. Θα ήθελα την δική σας.

-          Η δεύτερη αιτία της κρίσης αφορά το ρόλο του κράτους το οποίο αξιοποιώντας έντεχνα την υπάρχουσα εικόνα απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης (αλλά και όλων των δημόσιων υπηρεσιών γενικότερα) στη κοινή γνώμη, με την υποχρηματοδότηση και το ασφυκτικό αλλά αναποτελεσματικό σύστημα ελέγχου που έχει καθιερώσει, απλώς επιτείνει τη κατάσταση. Επιπλέον η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου υιοθετώντας την λογική των τηλε-δικών, καταφέρεται εναντίον της ακαδημαϊκής κοινότητας, αντί να επιλέξει τον συντεταγμένο ουσιαστικό διάλογο χωρίς προαποφασισμένες λύσεις. Αποτελεί προϋπόθεση για την καλή λειτουργία ενός Πανεπιστημίου η ύπαρξη υποδομών, εξοπλισμού, αναλώσιμων, προσωπικού (κύριου, βοηθητικού και διοικητικού), η χρηματοδότηση της έρευνας. Χωρίς αυγά ομελέτα δεν γίνεται. Βέβαια για να γίνει καλή ομελέτα δεν αρκούν τα αυγά και το ξέρουμε καλά αυτό!!! Χρειάζεται και τα υλικά (βλέπε φοιτητές) να είναι καλά, τα μέσα επαρκή (υλικοτεχνική υποδομή) αλλά κυρίως ο μάγειρας (βλέπε διδακτικό προσωπικό) να είναι μάστορας.  

-          Η τρίτη αφορά την ίδια τη λειτουργία της ακαδημαϊκής κοινότητας και ιδιαίτερα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Βρισκόμαστε όλοι στο ύψος των περιστάσεων όπως επιτάσσει ο ρόλος μας ως λειτουργών; Η απάντηση είναι απερίφραστα όχι. Η πλειοψηφία μας, κάνουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες «εκπτώσεις» από το έργο μας, επικαλούμενοι διαφορετικούς λόγους και ιδιαίτερα το μισθολογικό και τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων. Σίγουρα δεν μπορεί να αποτελεί θέση «τόσα  με πληρώνουν, τόσο δουλεύω». Αυτό το ξέραμε από την αρχή και παλεύουμε να αλλάξει. Όμως όποιος συνεχίζει να παραμένει στην ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να εκπληρώνει τα καθήκοντα του στο ακέραιο. Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να πιστεύει η κοινωνία και η πολιτεία ότι στην εποχή που ζούμε μπορεί ένας λειτουργός με τόσο υψηλά προαπαιτούμενα προσόντα (που για να αποκτηθούν και να συντηρηθούν απαιτούν συνεχείς επενδύσεις με υψηλό προσωπικό και οικονομικό κόστος) και τόσο απαιτητικά καθημερινά καθήκοντα μπορεί να αφοσιωθεί στο έργο του με ψίχουλα. Επόμενο είναι άλλοι γρηγορότερα και άλλοι αργότερα θα δώσουμε το βάρος μας στα προγράμματα ή σε άλλες εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες που προσφέρουν και χρήματα και κοινωνική καταξίωση.

Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: η πολιτική που ακολουθείται από την Κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει τη κρίση; Αποτελούν απάντηση στη κρίση η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και οι ρυθμίσεις που η κα Υπουργός απειλεί ότι θα επιφέρει στα Πανεπιστήμια; Απερίφραστα όχι. Γιατί; Μα αντί να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες των προβλημάτων, ασχολούνται με το να ρυθμίσουν (βλέπε να κουκουλώσουν) τις συνέπειες τους μέσα από αύξηση των ελέγχων και των πειθαρχικών μέτρων μόνο προς τα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας. Πουθενά δεν φαίνεται το Υπουργείο να αναλαμβάνει τις δικές του τεράστιες ευθύνες και να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που το ίδιο προκαλεί

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να καταγράψω τις σκέψεις μου για τα θέματα που αναδείχθηκαν ως κρίσιμα κατά τη διάρκεια του «διαλόγου».

