Οι
πολιτικές πρέπει να έχουν ως στόχο τους τόπους και τους ανθρώπους και όχι την
οικονομική μεγέθυνση
Πρόσφατα η ΕΕ, βλέποντας ότι μεγάλα
τμήματα της ευρωπαϊκής υπαίθρου (νησιά, βουνά, πεδιάδες) αδειάζουν από μόνιμο
πληθυσμό, άνοιξε μια διαβούλευση για «Το δικαίωμα της παραμονής» στο τόπο
που κάποιος γεννήθηκε ή επέλεξε να μείνει. Το ίδιο ερώτημα τέθηκε και στη
διαβούλευση για την Ευρωπαϊκή Νησιωτική Στρατηγική σε ότι αφορά στους νέους.
Είναι ένα ερώτημα που ξενίζει γιατί
προέρχεται από έναν θεσμό που, που ειδικά τα τελευταία χρόνια, φημίζεται για
τις νέο-φιλελεύθερες απόψεις του. Γιατί τώρα ανοίγει τη συζήτηση αυτή; Ισως
γιατί όπως και στις μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν η συσσώρευση στις
μεγαλουπόλεις δημιουργούσε τις πρώτες αρνητικές αναπτυξιακές, κοινωνικές και
περιβαλλοντικές συνέπειες (μια έρευνα με τίτλο «Το Παρίσι και η γαλλική έρημος
- 1947», αλλά και το νέφος του Λονδίνου «Great smog of London – 1952» είχαν κάνει πάταγο την εποχή εκείνη),
έθεσε την απαρχή των συζητήσεων για πολιτικές μείωσης των χωρικών ανισοτήτων, έτσι
και τώρα το πρόβλημα επανέρχεται με την ίδια ένταση.
Το 1975, η ΕΟΚ της εποχής εκείνης
άνοιξε τη συζήτηση για τις ευρωπαϊκές περιφερειακές ανισότητες δημιουργώντας το
Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) που μαζί με τα άλλα Ταμεία -που
προϋπήρχαν από την αρχική συνθήκη του 1957- άρχισαν να στήνουν σιγά-σιγά την
Πολιτική Συνοχής που γνωρίζουμε σήμερα, ενώ το 2008 η συνθήκη της Λισαβόνας
προσέθεσε την «εδαφική συνοχή» δίπλα στην οικονομική και την κοινωνική που
υπήρχαν από το 1986.
Όλα τα προηγούμενα χρόνια οι
εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συνοχή κατέγραφαν πρόοδο με βάση τις
χρηματοδοτήσεις που δίνονταν στις περιφέρειες και τη μείωση των διαφορών μεταξύ
των περιφερειών σε όρους κατά κεφαλή ΑΕΠ, αλλά……τα προβλήματα, ειδικά τα
δημογραφικά δεν έπαψαν να υπάρχουν.
Ειδικά σε ότι αφορά στα νησιά, η
μελέτη του ESPON EUROISLANDS (Σπιλάνης Γ., 2012,
Ευρωπαϊκά Νησιά και Πολιτικής Συνοχής, εκδ. Gutenberg) εστίασε στο έλλειμα ελκυστικότητας των νησιών
που οφείλονταν στην έλλειψη κατάλληλων πολιτικών που να λαμβάνουν υπόψη τις
ιδιαιτερότητες της νησιωτικότητας (μικρό μέγεθος, απομόνωση και
περιφερειακότητα, ιδιαίτερο αλλά εύθραυστο φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο,
ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς των κατοίκων). Η πρόταση για το μέλλον των
νησιών ήταν: ποιοτικά, πράσινα και ίσων ευκαιριών νησιά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα χρόνια που
ακολούθησαν αρνήθηκε να δημιουργήσει μια ειδική πολιτική για τα νησιά,
επικαλούμενη τη διαφορετικότητα μεταξύ των νησιών, αλλά χωρίς να ακούει το
αντεπιχείρημα ότι η πρώτη και κυριότερη ευρωπαϊκή πολιτική που είχε οριζόντιο
χαρακτήρα και αφορά το σύνολο των χωρών-μελών, η Κοινή Αγροτική Πολιτική,
κάλυπτε πολύ μεγαλύτερες διαφορές.
Και τώρα τι;
Η απόφαση της ΕΕ για μια Νησιωτική
Στρατηγική ήταν μια έκπληξη. Μια ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη ήταν το ερώτημα
«Νεολαία και δικαίωμα παραμονής» δίνοντας του έντονο κοινωνικό πρόσημο αφού το
χαρακτηρίζει ως δικαίωμα. Αν και η πρόταση που κατέθεσε τελικά η ΕΕ προς
συζήτηση στα άλλα ευρωπαϊκά όργανα δεν απομακρύνεται ιδιαίτερα από τη συνολική
προσέγγιση της, το θέμα του δικαιώματος για παραμονή παραμένει στη συζήτηση
(και θα διευρυνθεί αφού η ΕΕ ετοιμάζει στρατηγική για το σύνολο των
χωρών-μελών) και πρέπει να αξιοποιηθεί από εμάς τους νησιώτες.
Με βάση τη θέση αυτή, η
ελκυστικότητα δεν έχει απλά οικονομικό πρόσημο, ούτε καν μόνο πρόσημο
βιωσιμότητας, είναι δικαίωμα για κάθε τόπο. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε ελκυστικότητα ώστε οι άνθρωποι (με έμφαση
στους νέους) να μπορούν να μείνουν σε έναν τόπο γιατί οι πολιτικές θα
φροντίσουν να τους παρέχουν:
· Ποιότητα ζωής με έμφαση στην ασφάλεια που παρέχουν οι ποιοτικές Υπηρεσίες Δημοσίου
Συμφέροντος (ενέργεια, μεταφορές, επικοινωνίες, υγεία, παιδεία, κοινωνικές
υπηρεσίες) και ένα υγιές περιβάλλον που παρέχει οικοσυστημικές υπηρεσίες
· Ποιότητα εργασίας και προοπτικές με έμφαση στην ανθεκτικότητα των δραστηριοτήτων
που επιλέγονται να αναπτυχθούν και στο παραγωγικό τους μοντέλο.
