Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιώσιμος τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιώσιμος τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 

Τα ανάποδα βήματα του σχεδιασμού βάζουν σε κίνδυνο το μέλλον του τουρισμού

Σε μια περίοδο που εξ αιτίας της υλοποίησης των Τοπικών Χωροταξικών Σχεδίων στους δήμους της χώρας λαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν και στον τουρισμό, ενώ ταυτόχρονα αναμένεται η υπογραφή του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου του Τουρισμού ΕΧΠΤ), η ανακοίνωση του Υπουργείου Τουρισμού ότι ανέθεσε τη κατάρτιση της «Λευκής Βίβλου Τουριστικού Μετασχηματισμού και Ανάπτυξης» σε όμιλο εταιρειών δεν μπορεί παρά να προκαλεί απορίες και προβληματισμό. Μάλιστα η αναφορά του Υπουργείου ότι ο Σύμβουλος θα αναλάβει την ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης σημαίνει ότι η μέχρι σήμερα πολιτική δεν βασίζεται σε τεκμηρίωση στο κατά πόσο η συμβολή του τουρισμού στην χώρα ενισχύει τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της και με ποιό σχέδιο αυτό επιτυγχάνεται. Και αυτό θα συμβεί αφού το ΕΧΠΤ θα έχει προκαθορίσει το μέλλον.

Ταυτόχρονα οι τοπικές κοινωνίες, ειδικά των νησιών, εδώ και μερικά χρόνια αντιδρούν στην υπερεπέκταση του τουρισμού που καταλαμβάνει τους δημόσιους χώρους, εξαντλεί τους φυσικούς πόρους όπως το νερό, και αλλοιώνει τη φυσιογνωμία των νησιών  οργανώνοντας την «αντίσταση» τους με δημόσιες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας αλλά και προβληματισμού για το μέλλον των νησιών, ζητώντας από τις τοπικές αρχές να περιορίσουν την ανεξέλεγκτη μεγέθυνση. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα η Περιφερειακή Ενωση Δήμων του Νοτίου Αιγαίου με ψήφισμα της ζητά από τη πολιτεία να «παγώσει» τις στρατηγικές επενδύσεις και τις ιδιωτικές πολεοδομήσεις που δεν έχουν τη συγκατάθεση των τοπικών κοινωνιών και να καταργήσει τη σχετική νομοθεσία.

Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται σε έρευνες που έχει υλοποιήσει -σε συνεργασία με τις ΦΩΝΕΣ για το Αρχιπέλαγος- το Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου σε ελληνικά νησιά όπου οι συμμετέχοντες κατέθεσαν τον προβληματισμό τους για τις αρνητικές συνέπειες της τουριστικής μονοκαλλιέργιας, μιλώντας για σειρά προβλημάτων στη ποιότητα ζωής, στη συγκέντρωση των ωφελειών σε λίγους μη κατοίκους των νησιών, μιλώντας για υπερτουρισμό και μη βιώσιμη προοπτική νησιών και τοπικών κοινωνιών που βιώνουν διαδοχικά όλο και πιο «θερμά» καλοκαίρια και πιο «ψυχρούς» χειμώνες.  

Με δεδομένο ότι την ίδια περίοδο δημιουργείται το Εθνικό και τα Περιφερειακά Παρατηρητήρια Βιώσιμου Τουρισμού που θα παράγουν τεκμηρίωση με βάση τα διεθνή πρότυπα και υλοποιούνται 20 περιφερειακές και τοπικές μελέτες για τη δημιουργία Φορέων Διαχείρισης και Προβολής Προορισμών, ας ελπίσουμε ότι, έστω και καθυστερημένα, η νέα μελέτη θα μπει στην ουσία της αξιολόγησης της κατάστασης και θα «συνομιλήσει» με τις τοπικές κοινωνίες.

Γιάννης Σπιλάνης

Η Άνδρος χαράζει πορεία προς τον βιώσιμο τουρισμό - Βίκυ Καραντζαβέλου

 

Βιώσιμη ανάπτυξη τουρισμού στην Άνδρο

Προορισμοί

Το συνέδριο της Εταιρείας Ανδρίων Επιστημόνων επιβεβαίωσε τη δέσμευση της Άνδρου σε μια νέα πορεία βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης.

Η πρώτη ημέρα του συνεδρίου της Εταιρείας Ανδρίων Επιστημόνων με θέμα «Βιώσιμη Ανάπτυξη Τουρισμού στην Άνδρο» επιβεβαίωσε ότι το νησί βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή όσον αφορά το μέλλον του τουρισμού του. Η συμμετοχή επιστημόνων, επαγγελματιών, φορέων και πολιτών ανέδειξε τη διάθεση συνεργασίας και αναζήτησης κοινών λύσεων για μια πιο ισορροπημένη και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία.