Αιώνιοι Φοιτητές: Το πρόβλημα δεν είναι οι αιώνιοι φοιτητές, αλλά οι αδιάφοροι φοιτητές που προκύπτουν από τον μηχανισμό που περιέγραψα προηγούμενα και δεν έχει να κάνει με τα πανεπιστήμια αλλά: (α) με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες στην β’βάθμια εκπαίδευση και ιδιαίτερα στο Λύκειο, (β) με τον τρόπο επιλογής σχολής και την γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα απαξίωσης που ενισχύεται (γ) από τις δυσκολίες επαγγελματικής αποκατάστασης.
Η προσπάθεια επίλυσης χρειάζεται συνδυασμό μέτρων και βέβαια δεν θα αποδώσει άμεσα δεδομένου ότι απαιτεί κυρίως αλλαγή νοοτροπίας όλων των εμπλεκόμενων: Η απελευθέρωση των καθηγητών του Λυκείου από την υποχρέωση να βάζουν υψηλούς προφορικούς βαθμούς σε όλους ώστε να αναδεικνύονται οι κλίσεις και οι αδυναμίες των μαθητών, η ενίσχυση του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού σε συνδυασμό με τον περιορισμό δυνατοτήτων επιλογής σχολών σε ένα γνωστικό αντικείμενο, ο προσδιορισμός από τα Πανεπιστήμια των μαθημάτων ιδιαίτερης βαρύτητας ανά Τμήμα θα οδηγήσει σταδιακά σε πιο συνειδητοποιημένους φοιτητές. Στη συνέχεια θα πρέπει να υπάρξουν εσωτερικές ρυθμίσεις των Πανεπιστημίων σε σχέση με την παρακολούθηση της προόδου των φοιτητών (πχ. ελάχιστος αριθμός δηλωμένων μαθημάτων και παρουσίας στις εξετάσεις, μέσος όρος βαθμολογίας από τις εξετάσεις, εμπλουτισμός μαθημάτων με δραστηριότητες που ενισχύουν τις δεξιότητες και το επαγγελματικό προφίλ, προαπαιτούμενα μαθήματα, ενίσχυση της χρήσης της βιβλιογραφίας, γενίκευση πτυχιακών σε όλα τα τμήματα ώστε να ενισχυθούν οι επιστημονικές ικανότητες, ρυθμίσεις για αποδεδειγμένα εργαζόμενους φοιτητές κλπ) ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο των σπουδών. Δεν μπορεί τα Πανεπιστήμια να είναι απλά εξεταστικά κέντρα!!!  