Μια προοπτική νησιωτικής πολιτικής θα πρέπει,
συνεπώς, να εδράζεται στις αρχές της βιωσιμότητας, αντιμετωπίζοντας τρεις
βασικούς πυλώνες:
Ø Οικονομική ανθεκτικότητα: Οι πολιτικές πρέπει να προωθούν
μια οικονομία που είναι ταυτόχρονα παραγωγική και υπεύθυνη, κοινωνικά και
περιβαλλοντικά. Αυτό περιλαμβάνει την υποστήριξη της παραγωγής ανταγωνιστικών
αγαθών και υπηρεσιών, τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, την
προσέλκυση νέων επενδύσεων και την εγγύηση δίκαιων μισθών και αξιοπρεπών
συνθηκών εργασίας. Στόχος είναι η ενίσχυση της οικονομικής αποδοτικότητας και η
ώθηση της αύξησης του ΑΕΠ και της απασχόλησης με διάχυση των ωφελειών στη
κοινωνία.
Ø Κοινωνική ανθεκτικότητα: Οι νησιωτικές πολιτικές θα
πρέπει να προάγουν συμπεριληπτικές κοινωνίες με βιώσιμα επίπεδα πληθυσμού,
ισορροπημένες δημογραφικές δομές και δίκαιη πρόσβαση σε απασχόληση, εισόδημα,
υγεία, εκπαίδευση και συνολική ευημερία. Η υψηλή ποιότητα ζωής και η κοινωνική
δικαιοσύνη πρέπει να αποτελούν κεντρικούς στόχους, χωρίς να μένει πίσω καμία
πληθυσμιακή ομάδα.
Ø Περιβαλλοντική ανθεκτικότητα: Η προστασία και αποκατάσταση του
φυσικού περιβάλλοντος είναι ουσιώδης παράμετρος μακροχρόνιας ευημερίας. Οι
πολιτικές πρέπει να διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα κρίσιμων οικοσυστημικών
αγαθών και υπηρεσιών — όπως καθαρό νερό, καθαρός αέρας, παραγωγική ικανότητα
τροφίμων και συνολική περιβαλλοντική ποιότητα — που στηρίζουν τόσο την
ανθρώπινη ζωή όσο και την οικονομική δραστηριότητα στα νησιά.
Τα παραπάνω δεδομένα υπογραμμίζουν την ανάγκη για
ολοκληρωμένες, μακροπρόθεσμες στρατηγικές που αντιμετωπίζουν τη νησιωτικότητα
όχι ως περιορισμό, αλλά ως βάση για καινοτομία και βιωσιμότητα στον σχεδιασμό
πολιτικής.
Από το όραμα της παραμονής στις στρατηγικές επιλογές
Ποια στρατηγική μπορεί να είναι αυτή σε ένα
νησιωτικό χώρο, όπως ο ελληνικός αλλά όχι μόνο; Για να μετατραπεί αυτό το
όραμα -γιατί το δικαίωμα παραμονής στον τόπο είναι όραμα- σε εφαρμόσιμη
πολιτική, είναι αναγκαίο ένα στρατηγικό πλαίσιο. Προτείνεται – όπως
αναφέρθηκε προηγούμενα- μια τριπλή προσέγγιση, με επίκεντρο την ανάπτυξη νησιών
Ποιοτικών, Πράσινων και Ίσων Ευκαιριών:
Ø Ποιοτικά νησιά. Οι νησιωτικές επιχειρήσεις
πρέπει να παραμείνουν ανταγωνιστικές στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες αγορές,
αξιοποιώντας το τοπικό φυσικό, πολιτιστικό και παραγωγικό κεφάλαιο. Προϊόντα
και υπηρεσίες που βασίζονται στην τοπική τεχνογνωσία έχουν αποδειχθεί επιτυχημένα.
Ωστόσο, η καινοτομία, η νέα γνώση και οι εξειδικευμένοι ανθρώπινοι πόροι είναι
κρίσιμοι για τη διατήρηση αυτής της ανταγωνιστικότητας.
Ø Πράσινα νησιά. Τα νησιά πρέπει να υιοθετήσουν
στρατηγικές που μειώνουν την κατανάλωση βασικών πόρων — νερού, γης και
ενέργειας — και προωθούν την ανακύκλωση αποβλήτων. Παρότι το «πρασίνισμα» της
οικονομίας αποτελεί μέρος της ατζέντας ποιότητας, η σημασία της για τα νησιά
δικαιολογεί ξεχωριστή έμφαση, λόγω του μικρού μεγέθους τους και του κινδύνου
υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας τους. Η επίτευξη υπεύθυνης παραγωγής και
κατανάλωσης, ιδίως από μικρές επιχειρήσεις και κοινότητες, απαιτεί στοχευμένη
καινοτομία και γνώση.
Ø Νησιά ίσων ευκαιριών. Η διασφάλιση ίσης πρόσβασης στις
Υπηρεσίες Γενικού (Οικονομικού) Συμφέροντος (ΥΓΟΣ/SGI) για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες είναι ζωτικής σημασίας τόσο για την
ποιότητα ζωής όσο και για την ανταγωνιστική επιχειρηματικότητα. Όπως
υπογραμμίζεται στην Ευρωπαϊκή Προοπτική Χωρικής Ανάπτυξης (1999) και ενισχύεται
από τη Συνθήκη της Λισαβόνας (Άρθρο 14 και Πρωτόκολλο 26), οι ΥΓΟΣ είναι
θεμελιώδεις για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή.
Σε ότι αφορά στην οικονομία και
στις θέσεις εργασίας που εξακολουθεί να είναι το κεντρικό διακύβευμα με τους
υποστηρικτές του σημερινού μοντέλου να μην θέλουν να αγγίξουν τη τουριστική
επέκταση μέσω ενός επιθετικού real estate που αλλάζει τη μορφή των νησιών μετατρέποντας τα σε απέραντα «κοιμητήρια», όπως
τα προάστια των μεγαλουπόλεων χωρίς κοινωνική και πολιτιστική ζωή, και με όλα
αρνητικά στοιχεία των κέντρων των πόλεων με συνωστισμό, θόρυβο, χωρίς δημόσιους
χώρους και πράσινο αφού η επέκταση τους γίνεται χωρίς σχέδιο. Η υποβάθμιση της
ποιότητας ζωής για τους κατοίκους και ικανοποίησης για τους επισκέπτες
(υπερτουρισμός) και η υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των προορισμών
καταγράφεται όλο και συχνότερα ως συνέπεια της συνεχιζόμενης τουριστικής
μεγέθυνσης, μαζί με θέματα κοινωνικής συνοχής.
Η επιβολή περιοριστικών μέτρων μέσω μιας αυστηρής χωροταξικής πολιτικής που
να μην επιτρέπει την ανάπτυξη φαινομένων υπερτουρισμού με την υπερβολική πίεση
στους μονίμους κατοίκους και υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας τους, οφείλει να
συνδυαστεί με αλλαγή του προϊόντος που να δίνει, δώδεκα μήνες το χρόνο, έμφαση
μέσα από μια διαμονή μεγαλύτερης διάρκειας στη γνωριμία με τον τόπο, τη φύση
του, τον πολιτισμό του, τις διατροφικές του συνήθειες και παραγωγές ώστε να
υπάρξει μετατόπιση από έναν τουρισμό ξεκούρασης και ευχαρίστησης σε έναν ειδικό
τουρισμό ευεξίας συνδυασμένο με τη φυσική ζωή αξιοποιώντας ταυτόχρονα τα
διδάγματα του Ιπποκράτη και του Ασκληπιού με τα ιαματικά νερά που υπάρχουν σε
πολλά νησιά αλλά και τη θάλασσα (θαλασσοθεραπία). Ο «γρήγορος τουρισμός» με
πολλά ταξίδια αστραπή που βασίζονται στη λογική «ήμουν και εγώ εκεί» και
αποτυπώνονται σε selfies και φευγαλέες επιφανειακές
εντυπώσεις, δεν είναι πλέον βιώσιμος αφού πέρα από την υψηλή ενεργειακή
κατανάλωση, καταναλώνει και τους τόπους. Είναι λοιπόν αναγκαία η αλλαγή του
καταναλωτικού προτύπου από τον γρήγορο στον αργό και «λιτό» τουρισμό.
Η μετάβαση του τουριστικού
προϊόντος στο τουρισμό ευεξίας θα πρέπει να συμπληρώνεται και από ειδικά
τουριστικά προϊόντα για εκείνους
που έχουν ειδικά ενδιαφέροντα στη φύση (με το σημαντικό αριθμό μοναδικών ειδών
χλωρίδας, πανίδας και γεωλογικών σχηματισμών), στον ιδιαίτερο υλικό και άυλο
πολιτισμό που είναι παγκόσμια αναγνωρίσιμος, στις υπαίθριες δραστηριότητες με
έμφαση στα θαλάσσια αθλήματα κλπ που απαιτούν ειδικές υποδομές και εκπαιδευμένο
ανθρώπινο δυναμικό που θα μπορεί να αναπτύξει τις αντίστοιχες δραστηριότητες
αξιοποιώντας και δημόσιες υποδομές που παραμένουν ανενεργές μέσα από
συνεταιριστικά οικονομικά σχήματα (πχ. ΚΟΙΝΣΕΠ).
Παράλληλα,
τα νησιά οφείλουν να «ξαναανακαλύψουν» τη θάλασσα και τις δυνατότητες που τους
δίνει μέσω των δραστηριοτήτων της γαλάζιας οικονομίας με προσαρμογή της
παραδοσιακής παράκτιας αλιείας στις νέες συνθήκες (βλ. Αμοργόραμα) και με την
ανάπτυξη νέων, όπως η ανάδειξη της θαλάσσιας βιοποικιλότητας όχι μόνο για
προσέλκυση τουριστών.
Η ανάγκη για ένα εθνικό σχέδιο
ανάπτυξης με χωρική διάσταση στοχευμένο στη βελτίωση της ελκυστικότητας για
επιχειρήσεις και κατοίκους.
Η αλλαγή πορείας των νησιών προς
ένα πιο βιώσιμο μέλλον δεν μπορεί να γίνει χωρίς ένα ευρύτερο εθνικό και
ευρωπαϊκό σχέδιο που να έχουν αντίστοιχες προδιαγραφές για βιώσιμες κοινωνίες στοχεύοντας στη βελτίωση της ελκυστικότητας των
νησιών ως τόποι κατοικίας και επαγγελματικής δραστηριοποίησης για 365 το χρόνο.
Μέχρι σήμερα οι πολιτικές που εφαρμόζονται είναι οριζόντιες με μονοδιάστατη
οικονομική στόχευση, χωρίς εξειδικεύσεις που να λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά των επιμέρους περιοχών (πχ. δεν υπάρχει αγροτική πολιτική για
ορεινές και νησιωτικές περιοχές), χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ότι μιλάμε για
τόπους και ανθρώπους με συνέπεια την αναποτελεσματικότητα τους.
Η παροχή υπηρεσιών εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο
εμπόδιο για την ποιότητα ζωής και την οικονομική βιωσιμότητα, ιδίως στα
μικρότερα και πιο απομακρυσμένα νησιά. Η υγεία, η εκπαίδευση, οι μεταφορές και
η ψηφιακή συνδεσιμότητα εμφανίζουν σημαντικές ανισότητες, οι οποίες μειώνουν
την ελκυστικότητα των νησιών για κατοίκους, επενδυτές και δυνητικούς νέους
εγκατεστημένους. Παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος μέσω της τηλεϊατρικής και του
αποκεντρωμένου σχεδιασμού υποδομών, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόσβαση
σε αυτές τις βασικές υπηρεσίες πρέπει να αποτελέσει ακόμη υψηλότερη
προτεραιότητα, ιδιαίτερα σε περιοχές χαμηλής πυκνότητας. Οι πολιτικές
παρεμβάσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να στηρίζουν στοχευμένες επενδύσεις σε e-health, e-learning και αξιόπιστα δίκτυα μεταφορών,
συμπληρωμένες από διοικητική απλοποίηση και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των
επιπέδων διακυβέρνησης.
Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα δεν είναι απλώς
προτεραιότητα πολιτικής, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη
βιωσιμότητα των νησιών. Η εντατική χρήση πόρων, που επιτείνεται από τον
τουρισμό αιχμής, ασκεί πίεση στα συστήματα ύδατος, αποβλήτων και γης.
Απαιτείται επειγόντως μια στροφή προς πρακτικές κυκλικής οικονομίας, υπεύθυνο
χωρικό σχεδιασμό και αποτελεσματική διαχείριση προστατευόμενων περιοχών. Η
ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, λύσεων βιώσιμης κινητικότητας και άλλων
βασισμένων στη φύση απαιτεί επίσης στρατηγικές επενδύσεις. Η κλιματική
ανθεκτικότητα πρέπει να ενσωματωθεί οριζόντια σε όλους τους τομείς, με
αξιολογήσεις ευαλωτότητας και προσαρμοστικό σχεδιασμό προσαρμοσμένα στους
κινδύνους κάθε νησιού — από τη διάβρωση ακτών έως τις πυρκαγιές, αλλά και τους περισσότερους
καύσωνες.
Τέλος, η διοικητική ικανότητα και η θεσμική
ευθυγράμμιση αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την επιτυχή νησιωτική
ανάπτυξη. Η έκθεση αναδεικνύει τη σημασία της επικουρικότητας και του
συμμετοχικού σχεδιασμού, που στηρίζονται σε υψηλής ποιότητας δεδομένα και
ουσιαστική τοπική εμπλοκή. Οι ολοκληρωμένες στρατηγικές πρέπει να
συνδιαμορφώνονται με τις κοινότητες, ισορροπώντας τα συμφέροντα κατοίκων,
επισκεπτών και επιχειρήσεων. Η ταξινόμηση των νησιών με βάση την τουριστική
πίεση και την ελκυστικότητα — χαμηλή, μέτρια, υψηλή και πολύ υψηλή — προσφέρει
ένα χρήσιμο πρίσμα για διαφοροποιημένο σχεδιασμό πολιτικής. Από τη διαχείριση
του υπερτουρισμού στη Μύκονο και σε άλλα νησιά, έως την αναζωογόνηση
περιθωριοποιημένων νησιών όπως τα Ψαρά, θα είναι απαραίτητα προσαρμοσμένα
εργαλεία διακυβέρνησης, όπως χάρτες/συμφωνίες βιώσιμου τουρισμού, φορείς
διαχείρισης προορισμού και μηχανισμοί πολυεπίπεδου συντονισμού, ώστε τα
ελληνικά νησιά να εξελιχθούν σε ανθεκτικές, συμπεριληπτικές και ευημερούσες
περιοχές.
Ευρωπαϊκή και Εθνικές Στρατηγικές για την
υλοποίηση του Οράματος
Με βάση τις στρατηγικές επιλογές που υπηρετούν την
επίτευξη του οράματος, θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι χώρες με νησιά όπως η
Ελλάδα να ετοιμάσουν με βάση την αρχή της επικουρικότητας το εξειδικευμένο
πλαίσιο στρατηγικής με εξειδικευμένες πολιτικές, μέτρα και δράσεις που θα τις
υλοποιούν.
Η στρατηγική που προτείνει η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο κείμενο που κατέθεσε περιλαμβάνει 5 πυλώνες και
προτάσεις που πρέπει να υλοποιήσει η ίδια και οδηγίες προς τα κράτη μέλη.
Ο 1ος πυλώνας επικεντρώνεται στη συνδεσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα και
την καινοτομία. Στόχος είναι η
βελτίωση των μεταφορικών συνδέσεων, η ενίσχυση των οικονομικών ευκαιριών, η
υποστήριξη των επιχειρήσεων και η πλήρης συμμετοχή των νησιών στην Ενιαία
Αγορά. Τα μέτρα θα διερευνήσουν επίσης τρόπους καλύτερης λογιστικής αποτύπωσης
για το κόστος της νησιωτικότητας σε τομείς όπως οι μεταφορές και οι κανόνες για
τις κρατικές ενισχύσεις.
Σε ότι αφορά στην οικονομική ανταγωνιστικότητα των νησιών δεν
φαίνεται να αναγνωρίζεται το γιατί στη πλειοψηφία των νησιών ο μόνος δυναμικός
κλάδος είναι ο τουρισμός και γιατί η ΚΑΠ, παρά τις διαφοροποιήσεις της τις
τελευταίες χρηματοδοτικές περιόδους με την ενίσχυση του 2ου Πυλώνα
και του Leader δεν έχουν αποδώσει με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η συρρίκνωση του τομέα
χωρίς να επωφελείται από τη τουριστική ζήτηση. Η υφιστάμενη τουριστική πολιτική
όπως καταγράφεται από την Agenda 2030 δεν έχει την αναγκαία χωρική διάσταση παρά
την επισήμανση του ΕΚ για υπερτουρισμό σε πολλές περιφέρειες, ιδίως νησιωτικές,
ενώ οι προτεραιότητες της εστιάζονται στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, ενώ
δεν γίνεται καμία σύνδεση με τη τοπική ταυτότητα και αξιοποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας
για τα προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης (αγροτικά, χειροτεχνίας, βιομηχανικά).
Οι προτάσεις της ΕΕ που εστιάζονται σε συστάσεις για τη βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας των τουριστικών οικοσυστημάτων και η
παραπομπή του θέματος του κόστους νησιωτικότητας σε βάθος ανάλυση δεν
προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στις υφιστάμενες θεσμικές και χρηματοδοτικές
πολιτικές που να επιτρέπουν να βελτιώνουν ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα και
τη βιωσιμότητα των τοπικών οικονομιών.
Σε ότι αφορά στη συνδεσιμότητα των νησιών, οι μέχρι σήμερα πολιτικές
μεταφορών και επικοινωνιών δεν έδωσαν αποτελέσματα αναβάθμισης υποδομών και
υπηρεσιών. Ούτε συστήματα cold ironing δημιουργήθηκαν στα λιμάνια όπου τα πλοία μένουν
αρκετές ώρες, ούτε ηλεκτρικά ή άλλα «καθαρά» πλοία προωθήθηκαν. Αντίθετα οι
νησιώτες βιώνουν την επιβάρυνση των εισιτηρίων λόγω των
μονοπωλιακών/ολιγοπωλιακών καταστάσεων
που επικρατούν στην αγορά και της αύξησης της τιμής των καυσίμων λόγω των
πολέμων αλλά και λόγω της υποχρεωτικής αλλαγής της ποιότητας των
χρησιμοποιούμενων καυσίμων ως εάν από το σύνολο των μεταφορών, η ακτοπλοΐα να
επιβαρύνει περισσότερο την ατμόσφαιρα και όχι η ποντοπόρος ναυτιλία.
Τα μέτρα που προτείνονται σε ότι αφορά στην συνδεσιμότητα των νησιών σε
επίπεδο ΕΕ είναι να υπάρξει συγκεκριμένο πρόγραμμα για τις σταθερές και κινητές
υποδομές των νησιών και ουσιαστική εφαρμογή των προβλέψεων της ευρωπαϊκής
νομοθεσίας σε ότι αφορά στις ΥΔΣ και ενίσχυση τους αν αποδεχτούν ανεπαρκείς.
Σε ότι αφορά στη καινοτομία , η γενικευμένη υστέρηση όλων των
νησιών, καταδεικνύει ότι οι οριζόντιες ανταγωνιστικές στρατηγικές έξυπνης
εξειδίκευσης δεν μπορούν να αποδώσουν στα νησιά που έχουν ελάχιστα κέντρα
παραγωγής καινοτομιών και πολύ μικρές επιχειρήσεις για να συμμετάσχουν με
γενικούς όρους.
Το μεγαλύτερο έλλειμα της πρότασης είναι ότι δεν έχει διατυπωθεί ένα
σύστημα αρχών που πρέπει να διέπει την αναπτυξιακή πολιτική των νησιών ώστε να
είναι βιώσιμη και η οικονομία τους όσο γίνεται πιο ανθεκτική που σημαίνει να
εξελίσσεται μέσα στο παγκόσμιο σύστημα και να αντέχει στους εξωτερικούς
κλυδωνισμούς. Η γενική και
αόριστη αναφορά στην αξιοποίηση των τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων (place-based approach) και επομένως σε πλήρη εξάρτηση από τους μηχανισμούς της αγοράς (που
σήμερα οδηγεί στη μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και το real estate ή από βιομηχανικές
εγκαταστάσεις ΑΠΕ) δεν εξασφαλίζει καμία σταθερή προοπτική και είναι αντίθετη
με την έννοια της ανθεκτικότητας που επικαλείται η έκθεση. Η επίτευξη των αρχών
της ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητας απαιτεί μια ελάχιστη συμμετοχή των διαφορετικών
τομέων της οικονομίας, ενώ παράλληλα πρέπει να βρεθεί το «κλειδί» της
ανταγωνιστικότητας των εξωστρεφών κλάδων που δεν μπορεί να είναι άλλο από την
εστίαση στη ποιότητα, την υψηλή προστιθέμενη αξία και την ιδιαιτερότητα των
παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, αφού λόγω πολλαπλών αυξημένων συντελεστών
κόστους είναι αδύνατος ο ανταγωνισμός μέσω των χαμηλών τιμών.
Επιπλέον θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι μεγάλες εξωγενείς επενδύσεις μπορεί
να προσφέρουν ονομαστική αύξηση στο τοπικά παραγόμενο ΑΕΠ, αλλά συχνότατα δεν
περιέχουν στοιχεία οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας
και βιωσιμότητας.
Ενδεικτικά προτείνονται:
Ø Δημιουργία σε επίπεδο ΕΕ δομής Island Pact ως εργαλείο υποστήριξης των ωφελούμενων από την ευρωπαϊκή στρατηγική για
τα νησιά με έμφααση στη κοινωνική και οργανωτική καινοτομία
Ø Αυξημένο ποσοστό κρατικών ενισχύσεων με έμφαση στο de minimis που λόγω του πολύ μικρού μεγέθους
των νησιωτικών επιχειρήσεων δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό
Ø Αυξημένο ποσοστό κρατικών ενισχύσεων με έμφαση στο de minimis που λόγω του πολύ μικρού μεγέθους
των νησιωτικών επιχειρήσεων δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό
Ø Δημιουργία Island Agri-Innovation Lab ως κέντρου παραγωγής και διάχυσης
καινοτομίας στον αγροτικό τομέα
Ø Εκπόνηση και χρηματοδότηση υλοποίησης ολοκληρωμένου σχεδίου συνδυασμένων
(θαλάσσιων και εναέριων) πράσινων μεταφορών για το νησιωτικό χώρο που να
συμπεριλαμβάνει σταθερές (πχ. πράσινα λιμάνια και αεροδρόμια) και κινητές
υποδομές (πχ. καθαρά & ηλεκτρικά πλοία)
Ø Δημιουργία δομής υποστήριξης της μεταφοράς
καινοτομίας στην αυτοδιοίκηση και στις επιχειρήσεις των νησιών
Ø Εισαγωγή του σήματος της υπεύθυνης επιχείρησης και
του υπεύθυνου δήμου ώστε η μετάβαση των επιχειρήσεων να μην περιορίζεται στη
«πράσινη» διάσταση που δεν αποτελεί τη προτεραιότητα των νησιωτικών
επιχειρήσεων
Ο 2ος πυλώνας αφορά την ενεργειακή, κλιματική και περιβαλλοντική
ανθεκτικότητα. Τα νησιά
βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή της κλιματικής αλλαγής, αντιμετωπίζοντας
διάβρωση των ακτών, λειψυδρία και πιέσεις στη βιοποικιλότητα. Ταυτόχρονα, έχουν
σημαντικό δυναμικό να ηγηθούν της μετάβασης προς τις ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας και τη βιώσιμη διαχείριση των πόρων.
Σε ότι αφορά στην ενεργειακή ασφάλεια, αυτάρκεια και απανθρακοποίηση, οι
εφαρμοζόμενες πολιτικές κλείνουν περισσότερο προς τη τελευταία παράμετρο και
μάλιστα με τρόπο «άδικο» προς τα νησιά και τους νησιώτες - που δεν αποτελούν
σημαντικούς ρυπαντές – ενώ εκείνους απασχολούν κυρίως οι πρώτες δύο παράμετροι.
Σε ότι αφορά στη περιβαλλοντική προστασία και στη κλιματική
ανθεκτικότητα, οι προτάσεις της Επιτροπής θεωρούνται ικανοποιητικές, όμως η
εφαρμογή τους προσκρούει τόσο στην ανεπάρκεια των χρηματοδοτήσεων, όσο και στο
οικονομικό μοντέλο της συνεχούς (τουριστικής κυρίως) μεγέθυνσης της οικονομίας
(παγκόσμια και στα νησιά) που οδηγούν στην υποβάθμιση του φυσικού κεφαλαίου και
των οικοσυστημικών λειτουργιών και αυτής της ίδιας της ανθεκτικότητας.
Ο στόχος για περιβαλλοντική ανθεκτικότητα και απανθρακοποίηση μπορεί να
επιτευχθεί μέσα από την αλλαγή του μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης κυρίως
του τουρισμού που αποτελεί τη κύρια δραστηριότητα τουλάχιστον των νησιών που
βρίσκονται στη ζώνη του ήλιου. Η
συνεχιζόμενη αύξηση της μεταφοράς τουριστών (κυρίως αεροπορικά μετά την
απελευθέρωση τους το 1992) είναι υπεύθυνη για μεγάλο τμήμα της παραγωγής αερίων
θερμοκηπίου, ενώ η αύξηση των (πολυτελών) τουριστικών κλινών που έχει ως
συνέπεια τόσο τη χωρική επέκταση του (αστικοποίηση) με αλλαγές χρήσεων γης και
μείωση των αποθηκών άνθρακα, όσο και την αυξανόμενη κατανάλωση περιορισμένων
πόρων (νερό, ενέργεια) και τη παραγωγή αποβλήτων. Κατά συνέπεια οι πολιτικές
που προτείνονται αδυνατούν να περιορίσουν το πρόβλημα, με μόνη λύση για
ενίσχυση της ανθεκτικότητας είναι μια αυστηρή διαχείριση πόρων και
οικοσυστημάτων (πράσινα νησιά).
Ένα συμπληρωματικό θέμα που τίθεται αφορά στη διαχείριση των φυσικών πόρων
και των υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος που παρέχονται σε κατοίκους και
επιχειρήσεις. Η δημιουργία φυσικών μονοπωλίων λόγω νησιωτικότητας έχει ως
συνέπεια να γίνεται αδύνατη η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών σε όλους μέσα από
τη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς που στόχο έχουν το κέρδος και όχι το
δημόσιο συμφέρον και τη ποιότητα ζωής.
Μεταξύ άλλων προτείνονται:
Ø
Εισαγωγή της αρχής της
περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της κλιματικής ανθεκτικότητας σε όλες τις
ευρωπαϊκές πολιτικές με ειδικές ρυθμίσεις για τα νησιά
Ø
Εκπόνηση οδηγιών για την δίκαιη
απανθρακοποίηση των νησιών στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κλιματικού νόμου
Ø Υποστήριξη των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών για εκπόνηση
σχεδίων κλιματικής ανθεκτικότητας με τη συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού
Ø Ενίσχυση της υποστήριξης της ΕΕ για την πρόληψη, την ετοιμότητα και την
προσαρμογή στον κλιματικό κίνδυνο σε νησιωτικές περιοχές, οι οποίες
αντιμετωπίζουν σημαντικούς κινδύνους από τη ζέστη, την ξηρασία και την άνοδο
της στάθμης της θάλασσας. Αυτό συνεπάγεται περαιτέρω εξέταση του αντίκτυπου των
νομοθεσιών περί κινδύνων και πρόληψης στα νησιά.
Ø Υποστήριξη ιδιαίτερα της ετοιμότητας σε κρίσιμους τομείς, όπως τα συστήματα
παραγωγής και εφοδιασμού τροφίμων (συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών
αποθεμάτων τροφίμων και νερού), ο τομέας της υγείας (ιατρική εκκένωση,
αποθέματα και διανομή φαρμάκων) και η ενεργειακή ασφάλεια, διασφαλίζοντας τη
συνέχεια των βασικών υπηρεσιών στα νησιά σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης (π.χ.
πλημμύρες, πυρκαγιές, ακραία καιρικά φαινόμενα).
Ø Προώθηση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών, της συλλογής και χρήσης
δεδομένων και της ανταλλαγής γνώσεων για την ενίσχυση της περιφερειακής και
τοπικής ανταπόκρισης στις κλιματικές απειλές.
Ø Δημιουργία ειδικών ρυθμίσεων για τη διαχείριση στερεών αποβλήτων και
κυκλικής οικονομίας για τον νησιωτικό χώρο
Ø Δημιουργία ειδικών ρυθμίσεων για τη διαχείριση νερού στο νησιωτικό χώρο στο
πλαίσιο των αντίστοιχων οδηγιών
Ø Δημιουργία ειδικών ρυθμίσεων και οδηγιών για την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής
Στρατηγικής για την βιοοικονομία στα νησιά
Ø Παροχή στοχευμένης υποστήριξης σε νησιά που υφίστανται περιβαλλοντική
υποβάθμιση, πίεση στις χρήσης γης,
επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και έντασης τουρισμού καθώς και ιεράρχηση της
διατήρησης και αποκατάστασης της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων των
νησιών στο πλαίσιο των στόχων της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα.
Ø Διασφάλιση ότι η εφαρμογή του Νόμου για την Αποκατάσταση της Φύσης και της
σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ αντικατοπτρίζει πλήρως τις νησιωτικές
πραγματικότητες και τον βασικό ρόλο των περιφερειακών και τοπικών αρχών, καθώς
και αναγνώριση του υψηλότερου κόστους επίτευξης των στόχων αποκατάστασης.
Ø Υποστήριξη δράσεων αποκατάστασης οικοσυστημάτων ειδικά για τα νησιά και της
ανάπτυξης Λύσεων που Βασίζονται στη Φύση (NbS), με στόχο τα παράκτια και
θαλάσσια οικοσυστήματα, τα δάση, τους υγροτόπους και τα γεωργικά τοπία, καθώς
αποτελούν απαραίτητα εργαλεία τόσο για την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας όσο
και για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Ø Ευθυγράμμιση των στόχων διατήρησης και διατήρησης των οικοσυστημάτων με την
τοπική οικονομία και τις πραγματικότητες των νησιωτικών κοινοτήτων και
κατανόηση της ανάγκης για πιο γεωγραφικά βελτιστοποιημένα μέτρα διαχείρισης
οικοσυστημάτων που συνδέουν την προστασία της βιοποικιλότητας με τη βιωσιμότητα
των παραδοσιακών νησιωτικών αλιευτικών και γεωργικών πρακτικών χαμηλού
αντικτύπου
Ο 3ος πυλώνας επικεντρώνεται στους ανθρώπους και την ποιότητα ζωής. Στοχεύει στην αντιμετώπιση των δημογραφικών
προκλήσεων, στην υποστήριξη των νέων, στη βελτίωση της πρόσβασης σε υπηρεσίες
και στην αντιμετώπιση των πιέσεων στέγασης που επηρεάζουν πολλές νησιωτικές
κοινότητες. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι τα νησιά παραμένουν ελκυστικά μέρη
για να ζουν νέοι, να εργάζονται και να μεγαλώνουν οικογένειες.
Ο τρίτος πυλώνας μπορεί να θεωρηθεί και ο σημαντικότερος εφόσον το θέμα «δικαίωμα
για παραμονή στον τόπο/νησί» έχει πρόσφατα αναγορευθεί ως κρίσιμο θέμα της
ευρωπαϊκής πολιτικής εξ αιτίας των μεγάλων εσωτερικών μεταναστευτικών ροών που
καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα άνισης ελκυστικότητας μεταξύ
περιφερειών. Αυτό σημαίνει τη μερική αποτυχία της Πολιτικής Συνοχής που οφείλει
να αναπροσαρμοστεί και να ενισχυθεί με τρόπο τέτοιο που να βελτιώνει την
ελκυστικότητα των περιοχών για κατοικία που περιλαμβάνει τόσο τα θέματα
ποιότητας ζωής (συμπεριλαμβανόμενης και της ανάδειξης της πολιτιστικής
κληρονομίας με τρόπο που να ενισχύει το αίσθημα «του ανήκειν» στους κατοίκους),
όσο και στα θέματα απασχόλησης. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΕ θα πρέπει να εξετάσει ειδικότερα
μέσα από τις πολιτικές πως θα ενισχύσει:
-
Τη ισότιμη
πρόσβαση των κατοίκων σε ΥΔΣ
-
Την ισότιμη
πρόσβαση σε εκπαίδευση, κατάρτιση και ευκαιρίες απασχόλησης με προοπτικές των
κατοίκων και ιδιαίτερα των νέων και εκπαιδευμένων
-
Τη διασφάλιση ότι οι συγκεκριμένες
στεγαστικές προκλήσεις των νησιών λαμβάνονται πλήρως υπόψη στο πλαίσιο του
Ευρωπαϊκού Σχεδίου Προσιτής Στέγασης,
-
Ενθάρρυνση της πολιτιστικής και
δημιουργικής τομεακής ανάπτυξης, μέσω πρωτοβουλιών που βασίζονται στην
κληρονομιά και έργων με πρωτοβουλία της κοινότητας, τα οποία δημιουργούν
ενάρετη οικονομική ανάπτυξη, διαφυλάσσοντας παράλληλα τις παραδόσεις.
-
Προώθηση του βιώσιμου τουρισμού
πολιτιστικής κληρονομιάς που ενισχύει τις τοπικές κοινότητες, ενισχύει τις
υπεύθυνες συμπεριφορές των επισκεπτών και ενισχύει τις διαδρομές κληρονομιάς
μεταξύ των νησιών.
-
Εισαγωγή Νησιωτικού Ισοδύναμου σε
όλες τις υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος (παιδεία, υγεία, μεταφορές,
επικοινωνίες, ενέργεια) και τη λειτουργία του κράτους (πχ. δημόσια έργα,
πράσινες υποδομές, λειτουργικά κόστη αυτοδιοίκησης)
Ο 4ος πυλώνας αφορά στη υποστήριξη των νησιών ως στρατηγικών συντελεστών
στην άμυνα και την ασφάλεια της ΕΕ, μεταξύ άλλων στους τομείς των κρίσιμων υποδομών ενέργειας και μεταφορών,
της μετανάστευσης και της διαχείρισης των συνόρων, καθώς και των ικανοτήτων
ανίχνευσης και αντιμετώπισης απειλών. Τα νησιά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο
στη διασφάλιση της ασφάλειας, της άμυνας, της ετοιμότητας, της ανθεκτικότητας
των κρίσιμων υποδομών, της ασφαλούς συνδεσιμότητας και της αποτελεσματικής
επιτήρησης των συνόρων στο πλαίσιο των εξελισσόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων
και των προκλήσεων ασφαλείας.
Τα θέματα ασφάλειας -που διακρίνονται από εκείνα της μετανάστευσης/προσφυγικό-
είναι εθνικά θέματα αλλά και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως τέτοια πρέπει
να αντιμετωπίζονται και στον νησιωτικό χώρο χωρίς την ασύμμετρη επιβάρυνση των
νησιών επειδή βρίσκονται στη πρώτη γραμμή.
Τα θέματα των φυσικών καταστροφών και προσαρμογής στη κλιματική αλλαγή
οφείλουν, μέσα στη λογική της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, να εστιαστούν στη
πρόληψη με μια διαφορετικού τύπου περιβαλλοντική διαχείριση και κατασκευή
υποδομών (με έμφαση στις πράσινες υποδομές) και όχι αποκλειστικά στην εκ των
υστέρων παρέμβαση για ανακούφιση των πληθυσμών και για αποκατάσταση των ζημιών.
Τα σχέδια αυτά στη περίπτωση των
νησιών θα πρέπει να είναι τοπικά με τεχνογνωσία που θα παρέχεται από τη
περιφέρεια.
Ιδιαίτερα προτείνεται:
Ø Ενισχυμένη συνεργασία πολιτικής προστασίας και άμυνας, καθώς και από την
ανάπτυξη ειδικών πρωτοκόλλων έκτακτης ανάγκης για τα νησιά, λαμβάνοντας υπόψη
την εδαφική τους ασυνέχεια, τις περιορισμένες υποδομές και την εξάρτησή τους
από εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Ø Θέσπιση υποχρεωτικότητας/αιρεσιμότητας
σύνταξης και υλοποίησης σχεδίων προσαρμογής στη κλιματική αλλαγή και
πρόληψης φυσικών καταστροφών
Ο 5ος πυλώνας θεωρεί ότι η στρατηγική ενισχύει τη διακυβέρνηση και τη συμμετοχή, προϋπόθεση για
την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των τεσσάρων θεματικών στόχων. Προωθεί την
ανάγκη για καλύτερα δεδομένα σε ότι αφορά στις συνθήκες των νησιών, μεγαλύτερη
συμμετοχή των νησιωτικών αρχών στη λήψη αποφάσεων και μια πιο συστηματική
αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι πολιτικές επηρεάζουν τα νησιωτικά εδάφη.
Ουσιαστικά, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι φωνές των νησιών θα συνεχίσουν να
ακούγονται.
Τη στιγμή που καταργούνται τα περιφερειακά προγράμματα από πυλώνα της
Πολιτικής Συνοχής και το νέο χρηματοδοτικό πλαίσιο θα είναι εθνικό κατά τα
πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η Επιτροπή προτείνει μια
σειρά από «soft» δράσεις «ανάπτυξης ικανοτήτων» για να βελτιώσει τη διακυβέρνηση των
νησιών. Είναι προφανές ότι υπάρχει μετακίνηση από μια θεσμική συνεργασία ΕΕ –
περιφερειών σε μια «χαλαρή» συνεργασία. Χωρίς να υποστηρίζεται ότι η μέχρι τώρα
διαδικασία ήταν αποτελεσματική (αν κρίνει κανείς από το αποτέλεσμα σε ότι αφορά
τη σύγκλιση των ελληνικών περιφερειών με τις ευρωπαϊκές), το νέο πλαίσιο
γίνεται ακόμη χαλαρότερο και μη δεσμευτικό, ενώ δεν προτείνεται κανένα
δεσμευτικό για την ΕΕ εργαλείο.
Ειδικότερα προτείνεται:
-
Σε ότι αφορά
στο αίτημα για εφαρμογή της Ρήτρας
Νησιωτικότητας θα ήταν αναγκαίο να οριοθετηθεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση,
ένας ελάχιστος αριθμός κλαδικών πολιτικών (πχ. ανταγωνισμού, αγροτική, κρατικές
ενισχύσεις, περιβαλλοντική, μεταφορών, ενέργειας) στις οποίες θα εφαρμοστεί
κατά προτεραιότητα.
-
Σε ότι αφορά
στο συντονισμό χάραξης, υλοποίησης και αξιολόγησης της νησιωτικής στρατηγικής
σε ευρωπαϊκό επίπεδο απαιτείται η δημιουργία δομής (από εκπροσώπους των κοινοτικών θεσμών)
με τη κατάλληλη επιστημονική στήριξη με τα κατάλληλα δεδομένα (ESPON, JRC, EUROSTAT)
-
Σε ότι αφορά
τη στήριξη των τοπικών φορέων για καλύτερο και αποτελεσματικότερο σχεδιασμό είναι
σημαντική η υιοθέτηση εργαλείου αντίστοιχου με το Urban και το Rural Pact ως εργαλείο μεταφοράς γνώσεων και καλών πρακτικών
-
Σε ότι αφορά
στη πρόσβαση σε πρόσθετους πόρους μέσω του προϋπολογισμού και της ΕΤΕ είναι
σημαντικό να υιοθετηθεί κάποια συγκεκριμένη διαδικασία που να διαφοροποιεί τα
νησιά από τις άλλες περιοχές, αλλά και θα ενισχύει τα νησιά που ως γνωστόν ότι
έχουν αδύναμους μηχανισμούς διοίκησης. Προτείνεται να υπάρξουν ειδικοί τομείς
προτεραιότητας ανά άξονα όπου θα κατατεθούν συλλογικά αιτήματα για
χρηματοδότηση επενδύσεων υποδομών/υπηρεσιών για όσα νησιά ζητήσουν να ενταχθούν
.
Τελικές Παρατηρήσεις:
Το βασικό ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Στρατηγική που προτείνει η ΕΕ
πρόκειται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που έχουν τεθεί τόσο από την ίδια όσο
και από τους ενδιαφερόμενους φορείς. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να
υπάρξει σαφής περιγραφή για το είδος της ανάπτυξης που θέλουμε για τα νησιά και
στη συνέχεια να εξεταστεί ποια είναι τα κατάλληλα μέτρα τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο
και σε εθνικό επίπεδο για να επιτευχθούν οι στόχοι και ειδικά αυτός του
δικαιώματος παραμονής.
Το βασικό ερώτημα είναι τι νησιά θέλουμε; Ποιά από τις παρακάτω
εναλλακτικές επιλογές – σενάρια είναι πλησιέστερα στη πρόταση της ΕΕ;
-
Νησιά
προσανατολισμένα στη διαρκή μεγέθυνση όπου η εστίαση γίνεται στη καλύτερη (και φθηνότερη) διασύνδεση και στην
οικονομική ευημερία με άρση των εμποδίων κόστους που πλήττουν την
ανταγωνιστικότητα των νησιωτικών οικονομιών
-
Νησιά που
εστιάζουν στη μεγέθυνση και υψηλή διασύνδεση αλλά μέσα από πράσινη και ψηφιακή
μετάβαση με στόχο την μείωση των
πιέσεων που ασκούνται κυρίως στα οικοσυστήματα
-
Βιώσιμα και Ανθεκτικά Νησιά με ελκυστικότητα για
έναν πληθυσμό εκπαιδευμένο που θα
μπορεί να δημιουργεί ανταγωνιστικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης
αξιοποιώντας τα τοπικά κεφάλαια ως στοιχεία της τοπικής ταυτότητας;
Με βάση τις τάσεις της αγοράς, βρισκόμαστε κοντά στο πρώτο σενάριο. Με βάση
τα κείμενα της Επιτροπής τόσο για τα νησιά αλλά και για τις παράκτιες περιοχές
ο στόχος είναι να γίνουν ισχυρότερα, διασυνδεδεμένα, ανθεκτικά και ευημερούντα,
δηλαδή θα έτειναν προς το 3ο σενάριο, με δεδομένο ότι η
ανθεκτικότητα σχεδόν ταυτίζεται με τη βιωσιμότητα. Όμως μέσα από την ανάλυση
των ρυθμίσεων που προτείνονται μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ευρωπαϊκή
πρόταση τείνει προς το 2ο σενάριο.