Το συνέδριο άνοιξε με το συμμετοχικό εργαστήριο “Τι Ανάπτυξη έχουμε, τι Ανάπτυξη θέλουμε – Τουρισμός και Βιωσιμότητα”, υπό την επιστημονική επιμέλεια του καθηγητή Ιωάννη Σπιλάνη. Μέσα από τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων και ανοιχτή διαβούλευση, τέθηκαν στο τραπέζι ουσιαστικά ερωτήματα για το πώς μπορεί η Άνδρος να ενισχύσει την τουριστική της δραστηριότητα χωρίς να διακυβεύσει την περιβαλλοντική και κοινωνική της ισορροπία. Οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν απόψεις και προτάσεις, δημιουργώντας έναν δυναμικό διάλογο που αποκάλυψε τόσο τις προκλήσεις όσο και τις προοπτικές του νησιού.

Ο κ. Σπιλάνης, στο πλαίσιο της παρέμβασής του, τόνισε χαρακτηριστικά:

«Από τις παρουσιάσεις των εκπροσώπων φορέων και των πολιτών επιβεβαιώθηκε για μια φορά ακόμη ο παραγωγικός, ο περιβαλλοντικός και ο πολιτιστικός πλούτος της Άνδρου, όπως συμβαίνει στη πλειοψηφία των νησιών. Πολλές δράσεις έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της ανάδειξης της ενδοχώρας μέσα από ένα πιστοποιημένο δίκτυο μονοπατιών εδώ και 15 χρόνια, ενώ πολλές άλλες δράσεις παραμένουν αποσπασματικές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η ένταση της υποστήριξης της ανάγκης ανάδειξης της ταυτότητας του τόπου από τους νέους που με πάθος υπερασπίστηκαν αυτή την ανάγκη. Όμως οι τοπικές κοινωνίες έχουν ανάγκη από ολοκληρωμένο σχέδιο και στήριξη που, όπως φάνηκε από τη διαβούλευση, απουσιάζουν παντελώς. Στα χέρια των ανθρώπων του νησιού βρίσκονται οι πρωτοβουλίες που πρέπει να παρθούν. Το Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου δηλώνει παρόν στο κάλεσμα για επιστημονική στήριξη».

Η πρόεδρος της ΕΤΑΝΕΠ, Ελένη Σαλουβάρδου, άνοιξε τις εργασίες ευχαριστώντας τον Δήμο Άνδρου για την υποστήριξη και τους χορηγούς που συνέβαλαν στην επιτυχία του συνεδρίου. Στον εναρκτήριο χαιρετισμό της, η έπαρχος Άνδρου Άννα Βρεττού υπογράμμισε τη σημασία της πρωτοβουλίας, επισημαίνοντας πως η Άνδρος καλείται να βρει ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και τη διατήρηση του χαρακτήρα της.

Η Ελένη Πολίτου, γενική γραμματέας της Εταιρείας και πρώην διευθύντρια του ΕΟΤ, παρουσίασε ένα σύντομο ιστορικό της τουριστικής εξέλιξης του νησιού, φωτίζοντας τις φάσεις ανάπτυξης και τις κρίσιμες καμπές που διαμόρφωσαν τη σημερινή του εικόνα.

Η Όλγα Καραγιάννη, οικονομολόγος και διαχειρίστρια του Ερευνητικού Κέντρου Άνδρου, παρουσίασε το έργο του κέντρου και του δικτύου Andros Routes, επισημαίνοντας πως η ανάδειξη και πιστοποίηση των μονοπατιών του νησιού, σε σύνδεση με τον αγροτικό χώρο, αποτελούν ισχυρό μοχλό βιώσιμου τουρισμού. Παράλληλα, η Κυριακούλα Κονδυλάτου ανέδειξε τη συμβολή του Διεθνούς Φεστιβάλ Άνδρου στη διαμόρφωση μιας νέας πολιτιστικής ταυτότητας για τον προορισμό, φέρνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα που καταδεικνύουν τη δυναμική του πολιτισμού στην τουριστική προβολή.

Η συζήτηση εμπλουτίστηκε με την παρέμβαση της Κατερίνας Ρεμούνδου, η οποία ανέδειξε τη γαστρονομία ως στοιχείο πολιτιστικής κληρονομιάς και αυθεντικής εμπειρίας για τον επισκέπτη, καθώς και των Βιργινίας Δούκισσας και Κατερίνας Τριδήμα, που έδωσαν έμφαση στη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή.

Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση των Ειρήνης Σακελλάρη και Ειρήνης Πιττακίδου από τον Σύλλογο Γυναικών Άνδρου, για το Andros Cultural Paths, που συνδυάζει παράδοση, γαστρονομία, ιστορία και τέχνη σε ένα ενιαίο τουριστικό αφήγημα.

Η δεύτερη ημέρα του συνεδρίου συνεχίστηκε με εξαιρετικό ενδιαφέρον και γόνιμο διάλογο. Παρόντες ήταν ο Δήμαρχος Άνδρου Θεοδόσης Σουσούδης, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης, καθώς και εκπρόσωποι της επιστημονικής και επιχειρηματικής κοινότητας.

Στον χαιρετισμό του, ο κ. Σουσούδης υπογράμμισε ότι «η Άνδρος δεν είναι μόνο φυσική ομορφιά, αλλά τόπος με ιστορία, πολιτισμό, παράδοση και ανθρώπους που εργάζονται και δημιουργούν». Επισήμανε τις προσπάθειες του Δήμου για αναβάθμιση των υποδομών, βελτίωση του οδικού δικτύου, ενίσχυση του πολιτισμού και του αθλητισμού, καθώς και την ανάγκη ο τουρισμός να συνυπάρχει δημιουργικά με την αγροτική παραγωγή και την τοπική οικονομία.

Η ημέρα περιλάμβανε εισηγήσεις υψηλού επιπέδου. Ο Δημήτρης Μπλούκος, εκπρόσωπος της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού, παρουσίασε τις πολιτικές του Υπουργείου και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία, τονίζοντας ότι η βιώσιμη τουριστική μετάβαση αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία για νησιά όπως η Άνδρος. Η Μπέττυ Χατζηνικολάου αναφέρθηκε στις προκλήσεις του τουρισμού στις Κυκλάδες και στα όρια της φέρουσας ικανότητας των νησιών, επισημαίνοντας τη σημασία της αυθεντικότητας.

Ο Δρ. Μιλτιάδης Λάζογλου ανέλυσε τη σχέση του τουρισμού με τον χωρικό σχεδιασμό και τη δόμηση, υπογραμμίζοντας ότι η οριοθέτηση των οικισμών είναι κρίσιμη για την προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος. Ο επιχειρηματίας Νίκος Κουτσιάνας μίλησε διαδικτυακά για τις αγροτουριστικές δυνατότητες της Άνδρου, ενώ ο Γεώργιος Φιλιππίδης τόνισε τη συμπληρωματικότητα του τουρισμού και του πρωτογενούς τομέα.

Η θεματική των πολιτιστικών μνημείων παρουσιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Νίκο Βασιλόπουλο, ο οποίος ανέδειξε, μέσα από φωτογραφικό υλικό, τα μεσαιωνικά γεφύρια της Άνδρου ως «αγνοημένους θησαυρούς». Ο Δημήτρης Κοκκίνης μίλησε για τις προοπτικές της αναγεννητικής οικονομίας και της μπλε ανάπτυξης, ενώ ο Ευδόκιμος Φρεγκόγλου παρουσίασε το μοντέλο των DMMOs, προτείνοντας νέα σχήματα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για τη διαχείριση προορισμών.

Ο Γιάννης Ρούσσος, πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κυκλάδων, υπογράμμισε μέσω βίντεο τη σημασία της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης για τη βελτίωση της ποιότητας των τουριστικών υπηρεσιών.

Η ημέρα ολοκληρώθηκε με στρογγυλό τραπέζι, συντονισμένο από τον καθηγητή Ιωάννη Σπιλάνη, όπου συζητήθηκαν τρόποι ενίσχυσης της τουριστικής δραστηριότητας, επιμήκυνσης της περιόδου και βελτίωσης της διαχείρισης του προορισμού, με στόχο τα οφέλη του τουρισμού να επιστρέφουν στην τοπική κοινωνία με σεβασμό στο περιβάλλον.

Το συνέδριο έκλεισε με θετικό απολογισμό, αφήνοντας ένα αίσθημα ικανοποίησης για τον ουσιαστικό διάλογο και τη συνειδητοποίηση ότι η βιώσιμη ανάπτυξη τουρισμού στην Άνδρο απαιτεί συνέργειες, μακρόπνοο σχεδιασμό και ενεργή συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων.

 

Βιώσιμος τουρισμός στα ελληνικά νησιά: Η ανάγκη για πραγματικές αλλαγές και σχεδιασμό - Βίκυ Καραντζαβέλου – Daily Travel News - Podcast

 


https://www.traveldailynews.gr/column/synenteyxi/viosimos-toyrismos-sta-ellinika-nisia-i-anagki-gia-pragmatikes-allages-kai-schediasmo/

 

Ο Ιωάννης Σπιλάνης αναλύει την ανάγκη για πραγματική εφαρμογή του βιώσιμου τουρισμού στα ελληνικά νησιά, επισημαίνοντας τις καθυστερήσεις και τις προκλήσεις στις τοπικές κοινωνίες.

Ο βιώσιμος τουρισμός στα ελληνικά νησιά αποτελεί σήμερα αναγκαιότητα και όχι επιλογή, όπως τονίζει ο Ιωάννης Σπιλάνης, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Διευθυντής του Παρατηρητηρίου Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου, σε συνέντευξή του στο TravelDailyNews Greece & Cyprus. Παρά την αυξανόμενη χρήση του όρου «βιωσιμότητα» στο δημόσιο λόγο, η εφαρμογή πρακτικών βιώσιμου τουρισμού παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, γεγονός που εγείρει σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον των ελληνικών τουριστικών προορισμών.

Σύμφωνα με τον κ. Σπιλάνη, αν και παρατηρείται κινητικότητα από το Υπουργείο Τουρισμού μέσω προκηρύξεων μελετών, όπως για τη Λευκή Βίβλο για τον Τουριστικό Μετασχηματισμό και τους Πρότυπους Τουριστικούς Προορισμούς, οι πρωτοβουλίες αυτές κινούνται αργά. Ο βιώσιμος τουρισμός στα ελληνικά νησιά απαιτεί άμεσο και ολιστικό σχεδιασμό, εστιάζοντας όχι μόνο στις αφίξεις και στα έσοδα, αλλά και στην ποιότητα ζωής των τοπικών κοινωνιών και στη διατήρηση των φυσικών και πολιτιστικών πόρων.

Επιπλέον, οι τοπικές κοινωνίες των νησιών εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια για τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού. Διαμαρτυρίες για την αδυναμία πρόσβασης σε παραλίες, προβλήματα στις υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης, αλλά και φαινόμενα υπερδόμησης, αναδεικνύουν την ανάγκη για αναθεώρηση της τουριστικής ανάπτυξης. Όπως αναφέρει ο κ. Σπιλάνης, η άναρχη μεγέθυνση του τουριστικού τομέα έχει φέρει τα νησιά στα όρια της φέρουσας ικανότητάς τους.

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής, οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι ακόμη έτοιμες να εφαρμόσουν ευρέως βιώσιμες πρακτικές. Η έλλειψη κεντρικής καθοδήγησης και ενημέρωσης από την Πολιτεία αποτελεί βασικό εμπόδιο. Η βιωσιμότητα δεν αφορά μόνο τον περιορισμό των επιπτώσεων στις υποδομές και το περιβάλλον, αλλά και την αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου σε μικρές και μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις, κάτι που μέχρι στιγμής συμβαίνει αποσπασματικά.

Ο βιώσιμος τουρισμός στα ελληνικά νησιά, όπως σημειώνει ο κ. Σπιλάνης, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ενεργή συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, την αναβάθμιση των υποδομών και έναν σαφή οδικό χάρτη που θα θέτει στόχους και θα αξιολογεί αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Ο διάλογος με τους κατοίκους, τους φορείς της αυτοδιοίκησης και τους επιχειρηματίες κρίνεται απολύτως απαραίτητος, ενώ παράλληλα πρέπει να επανεξεταστεί το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο που βασίζεται αποκλειστικά στην αύξηση των αριθμών.

Κλείνοντας, ο κ. Σπιλάνης τονίζει ότι είναι επιτακτική η ανάγκη για έναν ουσιαστικό, ειλικρινή διάλογο για το μέλλον του τουρισμού στην Ελλάδα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο τουρισμός θα παραμείνει μοχλός ανάπτυξης χωρίς να υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και την περιβαλλοντική αειφορία. Ο δρόμος για τον βιώσιμο τουρισμό στα ελληνικά νησιά περνά μέσα από συντονισμένη δράση, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και πραγματική πολιτική βούληση.

 

Τουριστική Μεγέθυνση: το μετέωρο βήμα μεταξύ της βιώσιμης ανάπτυξης των προορισμών και του υπερτουρισμού - Νεα Εποχή

 

https://epohi.gr/articles/to-meteoro-vima-metaxy-viosimis-anaptyxis-kai-ypertoyrismoy/

Το πόσοι τουρίστες θα έρθουν και φέτος, αφού ίσως ήδη το 2024 να σπάσαμε το φράγμα των 40 εκ αφίξεων, πόσα είναι τα καινούργια ξενοδοχεία και μάλιστα σε μονάδες πολυτελείας από τα διεθνή brand αλλά και κατά πόσο θα σπάσει το ρεκόρ συνολικών εισπράξεων κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση από τους οπαδούς της χωρίς όριο τουριστικής μεγέθυνσης, που βλέπουν στον τουρισμό την ατμομηχανή της ανάπτυξης.

Η παράλληλη συζήτηση που γίνεται ότι λείπουν πάνω από 100 χιλιάδες εργαζόμενοι δεν απασχολεί, τουλάχιστον τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, που έτσι κι αλλιώς τα πριν τη πανδημία χρόνια στηριζόντουσαν στους φτηνούς «εκπαιδευόμενους» εισαγόμενους από τις ανατολικές χώρες, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας.

Συμπλήρωμα της συζήτησης αυτής είναι η ανάγκη για περισσότερες υποδομές που πρέπει να κατασκευαστούν άμεσα ώστε να αναβαθμιστούν αεροδρόμια, λιμάνια & πλοία, δρόμοι, (ο σιδηρόδρομος έχει βγει εντελώς από τη συζήτηση), συστήματα ύδρευσης (συμπεριλαμβανόμενων και νέων αφαλατώσεων), αποχέτευσης και διαχείρισης στερεών αποβλήτων, δίκτυα ενέργειας (κυρίως ΑΠΕ) και επικοινωνιών για να καλύψουν τις ανάγκες της πρόσθετης τουριστικής ζήτησης. Το που θα βρεθούν οι οικονομικοί πόροι, κατά πόσο θα είναι ανταποδοτικά τα έργα, αλλά και κατά πόσο τα έργα αυτά θα αλλοιώσουν οριστικά το ευάλωτο τοπίο και θα υποβαθμίσουν χωρίς επιστροφή τους φυσικούς πόρους απασχολεί εδώ και χρόνια την ομάδα των «καθ’ έξιν γκρινιάρηδων» που ευτυχώς τη τελευταία περίοδο έχει διευρυνθεί λόγω της αύξησης των προβλημάτων και των αντιδράσεων των πολιτών.

Η ομάδα αυτή επισημαίνει μεταξύ άλλων:

-          Η κατά κεφαλή δαπάνη των τουριστών τη τελευταία 20ετία δεν αυξάνεται ενώ τα καταλύματα πολυτελείας έχουν ξεπεράσει το 50% του συνόλου και οι υπερπολυτελείς βίλες (ιδιόκτητες και ενοικιαζόμενες) το ίδιο.

-          Οι μισθοί στον τουρισμό παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλοί σε σύγκριση με τους άλλους οικονομικούς κλάδους, ενώ οι συνθήκες εργασίας έχουν σαφώς χειροτερεύσει (7ημέρες στις 7, 12+ ώρες απασχόλησης)

-          Οι διαρροές που προκαλεί η τουριστική μεγέθυνση αυξάνονται με την αύξηση των ξένων επενδύσεων, των ξένων εργαζόμενων, των εισαγωγών μέσων μεταφοράς, καυσίμων, προϊόντων και υπηρεσιών για να εξυπηρετηθούν οι τουρίστες

-          Η παραγωγικότητα της εργασίας στον τουρισμό είναι ιδιαίτερα χαμηλή και δεν συμβάλει στην αντιμετώπιση των χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας που την κατατάσσουν στη προτελευταία θέση της ΕΕ σε ανταγωνιστικότητα και καινοτομία

-          Οι επενδύσεις στην οικοδομή και ειδικά στη κατοικία – τουριστικό κατάλυμα που κυριαρχούν γιατί γεννούν υπεραξίες αλλά και μαύρο χρήμα δεν βελτιώνουν τη διάρθρωση της οικονομίας.

-          Οι τόποι αλλοιώνονται με αστρονομική ταχύτητα με πολύπλευρες συνέπειες.

 

Αυτά αφορούν στη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας που δεν βελτιώνεται από τη τουριστική μεγέθυνση ούτε και αν εξεταστεί μόνο η οικονομική συνιστώσα. Σε ότι αφορά τη κοινωνική συνιστώσα, το χαμηλό επίπεδο εισοδήματος της χώρας και η συνεχιζόμενη μετανάστευση του εκπαιδευμένου ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν δύο από τα στοιχεία. Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι συνεχής και ανεξέλεγκτη όπως επεσήμανε και ο Συνήγορος του Πολίτη στην έκθεση του, εστιάζοντας όχι μόνο στη δόμηση χωρίς κανόνες  (όπως το βιώνουμε με περιπτώσεις όπως το Σαρακήνικο Μήλου), αλλά και σε μια σειρά παραμέτρους όπως είναι το νερό, το τοπίο, τη παράκτια ζώνη, το γεωπεριβάλλον κλπ.

Το ερώτημα που πλανάται στις πιο τουριστικές περιοχές της χώρας με έμφαση στα νησιά του Ν.Αιγαίου, του Ιονίου, στη Κρήτη, στη Θάσο και σε ορισμένες παράκτιες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας είναι αν έχει ξεπεραστεί και αυτή η φέρουσα ικανότητα των τόπων με αποτέλεσμα η κατάσταση να είναι μη αναστρέψιμη. Η φέρουσα ικανότητα δεν αφορά στον τουρισμό, αλλά στον προορισμό και στο κατά πόσο αυτός μπορεί να αντέξει από το αποτύπωμα που αφήνουν όλες οι δραστηριότητες που υπάρχουν, μαζί με τον τουρισμό. Αυτό που ενδιαφέρει είναι αν στον τόπο δημιουργούνται ή υποσκάπτονται οι προϋποθέσεις για να υπάρχει ανθρώπινη και περιβαλλοντική ευημερία τώρα και στο μέλλον.

Η καλπάζουσα εκληματικότητα και παραβατικότητα στις περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα (λόγω των υπερκερδών που αυτή εξασφαλίζει) σε συνδυασμό με άλλα φαινόμενα υποβάθμισης της ποιότητας ζωής των κατοίκων (καταπάτηση δημόσιων χώρων, κυκλοφοριακό, έλλειψη νερού, υπερβολικός θόρυβος, διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, αδυναμία πρόσβασης σε παραλίες, αδυναμία εύρεσης κατοικίας, άνοδος τιμών, δυσκολία προσαρμογής από το υπερφορτωμένο καλοκαίρι στη χειμερινή αδράνεια κλπ) είναι στοιχεία υπερτουρισμού.

Οι «αρνητές» του υπερτουρισμού στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο αυτό συμβαίνει για σύντομο χρονικό διάστημα, στη κορύφωση της τουριστικής περιόδου, που κυμαίνεται από ένα μέχρι τρεις-τέσσερεις μήνες και ότι την υπόλοιπη περίοδο οι προορισμοί είναι «άδειοι», δεν υπάρχει ζωή. Δηλαδή βγάζουν έναν μέσο όρο μεταξύ υψηλής και χαμηλής πίεσης, μεταξύ του “είναι αδύνατη η ζωή” και “δεν υπάρχει ζωή”. Είναι μια ιδιαίτερη «γνωμάτευση»  που τους επιτρέπει να ισχυριστούν ότι οι προορισμοί μπορούν να αντέξουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση που φέρνει η δημιουργία και νέων κλινών (επαγγελματικών και ιδιωτικών) και επομένως προτείνουν μέσω των χωροταξικών σχεδίων συνέχιση της δόμησης ακόμη και σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως «κορεσμένες».

Οι «αρνητές» της έννοιας της φέρουσας ικανότητας προσομοιάζουν με τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής, που δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα (παραγωγή και κατανάλωση) με την ένταση που γίνεται έχει ξεπεράσει τα περισσότερα από τα εννέα πλανητικά όρια που καθόρισαν επιστήμονες και αποδέχτηκε η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών του κόσμου. Ούτε ενδιαφέρονται για το αν θα επιτευχθούν οι Παγκόσμιοι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs’) που έχουν τεθεί για το 2030 από τα Ηνωμένα Εθνη και αφορούν πέρα από το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.

Το ερώτημα είναι: Πως μπορούμε να κινηθούμε αν έχουμε διαπιστώσει το πρόβλημα, ενώ οι «αρνητές» κινούνται στη λογική «business as usual» ή «πάμε και όπου βγει» όπως φαίνεται και στο σχέδιο του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου του Τουρισμού που βρίσκεται σε επεξεργασία; Γκολφ και πισίνες στις άνυδρες περιοχές, χιονοδρομικά χωρίς χειμώνα, νέα καταλύματα παντού, (ακόμη και σε ακατοίκητα νησιά) κυρίως πολυτελή και εκτός κλίμακας, κατασκευές «πάνω στο κύμα» και πάνω σe περιοχές πλούσιας βιοποικιλότητας, ρυπογόνα κροουαζιερόπλοια-πολιτείες, ταξίδια αναψυχής αστραπή (fast tourism), δημιουργία οικονομιών και κοινωνιών που εξαρτώνται από τη πρόσοδο των ιδιωτικών ενοικιάσεων σύντομης διάρκειας, είναι μερικές από τις επιλογές που γίνονται ρητά ή άρρητα, συνειδητά ή ασυνείδητα και οδηγούν αναπότρεπτα στη ταχύτατη μείωση της ανθεκτικότητας των προορισμών και του πλανήτη. Και όλα αυτά «βαφτισμένα» ως βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ είναι μεγέθυνση χωρίς όρια.

Δύο είναι τα βασικά εναλλακτικά σενάρια για τον τουρισμό:

-          το ένα, το ελάχιστο αποδεκτό με δεδομένη τη κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, είναι η εφαρμογή δράσεων για τη διαχείριση του προβλήματος με αλλαγές, μικρές και μεγάλες, που να περιορίσουν το μέγεθος του αποτυπώματος της κάθε τουριστικής διανυκτέρευσης σε ότι αφορά στη κατανάλωση ενέργειας, τη κατανάλωση νερού, τη παραγωγή αποβλήτων, τη κατανάλωση εδάφους και βιοποικιλότητας, χερσαίας και θαλάσσιας. Αποτελεί μια προσπάθεια για πράσινη μετάβαση που όμως θα έχει περιορισμένα σε εύρος και χρόνο αποτελέσματα, εφόσον η αύξηση τουριστικών κλινών και ροών συνεχίζεται σε έναν προορισμό.

το δεύτερο είναι η εφαρμογή πολιτικών που θα μεταβάλουν το τουριστικό προϊόν ανατρέποντας το σημερινό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για μεγέθυνση με «πολυτέλεια» που εξαντλεί τους πόρους και δημιουργεί μη βιώσιμες καταστάσεις. Το νέο μοντέλο αυτό οφείλει να επιβάλει έναν «αργό και λιτό τουρισμό», βάζοντας όρια στη κατανάλωση φυσικού κεφαλαίου και λαμβάνοντας υπόψη τα όρια και τη διατήρηση της ταυτότητας των προορισμών. Προορισμοί που θα αναδεικνύουν τους τοπικούς φυσικούς, πολιτιστικούς και παραγωγικούς τους πόρους, με εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, με κατασκευή πράσινων υποδομών και βασικό στόχο τη βελτίωση της εργασίας και της ποιότητας ζωής των κατοίκων, προσφέροντας ευεξία και μοναδικές εμπειρίες στους επισκέπτες, ενώ ταυτόχρονα θα επιτρέπουν στις τοπικές κοινωνίες να απολαμβάνουν τους καρπούς του τουρισμού.

Γιάννης Σπιλάνης

Ομ. Καθηγητής

Εργαστήριο Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης ( https://llid.aegean.gr/)

Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου ( http://tourismobservatory-n.ba.aegean.gr/)

Τμήμα Περιβάλλοντος - Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Ελλειψη εργαζόμενων από τον τουρισμό: Όταν αρμενίζουμε στραβά, δε μας φταίει ο γιαλός. ΕΦΣΥΝ

 


https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/344863_otan-armenizoyme-straba-den-mas-ftaiei-o-gialos 

Η εμφάνιση του προβλήματος της έλλειψης μεγάλου αριθμού εργαζόμενων από τον τουρισμό, ειδικά μετά από τις πολλαπλές κρίσεις που ζούμε ως χώρα εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, έπεσε για πολλούς, και ιδιαίτερα για τους τουριστικούς επιχειρηματίες όπως φαίνεται, «ως κεραυνός εν αιθρία». Είναι προφανές ότι δεν είχαν κατανοήσει το βαθμό σημασίας της επιδείνωσης των όρων εργασίας (μισθού και συνθηκών) ή σκόπιμα δεν ενδιαφέρονταν διότι πίστευαν ότι και στην περίπτωση αυτή θα λειτουργούσε κάποιος αυτοματισμός "απελπισίας" των ανέργων για ευκαιριακή απασχόληση εξαιτίας των σταθερά υψηλών ποσοστών ανεργίας στη χώρα. Η αβεβαιότητα της δυνατότητας να εργαστούν που επισώρευσε η πανδημία, η απομάκρυνση από το χώρο μεγάλου τμήματος όσων έβλεπαν τον τουρισμό ως μια ευκαιριακή απασχόληση, αλλά και όσων έβλεπαν ότι τα «καθαρά» έσοδα από την εργασία αυτή συρρικνώνονταν χρόνο με το χρόνο, φαίνεται ότι τελικά βάρυναν στη τελική επιλογή.

Οι Έλληνες επιχειρηματίες του τουρισμού, όπως και πολλοί συνάδελφοι τους ανά τον κόσμο, δεν έχουν αντιληφθεί ότι η χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας έχει όρια. Παρόμοια φαινόμενα «μεγάλης παραίτησης», που εμφανίστηκαν παγκόσμια και όχι μόνο στον τουρισμό, έχουν την ίδια βάση: τη προσπάθεια μείωσης του κόστους παραγωγής που έχει γίνει «φετίχ» στη παγκοσμιοποιημένη νεοφιλελεύθερη οικονομία μας. Και ενώ αυτή η προσέγγιση φαίνεται λογική όταν εξετάζεται από τη σκοπιά της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και προφανώς δικαιολογείται η κάθε προσπάθεια μείωση κάθε σπατάλης, πως εξηγείται η ανάθεση σε μια καθαρίστρια να καθαρίζει όχι δέκα αλλά είκοσι δωμάτια σε μια βάρδια που δεν τελειώνει; Βασικό ερώτημα είναι αν η πίεση προς τους εργαζόμενους γίνεται γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης της επιχείρησης ή αν αυτό χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για υπερκέρδη.

Με βάση τα στοιχειώδη οικονομικά, μια επιχείρηση είναι οικονομικά βιώσιμη όταν τα έσοδα της είναι υψηλότερα από τα κόστη, σταθερά και λειτουργικά, αφήνοντας και ένα «εύλογο» ποσοστό κέρδους ως αμοιβή για τη ανάληψη του επιχειρηματικού ρίσκου. Αν δεν συμβαίνει αυτό, μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε με αύξηση της τιμής του πωλούμενου προϊόντος ή υπηρεσίας, είτε με τη μείωση του κόστους παραγωγής. Σε αντίθετη περίπτωση η επιχείρηση θα σωρεύσει ζημιές και θα κλείσει. Το τι τελικά θα επιλέξει η επιχείρηση εξαρτάται από τη θέση της στην αγορά, αφού όταν έχει δεσπόζουσα θέση (πχ. μονοπώλιο) έχει σχετικά ελεύθερα τα χέρια της να κινηθεί και προς τις δύο κατευθύνσεις και να εξασφαλίσει υπερκέρδη. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση συνήθως ξεκινά από το δεύτερο και τα πιθανά θύματα της είναι τρία: οι προμηθευτές της, οι εργαζόμενοι της και το περιβάλλον. Η επιλογή αυτή εμφανίζεται ως η μοναδική όταν η αγορά είναι άκρως ανταγωνιστική και η παραμικρή αύξηση της τιμής πώλησης κινδυνεύει να οδηγήσει σε κατάρρευση των εσόδων. Ταυτόχρονα η συγκράτηση των τιμών πώλησης «ακούγεται» θετικά στα αυτιά των καταναλωτών που θέλουν να απολαύσουν με το διαθέσιμο εισόδημα τους όσο περισσότερα αγαθά με το μικρότερο δυνατό κόστος, χωρίς να εξετάζουν ποιος «πληρώνει το μάρμαρο». Τελικά μπορεί να είναι άμεσα ο ίδιος ο καταναλωτής λόγω της υποβάθμισης της ποιότητας του προϊόντος, της υποβάθμισης της παροχής υπηρεσίας ή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, αλλά και έμμεσα ο ίδιος ως παραγωγός ή εργαζόμενος άλλης επιχείρησης.

Τι συμβαίνει με τον ελληνικό τουρισμό; Εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια, η ανάπτυξη των προορισμών χαμηλού κόστους εργασίας με το ίδιο τουριστικό προϊόν (του ήλιου, της θάλασσας και της παραλίας – 3S) που έχει η χώρα μας, έχει φέρει σε δύσκολη θέση μεγάλο τμήμα του ελληνικού τουρισμού. Έτσι ένα ελληνικό resort που προσπαθεί να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο στη Τουρκία, στη Τυνησία, στην Αίγυπτο, στις Μαλδίβες διαθέτει στην αγορά στην ίδια τιμή χωρίς να έχει τα ίδια κόστη, είτε προμηθευτών, είτε εργαζόμενων, είτε περιβαλλοντικά. Αποτέλεσμα είναι να εισάγει φτηνά και χειρότερης ποιότητας προϊόντα αντί να χρησιμοποιεί τα τοπικά, να κακοπληρώνει τους εργαζόμενους, εισαγόμενους ή μη, και τέλος να επιβαρύνει το περιβάλλον ώστε να μειώσει το λειτουργικό του κόστος.

Υπάρχει λύση; Η οικονομική επιστήμη δίνει τη λύση (διαφοροποίηση προϊόντος) και η πολιτική οφείλει να την ακολουθήσει. Στη περίπτωση του τουρισμού είναι αυτό που επαναλαμβάνουμε οι επιστήμονες της βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης περί διαφοροποίησης του τουριστικού προϊόντος με την αξιοποίηση των ειδικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας (περιβάλλον, πολιτισμός, αγροδιατροφή) για παραγωγή ποιοτικού τουρισμού υψηλής προστιθέμενης αξίας (δηλαδή με ενσωμάτωσης εξειδικευμένης εργασίας).

Επομένως το «μπαλάκι» ή καλύτερα η «καυτή πατάτα» βρίσκεται στα χέρια των επιχειρηματιών τουρισμού και του κράτους που πρέπει να συμβάλλουν, ο καθένας με βάση τις δικές του αρμοδιότητες, να αντιμετωπίσουν το “hands drain” του τουρισμού. Αρκεί να μην συνεχίσουν να υιοθετούν την άποψη ότι φταίνε οι εργαζόμενοι και η χαμηλή εκπαίδευση τους (και το ότι πράγματι συμβαίνει είναι δική τους ευθύνη) όπως κάνουν συνολικά σε επίπεδο χώρας, όπου δεν αναγνωρίζουν ότι οι πεντακόσιες χιλιάδες εκπαιδευμένοι νέοι που έφυγαν στη περίοδο της κρίσης γιατί δεν έβρισκαν δουλειά στην Ελλάδα, βρήκαν στις πιο απαιτητικές αγορές του κόσμου.

Όταν αρμενίζουμε στραβά, ας μη θεωρούμε ότι στράβωσε ο γιαλός.

 

  ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ – ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ   Η σύμπραξ...