Δωρεάν συγγράμματα: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να καταργηθούν μια και αποτελεί απαράδεκτο φαινόμενο για Πανεπιστημιακό χώρο η λογική της εξεταστέας ύλης από συγκεκριμένο σύγγραμμα. Το Πανεπιστήμιο δεν είναι Λύκειο και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ενώ όσοι δεν μπορούν να μπουν στη λογική αυτή (διδάσκοντες και διδασκόμενοι) δεν έχουν θέση σ’αυτό. Η συνέχιση της σύνδεσης της δωρεάν εκπαίδευσης με την δωρεάν παροχή συγγραμμάτων είναι υποκριτική, όταν το κόστος αγοράς των βιβλίων στις περισσότερες σχολές δεν αντιστοιχεί παρά σε μέρος των μηνιαίων εξόδων των φοιτητών. Βέβαια δεν ισχυριζόμαστε ότι οι φοιτητές θα πρέπει στο εξής να αγοράζουν το βιβλίο που μέχρι τώρα μοιράζει το κράτος, αλλά ότι πρέπει οι βιβλιοθήκες να αναλάβουν τον κανονικό τους ρόλο.
Η αλλαγή αυτή είναι απαραίτητη για την αναβάθμιση των σπουδών αλλά και για αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ μερίδας «συναδέλφων» και του κρατικού κορβανά, μοιράζοντας χρόνια τώρα τις ίδιες απαρχαιωμένες γνώσεις.
Όμως για να προχωρήσουμε στο μέτρο της αντικατάστασης του δωρεάν βιβλίου από την πολλαπλή βιβλιογραφία χρειάζεται να έχουν ενισχυθεί οι βιβλιοθήκες και τα αναγνωστήρια με πολλαπλά εγχειρίδια, να έχουν αυξηθεί οι χώροι ώστε να μπορούν να διαβάζουν εκεί οι φοιτητές, να υπάρχει επαρκές προσωπικό ώστε να λειτουργούν οι βιβλιοθήκες όλη την εβδομάδα για τουλάχιστον ένα 12ωρο την ημέρα (9πμ – 9μμ). Και αυτά πρέπει να γίνουν πριν διακοπεί η παροχή συγγραμμάτων, με πρόσθετους πόρους  που θα διαθέσει το Υπουργείο προς τις βιβλιοθήκες των Πανεπιστημίων για το σκοπό αυτό.
Βέβαια δεν αντέχει σε καμία κριτική η πρόταση που προωθεί το Υπουργείο για δημιουργία λίστας βιβλίων που θα μπορούν να διανέμονται δωρεάν!!!! Τι γραφειοκρατικό μηχανισμό ετοιμάζεται να στήσει το Υπουργείο ώστε να μπορεί να γνωρίζει ποιο βιβλίο χρειάζεται σε κάθε μάθημα καθενός από τα 450 τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας. Βέβαια δεν διανοούμαι ούτε καν να υποθέσω ότι κάποια επιτροπή του Υπουργείου θα ορίζει τα βιβλία που θα μοιράζονται!!!. Και θα μπορεί να αλλάζει ο πίνακας αυτός κάθε εξάμηνο ώστε να γίνεται έγκαιρα η διανομή βιβλίων;; Η θα αλλάζει με βάση τον 4ετή προγραμματισμό; Καλύτερα θα ήταν να δώσει τα χρήματα αυτά στα Πανεπιστήμια τα οποία θα αποφασίσουν μόνα τους πως θα τα χρησιμοποιήσουν και μετά ας αξιολογηθούν για το πώς τα χρησιμοποίησαν.

Αξιολόγηση Πανεπιστημίων: δεν είναι δυνατόν στο χώρο όπου η αξιολόγηση αποτελεί καθημερινό μας έργο αλλά και την υφιστάμεθα σε τακτά χρονικά διαστήματα για να προαχθούμε, να περνά στην κοινή γνώμη ότι εμείς την αρνούμαστε γενικά και αόριστα ή να δίνουμε την εικόνα ότι θέλουμε να είμαστε ανεξέλεγκτοι. Αυτό που αρνούμαστε είναι να κριθούμε για τις παραλήψεις του Υπουργείου, με βάση κριτήρια που δεν είναι ακαδημαϊκά αλλά επιχειρηματικά, από «εντεταλμένους» του Υπουργείου. Ιδιαίτερα:
  1. Πως μπορεί να αξιολογεί το Υπουργείο για την απόδοση των Πανεπιστημίων ως κέντρων παραγωγής έρευνας όταν δεν την χρηματοδοτεί καθόλου, ενώ και η χρηματοδότηση των βιβλιοθηκών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα με συνέπεια συνεχείς περικοπές σε βιβλία και περιοδικά. Είναι σαν να ζητάτε από έναν εργολάβο να σας παραδώσει έργο χωρίς να τον έχετε χρηματοδοτήσει.
  2. Πως θα κρίνει το Υπουργείο για το διδακτικό μας έργο όταν δεν μας παρέχει το βοηθητικό εκείνο προσωπικό που είναι απαραίτητο σύμφωνα με τα διεθνή standards για να οργανωθούν τα μαθήματα όπως πρέπει, ενώ παράλληλα το Πανεπιστήμιο μας «φορτώνει» και σειρά καθηκόντων επειδή υπάρχει έλλειψη διοικητικού και τεχνικού προσωπικού.
  3. Πως θα κρίνει το υπουργείο την απόδοση της διοικητικής μηχανής όταν ενισχύει τη γραφειοκρατία (πχ. τετραετής σχεδιασμός, δημοσιότητα κλπ) χωρίς να εξασφαλίζει έλεγχο ουσίας; Πως θα κρίνει το Υπουργείο την συνολική απόδοση του Πανεπιστημίου όταν δεν έχει εξασφαλίσει την κατάλληλη κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή;
  4. Πως θα κρίνει το Υπουργείο το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα όταν δεν επιτρέπει στα Πανεπιστήμια να επιλέγουν εκείνα πόσους και ποιούς φοιτητές θέλουν, αλλά και να διαγράφουν όσους δεν μπορούν να συνεχίσουν με τα κριτήρια που το ίδιο το Πανεπιστήμιο και τα επιμέρους Τμήματα βάζουν. Ας περιοριστεί το Υπουργείο στο να δίνει Απολυτήρια που να αντανακλούν ένα πραγματικό επίπεδο γνώσεων και ας μας αφήσει να επιλέξουμε εμείς σε επίπεδο Τμήματος αν θεωρούμε σημαντικό μάθημα τη Βιολογία ή τη Χημεία, τα Μαθηματικά ή την Εκθεση, τη ξένη γλώσσα ή την Ιστορία, ή όλα αυτά μαζί.

Τελικά υπάρχει τρόπος να γίνει αξιολόγηση; Η απάντηση είναι καταφατική αλλά χρειάζεται άλλη προσέγγιση ώστε να γίνεται με την βάση την επίτευξη των στόχων του Πανεπιστημίου, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αλλάξει οπτική γωνία του Υπουργείου: να πάψει να θεωρεί την Πανεπιστημιακή Κοινότητα ως άθροισμα «απατεώνων» που πρέπει να εντοπισθούν με βάση κάποιους δείκτες απόδοσης, αλλά να χρησιμοποιηθεί η αξιολόγηση για επιβράβευση των πιο ικανών και των πιο δραστήριων ακαδημαϊκών μονάδων μέσα από ουσιαστικά κριτήρια. Ας αναφέρω ένα παράδειγμα σχετικά με την έρευνα: κάθε νεοδιοριζόμενος συνάδελφος να δικαιούται αυτόματα ένα ποσό για 3ετή έρευνα και το αποτέλεσμα να κρίνεται στο τέλος της περιόδου αυτής ή στην επόμενη κρίση. Τα επόμενα χρόνια το ποσό αυτό να μην είναι δεδομένο αλλά να εξαρτάται από τις προτάσεις έρευνας που έχει υποβάλει, τις χρηματοδοτήσεις που έχει επιτύχει (όσο περισσότερα χρηματοδοτούμενα έργα έχει τόσο μικρότερη επιδότηση να δικαιούται από το Πανεπιστήμιο) και τις δημοσιεύσεις του.
Σε ότι αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία η αξιολόγηση θα μπορεί να γίνεται με βάση την οργάνωση του μαθήματος, το περιεχόμενο του, τις δραστηριότητες που αναπτύσσει, τα αποτελέσματα και την αξιολόγηση των φοιτητών. Όταν υπάρχουν μαθήματα όπου δεν γνωρίζει κανείς τίποτα άλλο εκτός από τον τίτλο του και την εξεταστέα ύλη από το βιβλίο του κ.Καθηγητή, χρειάζεται να το συζητάμε;;; Βέβαια από την άλλη πλευρά σε ένα Τμήμα με 450 ή έστω 150 φοιτητές και χωρίς υποστήριξη από ανθρώπινο δυναμικό και με αίθουσες ικανές να χωρέσουν όλοι, φαντάζεται κανείς ότι ο όποιος καθηγητής μπορεί να οργανώσει κάτι άλλο εκτός από τελικές εξετάσεις; Καλώς το Υπουργείο προτείνει το όριο των 80 φοιτητών ανά αίθουσα. Θα μας δώσει όμως μέσα σε 6 μήνες περισσότερες αίθουσες και διδάσκοντες για να υλοποιηθεί αυτή η ρύθμιση; Ως ανέκδοτο ακούγεται.

Όμως για να μπορούν να υλοποιηθούν τα παραπάνω καθώς και οι άλλες αλλαγές είναι απαραίτητο να υπάρξει αυξημένη χρηματοδότηση και αυτοδιοίκηση.

Με όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα και με δεδομένο ότι σήμερα οι χρηματοδοτήσεις δεν καλύπτουν ούτε τα λειτουργικά έξοδα των Ιδρυμάτων, φαίνεται να μην υπάρχει δυνατότητα επίλυσης ούτε των πλέον βασικών προβλημάτων απ’όσα αναφέρθηκαν. Βέβαια δεν αποτελεί η χρηματοδότηση πανάκεια και μόλις υπάρξουν περισσότεροι πόροι όλα θα λυθούν αυτόματα. Όμως πρέπει να υπάρξει κάποια δέσμευση για τους πόρους που θα διαθέτει το Υπουργείο Παιδείας και δεν μπορούν τα Πανεπιστήμια να συντάσσουν 4ετή σχεδιασμό όταν η Κυβέρνηση δεν έχει ούτε καν ετήσιο. Μήπως οι Υπουργοί Παιδείας και Οικονομικών μπορούν να μας πουν τι θα περιλαμβάνει ο Τακτικός Προϋπολογισμός και ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων  για τα Πανεπιστήμια για τα έτη 2007-2010;;; Ποια είναι τα όρια του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 5 του σχεδίου νόμου που κατέθεσαν; Αποτελούν όρια η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση με την έλλειψη πόρων και για τα τρέχοντα λειτουργικά έξοδα; Που είναι οι προβλέψεις για την έρευνα, τις υποτροφίες, την χρηματοδότηση των υποψηφίων διδακτόρων για παροχή διδακτικού και ερευνητικού έργου; Ποιόν νομίζουν ότι θα κοροϊδέψουν;;;;  Μόνο τα Πανεπιστήμια και τα μέλη τους έχουν υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώνουν σε συγκεκριμένο χρόνο; Η Πολιτεία δεν έχει και δεν ελέγχεται γι’αυτό;

Προφανώς χρειάζονται ταυτόχρονα και κινήσεις θεσμικού χαρακτήρα –πολλές περιγράφηκαν προηγούμενα- που νομίζω ότι έχουν μια κοινή συνιστώσα: την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ και την θεσμική ενίσχυση της εσωτερικής τους λειτουργίας ώστε να ξεκινήσει η σταδιακή αναδιοργάνωση και βελτίωση. Η ύπαρξη αυστηρού και έντονα ρυθμιστικού πλαισίου έχει αποδείξει ότι δεν βοηθάει: ούτε την διαφθορά εμπόδισε, ούτε το αποτέλεσμα βελτίωσε. Χρειάζεται πάνω απ’όλα να αφήσει τα Πανεπιστήμια να λειτουργήσουν ελεύθερα, αντί να τους προσθέτει επιπλέον κανόνες όπως φαίνεται από το Νομοσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι  γραφειοκρατικοί και μη υλοποιήσιμοι, ενώ δεν συμβάλλουν σε τίποτα στην αναβάθμιση των Πανεπιστημίων. Η προσπάθεια επιβολής ενιαίων κανόνων λειτουργίας (πχ. πόσοι φοιτητές θα κάνουν εργαστήριο ή υποχρεωτικό μάθημα) ενώ έχουμε Τμήματα με μεγάλες διαφορές σε ότι αφορά τους φοιτητές που δέχονται και το έμψυχο υλικό καθώς την υλικοτεχνική υποδομή που διαθέτουν, μόνο προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν με αποτέλεσμα να κληθούμε όλοι να παρανομήσουμε. Αυτό που χρειάζεται άμεσα η Πανεπιστημιακή Κοινότητα στο σύνολο της να αναλάβει τις ευθύνες της και να είστε σίγουροι ότι θα το κάνει εφόσον η κοινωνία και η πολιτεία την εμπιστευθεί, λύνοντας της τα χέρια. Μετά αξιολογήστε μας αν τα κάνουμε καλά. Σε αντίθετη περίπτωση να μην περιμένει η κοινωνία μας από ένα πεινασμένο και αλυσοδεμένο πουλί να πετάξει.


ΕΜΠΡΟΣ Ιούνιος 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου