Τρίτος πόλος και Κεντροαριστερά: άλλο προεκλογική σύμπραξη και άλλο μετεκλογική συνεργασία

Τρίτος πόλος και Κεντροαριστερά: άλλο προεκλογική σύμπραξη και άλλο μετεκλογική συνεργασία
Η συζήτηση που άνοιξε με πρωτοβουλία της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ πριν από τις εκλογές του 2012, ήταν σίγουρο ότι δεν επρόκειτο να καταλήξει εύκολα σε κάποιο αποτέλεσμα. Μετά τις εκλογές που άλλαξαν ριζικά το τοπίο που γνωρίζαμε από το 1981, τα πράγματα έγιναν ακόμη περισσότερο πολύπλοκα με τη συνεχή μείωση της εκλογικής δύναμης του ΠΑΣΟΚ όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Εχει ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε ότι παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες δημοσκοπήσεις πρώτο κόμμα βγαίνουν οι αναποφάσιστοι μαζί με αυτούς που ψηφίζουν λευκό, και καταλληλότερος για πρωθυπουργός ανάμεσα στους Σαμαρά και Τσίπρα είναι ο «κανένας από τους δύο», πολλοί «αντικειμενικοί» αναλυτές προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει χώρος για μια τρίτη πολιτική πρόταση ανάμεσα στη μνημονιακή ΝΔ του «φοβικού λαϊκισμού» και στον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ του «επαναστατικού λαϊκισμού». Μια άλλη μερίδα, με επικεφαλής τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζει με υπερβάλλον σθένος ότι η κεντρο-αριστερά δεν μπορεί παρά να συμπεριλαμβάνει το σημερινό κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ γεγονός που θα εγκλωβίσει τη συζήτηση στη βελτίωση της διαχείρισης, τη στιγμή που η απαίτηση της πλειοψηφίας των πολιτών αλλά και η παρούσα κατάσταση απαιτεί «τα πράγματα να γίνονται αλλιώς».
Είναι γεγονός ότι η διαδικασία συγκρότησης του Τρίτου Πόλου «εκ των άνω» έχει εγγενή προβλήματα, αφού οι μόνοι επώνυμοι συνομιλητές είναι νυν και πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ με μεγαλύτερη ή μικρότερη εμπλοκή στη διακυβέρνηση της χώρας είτε κατά τη περίοδο πριν το 2009, είτε μετά, είτε και κατά τις δύο περιόδους και επομένως έχουν σοβαρές ευθύνες τόσο για το πώς φτάσαμε στη κρίση, όσο και πως αντιμετωπίστηκε η κρίση. Πρόσωπα που στη πλειοψηφία τους δεν έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία για να συμμετάσχουν σε μια νέα προσπάθεια για την αναγέννηση της χώρας αφού δεν μπορούν να πείσουν ότι έχουν αλλάξει νοοτροπία και πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα και η απλή αναφορά του ονόματος τους δημιουργεί δυσφορία σε όσους γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, αλλά και στους απλούς πολίτες που αναρωτιούνται «μα αυτοί μου μας κατάστρεψαν θα μας σώσουν;». Η εθελοντική αποχώρηση τους από το προσκήνιο μόνο θετική επίδραση μπορεί να έχει διευκολύνοντας την ουσία της σύγκλισης και σύμπραξης των δυνάμεων του χώρου.
Ο αντίλογος που υπάρχει στη παραπάνω προσέγγιση συνοψίζεται σε κάποιες φράσεις όπως «δεν υπάρχει βούληση στη ΔΗΜΑΡ για πραγματική διεύρυνση» ή «αν δεν πάμε με αυτούς με ποιους θα πάμε», ή ακόμη «προτιμάτε ένα κόμμα μικρό αλλά καθαρό που όμως δεν θα μπορεί να έχει λόγο στις εξελίξεις» αλλά και «μα αφού συνεργαστήκατε με τη ΝΔ τώρα δεν μπορείτε να συμπράξετε με το ΠΑΣΟΚ» και άλλα παρόμοια. Τα πράγματα ήρθε και περιέπλεξε η ανακοίνωση των «58» που χρονικά συνοδεύτηκε από το πρωτόκολλο κυβερνητικής συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Τα δύο αυτά κείμενα κινούνται προφανώς προς αντίθετες κατευθύνσεις δείχνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ πατάει πάνω σε δύο βάρκες, την «κεντροδεξιά κυβερνητική» βάρκα κατηγορώντας τη ΔΗΜΑΡ ότι δεν είναι «υπεύθυνη κυβερνώσα δύναμη» και την «κεντροαριστερή» βάρκα κατηγορώντας και πάλι τη ΔΗΜΑΡ ότι δεν συμπράττει για την (ανα)σύσταση της «κεντροαριστεράς». Συμπέρασμα: η ΔΗΜΑΡ φταίει για όλα!!!!  
Εδώ φαίνεται ότι πολλοί από τους θιασώτες της «κεντροαριστεράς» βλέπουν την προεκλογική σύμπραξη ως μια πολιτική κολυμβήθρα του Σιλωάμ που θα ξεπλύνει της αμαρτίες του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ της 30ετίας που πέρασε. Με γενικόλογες τοποθετήσεις, χωρίς σαφείς αρχές και θέσεις, χωρίς σαφείς αποστάσεις από πολιτικές, πρακτικές και νοοτροπίες που μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση, θέτουν ως προϋπόθεση την «άνευ όρων» κοινή κάθοδο δυνάμεων του χώρου με άξονα ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα σ’αυτούς υπάρχουν και άτομα που κάθε πολιτικός χώρος θα ήθελα να κοσμούν τις τάξεις του και θέλουμε να πιστεύουμε ότι τελικά θα συμπορευθούν μαζί μας.
Η απάντηση της ΔΗΜΑΡ δεν μπορεί παρά να είναι σαφής: η προεκλογική σύμπραξη προϋποθέτει συμφωνία με σαφές πολιτικό στίγμα και επιλογές εντελώς διαφορετικές από όσες κυριάρχησαν στο απώτερο και στο πρόσφατο παρελθόν. Επομένως χρειάζεται σαφής τοποθέτηση σε κρίσιμα θέματα όπως:
α) τη διαφάνεια και η ουσιαστική λειτουργία των θεσμών και του πολιτικού συστήματος με θητείες, χωρίς προνόμια και «συντάξεις», χωρίς «μπόνους» και άλλες εκλογικές ρυθμίσεις που παραμορφώνουν τη λαϊκή ετυμηγορία.
β) την αποτελεσματικότητα στη λειτουργία του κράτους και της αυτοδιοίκησης μακριά από σπατάλη, διαφθορά, πελατειακές σχέσεις αλλά στην υπηρεσία των πολιτών και της υγιούς επιχειρηματικότητας μέσα από μια ουσιαστική μεταρρύθμιση δομών, αξιολόγηση και αξιοκρατία.
γ) την αποτελεσματική λειτουργία των κρίσιμων τομέων της παιδείας, της υγείας, των μεταφορών, της ενέργειας και όλων γενικά των Υπηρεσιών Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος με ρυθμιστικές αρχές που θα φροντίζουν στην εξυπηρέτηση των χρηστών και όχι των ποικιλώνυμων συμφερόντων που παρασιτούν επ’αυτών.  
δ) τη δικαιοσύνη στο φορολογικό σύστημα που δεν θα συνεχίζει να αφήνει στο απυρόβλητο τους γνωστούς-άγνωστους της εισφοροδιαφυγής και της φοροδιαφυγής, της φοροκλοπής και των off-shore, των καταθέσεων στο εξωτερικό και των χρεών στο εσωτερικό, συλλαμβάνοντας τελικά μόνο όσους δεν μπορούν ή δεν πρόλαβαν να «κρυφτούν».
ε) την ανατροπή στο αναπτυξιακό μοντέλο που δεν μπορεί να βασίζεται σε εσωστρεφείς επιχειρήσεις που είτε θα επιβιώνουν χάρη μιας «πλαστικής» εσωτερικής ζήτησης και των δανεικών κρατικών πόρων, είτε θα είναι ανταγωνιστικές βασισμένες σε χαμηλά μεροκάματα και στην εκποίηση του φυσικού πλούτου και του εθνικού κεφαλαίου. Χρειάζεται ένα μοντέλο που θα προωθεί εξωστρεφείς κλάδους που θα αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, τους υπάρχοντες πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό κατευθύνοντας τους δημόσιους πόρους σε επενδύσεις που θα αναβαθμίζουν ανθρώπινο και ανθρωπογενές κεφάλαιο μέσα από την εκπαίδευση και την έρευνα υπηρετώντας με συνέπεια την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης πάνω στο τρίπτυχο «οικονομική αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική διατήρηση».
στ) τον ορθολογισμό και την διαφάνεια στην κοινωνική πολιτική που θα εστιάζεται τόσο στην στήριξη των πραγματικά αδυνάτων και των κοινωνικά αποκλεισμένων παρέχοντας τους ένα πραγματικό δίχτυ προστασίας αλλά και τα εργαλεία εκείνα που θα τους βοηθήσουν να βγουν από τη περιθωριοποίηση και τη φτώχεια.
ζ) την αλλαγή της πορείας της Ευρώπης που θα στοχεύει στη πραγματική οικονομική, κοινωνική και χωρική σύγκλιση, στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών και μεταξύ των πολιτών για βιώσιμη χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Την στήριξη σΣε μια άλλη Ευρώπη, με θεσμούς με ισχυρή νομιμοποίηση, χωρίς δογματική προσήλωση στις πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης για επίτευξη ανταγωνιστικών συνθηκών και στην ανεξέλεγκτη δράση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των off-shore εταιρειών για τη συσσώρευση ανεξέλεγκτων (και σε μεγάλο βαθμό παράνομων) κερδών.
Αλλωστε η Δημοκρατική Αριστερά κατέδειξε στη πράξη πως εννοεί τη σύγκλιση με βάση αρχές οργανώνοντας δημόσιες εκδηλώσεις πάνω στα κρίσιμα θέματα που ζητούν θέσεις και λύσεις με συμμετοχή πολιτικών και επιστημόνων προερχόμενων από τον ευρύτερο χώρο με ευρεία απήχηση.
Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μια «εθελοντική» προεκλογική σύμπραξη έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από μια «αναγκαστική» μετεκλογική συνεργασία που επιβάλλεται ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα και την κρισιμότητα των στιγμών και μπορεί να οδηγήσει σε συμπόρευση πολιτικές δυνάμεις με διαφορετικές θέσεις και προτεραιότητες, ακόμη και με σημαντικές ιδεολογικές διαφορές. Τότε απαιτείται η ύπαρξη μιας ελάχιστης δημόσιας συμφωνίας σε έναν κοινό παρανομαστή και στη συνέχεια εκατέρωθεν συμβιβασμούς και συγκλίσεις για όσα θέματα δεν υπάρχει συμφωνία εξ αρχής. Στη περίπτωση αυτή η «ετερογένεια» μεταξύ των δυνάμεων που συνεργάζονται είναι εξ ορισμού υπαρκτή και θεμιτή. Η συνεργασία αυτή θα μακροημερεύσει αν οι συμμετέχουσες δυνάμεις είναι πραγματικά έτοιμες για «έντιμους» εκατέρωθεν συμβιβασμούς. Σε αντίθετη περίπτωση διαλύονται όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν, αφού πρώτα κατέγραψε μια πρωτοφανή για τη χώρα έστω και σύντομη πορεία κυβέρνησης συνεργασίας για την επίτευξη του κυρίαρχου στόχου που ήταν η μη πτώχευση και η διατήρηση στην Ευρώπη και στο ευρώ. Και αυτή η εξέλιξη «χρεώθηκε» στη ΔΗΜΑΡ ενώ στη πραγματικότητα η ΝΔ ήθελε να επιβάλει τη δεξιά νέο-φιλευλεύθερη ατζέντα της και το ΠΑΣΟΚ να επιβιώσει πολιτικά διατηρούμενο στην εξουσία και στους μηχανισμούς της.  

Ερώτημα: Πως αντιμετωπίζεται η σημερινή δυστοκία στη δημιουργία του Τρίτου Πόλου; Απόψη μας είναι ότι οι περιφερειακές και οι δημοτικές εκλογές προσφέρονται για να επιχειρηθούν συμπράξεις πάνω σε φερέγγυα πρόσωπα που έχουν επιδείξει αξία, ανοιχτό μυαλό και ανιδιοτέλεια και θα συμπορευθούν με βάση τις γενικές αρχές που αναφέραμε προηγούμενα για την αντιμετώπιση των τοπικών προβλημάτων με όραμα, στρατηγική και σχέδιο για την επίτευξη πραγματικά βιώσιμης ανάπτυξης με οικονομική αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική διατήρηση. Η κοινωνία δεν ζητά απλά να βελτιώσουμε τη διαχείριση με το υπάρχον πλαίσιο. Ζητά να αλλάξουμε αρχές, πλαίσιο, κανόνες λειτουργίας και στόχευση. Πρόσωπα που έχουν άλλα χαρακτηριστικά και δεν συμφωνούν με τα παραπάνω δεν έχουν θέση σε αυτές τις συμπράξεις. Πρόσωπα που έχουν δείξει στη πράξη πως δεν έχουν τα επιθυμητά χαρακτηριστικά αφού δεν ασπάζονται τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών αποκλείονται. Όπως αποκλείονται και όσοι πιστεύουν ότι με λαϊκισμούς και «άσφαιρα» συνθήματα μπορεί ο τόπος να πάει μπροστά.  Είναι βέβαιο ότι αν συνεχίσουμε αταλάντευτοι με βάση θεμελιώδεις αρχές και ρεαλιστικό σχέδιο δράσης, παραδείγματα όπως αυτά των «5 δημάρχων» θα πολλαπλασιαστούν και θα δείξουν το δρόμο στη κεντρική πολιτική σκηνή.

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ


ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Η κρίση του 2009 ανέδειξε τις στρεβλώσεις του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε όλη τη μεταπολεμική περίοδο και ενισχύθηκε κατά τη μεταπολιτευτική. Η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 και στην Ευρωζώνη το 2002 λειτούργησε «καθησυχαστικά» αντί να κινητοποιήσει όλο το δυναμικό της χώρας αφού η στενή σύνδεση της με έναν από τους ισχυρούς πόλους της παγκόσμιας οικονομίας δεν είχε μόνο πλεονεκτήματα και ευκαιρίες αλλά είχε και κινδύνους. Δυστυχώς τα πλεονεκτήματα και οι ευκαιρίες (χρηματοδοτήσεις, νέες αγορές, δυνατότητες δικτύωσης, ενιαίο ισχυρό νόμισμα κλπ) δεν αξιοποιήθηκαν, ενώ οι κίνδυνοι μετατράπηκαν αρχικά σε μειονεκτήματα και σήμερα σε εφιάλτη.
Ενας αντικειμενικός παρατηρητής των εξελίξεων της ελληνικής οικονομίας και ειδικά της αναπτυξιακής πορείας της όπως καταγράφεται μέσα από την εξέλιξη του ΑΕΠ και τη διάρθρωση του θα μπορούσε εύκολα να καταγράψει εδώ και πολλές δεκαετίες τα εξής στοιχεία:
-        Υστέρηση των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρθρωτικό έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών. Το έλλειμμα αυτό που κάλυπταν σε κάποιο βαθμό παλαιότερα τα εμβάσματα των μεταναστών και των ναυτικών και ο τουρισμός από τη δεκαετία του 70 και μετά, δείχνει τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και επιδρά αρνητικά στο ΑΕΠ. Σήμερα η μείωση του ελλείμματος οφείλεται κύρια στη μείωση της εσωτερικής ζήτησης και πολύ λίγο στην αύξηση των εξαγωγών λόγω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας
-        Η αύξηση του ΑΕΠ διαχρονικά οφείλεται κατά συνέπεια στους άλλους 3 παράγοντες: τις δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις, σε ιδιωτικές επενδύσεις και στην εγχώρια κατανάλωση. Ουδέν μεμπτόν:
-         Αν η δημόσια παρέμβαση δεν διευρύνει συνεχώς το δημόσιο χρέος (αφού η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή και η φοροκλοπή οργιάζουν) ενώ παράλληλα δεν δημιουργούνται ούτε σωστές υποδομές, ούτε ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας, ούτε σωστή εκπαίδευση και έρευνα, αλλά αντίθετα ενισχύονται κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις μέσα από ένα αδιαφανές και διαφθαρμένο σύστημα κατασκευής δημόσιων έργων, προμηθειών και επιδοτήσεων.
-        Αν η ιδιωτική επένδυση δεν κατευθύνεται κυρίως στην οικοδομή και παρεμπιπτόντως σε  παραγωγικές επενδύσεις. Στη πλειοψηφία τους οι τελευταίες δεν είχαν ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά (εισαγωγή καινοτομιών, εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, νέες τεχνολογίες) με αποτέλεσμα να στρέφονται κυρίως στην εγχώρια αγορά όπως φαίνεται από το εμπορικό έλλειμμα.
-        Αν η ιδιωτική κατανάλωση δεν διογκώνεται τεχνητά (ειδικά από τη 10ετία του 90 και μετά) μέσα από ξέπλυμα «βρώμικου χρήματος» (συμπεριλαμβανόμενης της φοροδιαφυγής κλπ) και αυξανόμενο δανεισμό.

Η αύξηση του κατά κεφαλή ΑΕΠ και των ατομικών εισοδημάτων (δηλωμένων ή μη), συνεχίστηκε μέχρι την δεκαετία του 2000 όταν άρχισαν οι δομικές αυτές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας να μην μπορούν να αντιμετωπιστούν (οι αδυναμίες είχαν εμφανιστεί και στις προηγούμενες δεκαετίας αλλά καλύφθηκαν από την ευνοϊκή διεθνή συγκυρία που προσέφερε φτηνό χρήμα για δάνεια, ενώ υπήρχε αυξανόμενη εισροή κοινοτικών πόρων), ενώ η κατάρρευση ήρθε απότομα λόγω της παγκόσμιας κρίσης που επιδείνωσε το διεθνές περιβάλλον και εμφάνισε τον «βασιλιά γυμνό». Τόσο γυμνό, που δεν μπόρεσε να αντιδράσει αφού πρακτικά δεν υπάρχει παραγωγικό σύστημα στους τομείς εκείνους που δείχνουν ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια. Πιο συγκεκριμένα αν συγκρίνει την ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία των ανταγωνιστικών κλάδων (κυρίως γεωργία, βιομηχανία, τουρισμός)  μεταξύ Ελλάδας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών θα διαπιστώσει το χάσμα. Αν μάλιστα κάποιος αναλύσει τη παραγωγική δομή των περιφερειών της χώρας θα διαπιστώσει το μέγεθος του δράματος: βασικοί τομείς είναι το εμπόριο, οι κατασκευές και η διαχείριση ακίνητης περιουσίας. Ένα δράμα που εξελίχθηκε σε τραγωδία εξ αιτίας της μείωσης της ζήτησης που είχε ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις ειδικά σε αυτούς τους κλάδους όπως δείχνουν τόσο η μείωση του ΑΕΠ όσο και η αύξηση της ανεργίας και της μετανάστευσης.
Η συνοπτική αυτή περιγραφή της πορείας μέχρι σήμερα είναι ιδιαίτερα απλουστευτική, θεωρείται όμως απαραίτητη για να δώσει περιεχόμενο στην πρόταση της Δημοκρατικής Αριστεράς για αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου. Αλλαγή που πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά: α) να εστιάζεται στην εξωστρέφεια της οικονομίας με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, β) να βασίζεται σε ολοκληρωμένη στρατηγική, γ) να έχει χωρική διάσταση, δ) να είναι αποκεντρωμένη και ε) να υπακούει στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης.
Αναλυτικότερα:
·         Εξωστρέφεια με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας: αποτελεί την υπ’ αριθμό ένα προτεραιότητα αφού είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν επιχειρήσεις που θα παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που είτε θα εξάγονται, είτε θα μπορούν να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τον ανταγωνισμό από ομοειδή προϊόντα στην εσωτερική αγορά. Η επίτευξη του στόχου αυτού δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη μείωση του εργατικού κόστους αλλά αντίθετα από την αύξηση της παραγωγικότητας που θα εξασφαλίσει η εισαγωγή τεχνολογικών και άλλων καινοτομιών και η παραγωγή νέων ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης που θα ενσωματώνουν κεφάλαιο, γνώση και εξειδικευμένη εργασία. Η αξιοποίηση τοπικών πόρων (φυσικών, πολιτιστικών, παραδοσιακής γνώσης, ασφαλών προϊόντων διατροφής κλπ) αλλά και η νέα πολιτιστική δημιουργία πρέπει να υποστηριχθούν κατάλληλα όπως και οι τομείς που συνδέονται με την βελτίωση της χρήσης των φυσικών  πόρων (πχ. βελτίωση ενεργειακής απόδοσης, αξιοποίηση βιοποικιλότητας, διαχείριση στερεών αποβλήτων κλπ) αφού μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.  Η επίτευξη του στόχου αυτού προϋποθέτει τη δημιουργία σταθερού και ελκυστικού επιχειρηματικού πλαισίου (πχ. σταθεροί φορολογικοί κανόνες, μείωση της γραφειοκρατίας κλπ), καθώς και ενός στοχευμένου συστήματος κινήτρων (επιχορηγήσεις, φορολογικές απαλλαγές, πρόσβαση σε δανειοδοτήσεις με ευνοϊκούς όρους) που δεν θα βάζει στο ίδιο επίπεδο το εμπόριο, τα ελεύθερα επαγγέλματα, τον κατασκευαστικό τομέα και τις εξαγωγικές επιχειρήσεις.
·         Ολοκληρωμένη στρατηγική: μέχρι σήμερα μετά από σχεδόν 30 χρόνια από την πρώτη εφαρμογή των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων στη χώρα μας και την εισαγωγή του πολυετούς σχεδιασμού, η αδυναμία για ολοκληρωμένο σχεδιασμό με σαφείς και ιεραρχημένους στόχους παραμένει έντονη. Αντίθετα το πολιτικό και διοικητικό σύστημα παραμένει προσκολλημένο στα μεμονωμένα έργα υποδομής – και ιδιαίτερα τα μεγάλα έργα – ανεξάρτητα από την συμβολή τους στην ανάπτυξη. Ο μηχανισμός παραγωγής μελετών - κατασκευών για έργα υψηλού κόστους έχει πολλούς συμμάχους σε όλο το κύκλωμα (δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικοί, εργολάβοι). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι αξιολογήσεις που έγιναν μετά από την υλοποίηση των διαδοχικών κοινοτικών πλαισίων στήριξης σε ότι αφορά τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα τους στη περίπτωση της Ελλάδας έδειχναν πάντα υστέρηση σε σχέση με ομοειδείς χώρες. Σήμερα είναι απαραίτητο παρά ποτέ να υπάρξει συνολικός σχεδιασμός πολιτικών και πολυτομεακών δράσεων με τις απαραίτητες ιεραρχήσεις μετά από διεξοδική ανάλυση των αναπτυξιακών προβλημάτων και των αιτίων που τα προκαλούν με αξιοποίηση των χρηματοδοτήσεων ανεξάρτητα από ποιά πηγή προέρχονται (διαρθρωτικά ταμεία, άλλοι ευρωπαικοί πόροι πχ. ΕΤΕ, εθνικοί πόροι, κλπ.). Οι δράσεις που θα επιλέγονται τελικά για χρηματοδότηση πρέπει να έχουν υψηλή συμβολή στην επίλυση των αιτίων που δημιουργούν τα προβλήματα είτε αυτά είναι οικονομικά, είτε κοινωνικά, είτε περιβαλλοντικά και όχι απλά υψηλή συμβολή στην επανεκλογή.

·         Χωρική διάσταση: Μέχρι σήμερα ο όποιος σχεδιασμός έγινε δεν έλαβε υπόψη του ότι δεν έχουμε μια χώρα με ομοιογενή χαρακτηριστικά. Υπάρχουν πρακτικά τέσσερεις μεγάλες γεωγραφικές ενότητες, «τέσσερεις Ελλάδες»: η αστική, η αγροτική, η ορεινή και η νησιωτική. Για κάθε μία από αυτές τις περιοχές-ζώνες θα πρέπει να υπάρξει εκπόνηση διαφορετικής αναπτυξιακής στρατηγικής με διαφορετικούς στόχους, προτεραιότητες και μέσα που να λαμβάνει υπόψη της τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις αδυναμίες και τα πλεονεκτήματα τους. Ο στρατηγικός αυτός σχεδιασμός είναι ευθύνη του κεντρικού κράτους, ενώ οι περιφέρειες θα πρέπει να αναλάβουν να εξειδικεύσουν τη στρατηγική αυτή στη περιοχή ευθύνης τους λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής. Για παράδειγμα το σχέδιο για τη Περιφέρεια Θεσσαλίας θα πρέπει να έχει ένα ισορροπημένο μείγμα στρατηγικής αφού περιλαμβάνει και τους τέσσερεις τύπους περιοχών, ενώ το Ν.Αιγαίο είναι αμιγώς νησιωτική περιοχή κυρίως με μεσαία και μικρά νησιά σε αντίθεση με ότι συμβάνει  στη Κρήτη.

·         Αποκέντρωση στην υλοποίηση του αναπτυξιακού σχεδιασμού: η λειτουργία των αιρετών περιφερειών στις οποίες έχει ανατεθεί ο αναπτυξιακός σχεδιασμός πρέπει να ενισχυθεί με την εκχώρηση σε αυτές όλων των έργων που είναι περιφερειακής σημασίας ώστε να έχουν την ευθύνη και να λογοδοτούν στους πολίτες που τους εκλέγουν. Αντίστοιχα, οι δήμαρχοι θα πρέπει να αναλαμβάνουν έργα και δράσεις που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις και πολίτες και την κάλυψη τοπικών αναγκών. Αντίθετα τα Υπουργεία πρέπει να επικεντρωθούν στη χάραξη και υλοποίηση των κλαδικών πολιτικών, του στρατηγικού σχεδιασμού και των οριζόντιων δράσεων που αφορούν στις συγκεκριμένες πολιτικές. Είναι αδιανόητο οι υπουργοί και τα επιτελεία τους να ασχολούνται με χρηματοδοτήσεις, διαγωνισμούς και ελέγχους έργων τοπικής σημασίας και γενικότερα με επίλυση τοπικών θεμάτων απλά για να συντηρούν το πελατειακό σύστημα, αντί να ασχολούνται με τη χάραξη και την υλοποίηση μιας μακροπρόθεσμης εθνικής πολιτικής. Η τελευταία όσο δεν αποτελεί κυβερνητική προτεραιότητα και συνεχίζει να είναι αποσπασματική και αναποτελεσματική έχει ως συνέπεια ένα συνεχές ράβε-ξήλωνε ακόμη και μεταξύ υπουργών της ίδιας κυβέρνησης γεγονός που μας έχει οδηγήσει στα σημερινά αναπτυξιακά αδιέξοδα.

·         Βιώσιμη ανάπτυξη: το νέο αναπτυξιακό πρότυπο δεν μπορεί να είναι στενά οικονομικό εστιάζοντας μόνο στην αύξηση της δυνατότητας παραγωγής της οικονομίας ειδικά βραχυχρόνια σε τομείς όπως πχ. οι κατασκευές όσο και αν αυτό είναι επείγον στη σημερινή συγκυρία, αλλά να επενδύσει κύρια στην εξωστρέφεια της. Εξ ίσου επείγον είναι τα οφέλη που προκύπτουν από την αναπτυξιακή διαδικασία να διαχέονται στη κοινωνία ώστε να ελαχιστοποιούνται συνθήκες φτώχειας, ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού μέσα από τους κατάλληλους μηχανισμούς. Οι τελευταίοι θα συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού με μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου, την δια βίου εκπαίδευση για συνεχή βελτίωση των γνώσεων και των δεξιοτήτων με στόχο την εύρεση εργασίας ή την αυταπασχόληση ειδικά με την ενεργοποίηση των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων για ανάληψη οικονομικών, επιχειρηματικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων αλλά και των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων Κοινωνικής Ενταξης ώστε άτομα με ιδιαίτερες δυσκολίες να μην παραμένουν στο περιθώριο της ζωής. Ταυτόχρονα παραμένει επείγουσα η διατήρηση των λειτουργιών του περιβάλλοντος και η προσαρμογή μας στις κλιματικές αλλαγές δράσεις απαραίτητες όχι μόνο για την εξασφάλιση ποιότητας ζωής, αλλά και στην θωράκιση και διατήρηση και αυτών των οικονομικών και ανθρώπινων δραστηριοτήτων.  Παράλληλα η συμμόρφωση της χώρας μας με τις διεθνείς υποχρεώσεις της (πχ.  διαχείριση νερών, υγρών και στερεών αποβλήτων, προστασία βιοποικιλότητας και τοπίου, εξοικονόμηση ενέργειας και μείωση παραγωγής αερίων του θερμοκηπίου, κλπ) θα δημιουργήσει πρόσθετες δραστηριότητες και όχι μόνο βαριά πρόστιμα και υψηλούς κινδύνους για μη χρηματοδότηση του νέου ΕΣΠΑ .
 

Η Δημοκρατική Αριστερά πρέπει να υποστηρίξει ότι προϋπόθεση για την επιτυχία στην αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου είναι η εξασφάλιση ισχυρών δομών-θεσμών με ξεκάθαρους ρόλους και νομοθετικό πλαίσιο και σταθερού πλαισίου κλαδικών πολιτικών. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις τόσο στη λειτουργία του κεντρικού κράτους, όσο και του Καλλικράτη που διέπει τη λειτουργία της αποκεντρωμένης διοίκησης και της αυτοδιοίκησης. 
30 Οκτωβρίου 2013

Εφημερίδα των Συντακτών - Η δημιουργία του τρίτου πόλου


Η δημιουργία του τρίτου πόλου 
(δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών29/10/13
  http://www.efsyn.gr/?cat=148&paged=3 )
Η κρίση που ξέσπασε το 2009 είχε ως φυσική συνέπεια να αλλάξει και το πολιτικό τοπίο που διαμορφώθηκε μετά το 1974 με την εναλλαγή ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στην εξουσία. Το νέο τοπίο όπως διαμορφώθηκε στις εκλογές του 2012 (ειδικά σε εκείνες του Μαϊου όπου κανένα κόμμα δεν ξεπέρασε το 20%) και φαίνεται να διατηρείται χωρίς σημαντικές αλλαγές μέχρι σήμερα όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, αποτύπωσε την έντονη δυσαρέσκεια έως και την οργή των πολιτών προς τα δύο κόμματα που άσκησαν την εξουσία για τη πολιτική τους μέχρι το 2009 και για τη διαχείριση της κρίσης. Δυσαρέσκεια και οργή που εκφράστηκε και συνεχίζει να εκφράζεται προς τα κόμματα αλλά και στα άτομα που πρωταγωνίστησαν όλη τη προηγούμενη περίοδο και σήμερα, χωρίς καν να έχουν παραδεχτεί τις ευθύνες τους και να έχουν ζητήσει συγγνώμη για τα εγκληματικά τους λάθη, αποδίδουν τις ευθύνες στους πολίτες και εισηγούνται μέτρα που είναι αδιέξοδα και καταστροφικά για την οικονομία και την κοινωνία. 
Η εκλογική καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ που συνεχίζεται μέχρι σήμερα όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις και ο μεγάλος αριθμός αναποφάσιστων που καταγράφεται σ’αυτές, έφερε στο προσκήνιο την αναγκαιότητα για τη δημιουργία μιας ευρείας πολιτικής πλατφόρμας που να καλύπτει το χώρο των προοδευτικών δυνάμεων για τη συγκρότηση του τρίτου πόλου ανάμεσα στον «φοβικό λαϊκισμό» και τον «επαναστατικό λαϊκισμό» ώστε με υπευθυνότητα και σταθερότητα να οδηγήσει τη χώρα σταδιακά έξω από τη κρίση. Όμως παρά το γεγονός ότι αυτή η διαπίστωση έχει επαναληφθεί από πολλούς, υπάρχει αντικειμενική δυσκολία στη συγκρότηση του χώρου αυτού με τις προσπάθειες που γίνονται κυρίως σε επίπεδο προσώπων της κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Οι ερχόμενες εκλογές στην αυτοδιοίκηση δίνουν μια πολύ ευκαιρία για να δοκιμαστεί ο σχηματισμός αυτού του πόλου στη πράξη, από τα κάτω, μέσα από τη συνεργασία για την ανάδειξη τοπικών και περιφερειακών αρχών του προοδευτικού χώρου πάνω σε προγραμματικές συμφωνίες με συμφωνημένες αρχές και αξιόπιστα προγράμματα δράσης.
 Η Δημοκρατική Αριστερά έχει πολύ έγκαιρα τοποθετηθεί σχετικά εκφράζοντας τη πρόθεση να ενισχύσει ενωτικές και αυτόνομες τοπικές πρωτοβουλίες και να βοηθήσει στη διαμόρφωση κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών σε τοπικό επίπεδο που θα βασίζονται σε άτομα που έχουν επιδείξει αξία, ανοιχτό μυαλό και ανιδιοτέλεια ώστε με όραμα, στρατηγική και σχέδιο για την οργάνωση και λειτουργία της αυτοδιοίκησης θα προετοιμάσουν ρεαλιστικό επιχειρησιακό πρόγραμμα δράσης αξιοποιώντας με το καλύτερο τρόπο τις υπάρχουσες περιορισμένες χρηματοδοτήσεις και το υφιστάμενο προσωπικό, αλλά και την όποια άλλη δυνατότητα παρουσιάζεται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Η επιδίωξη εκλογικών συνεργασιών με δυνάμεις και φερέγγυα πρόσωπα του δημοκρατικού τόξου θα πρέπει να έχουν ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση των τοπικών / περιφερειακών προβλημάτων με βάση αρχές όπως (α) η ουσιαστική λειτουργία των θεσμών και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων με στόχο το δημόσιο συμφέρον και μακριά από κάθε είδους πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις από ποικιλώνυμα συμφέροντα, (β) η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα και η χρηστή αξιοποίηση των χρηματικών και ανθρώπινων πόρων, (γ) η αλλαγή της αναπτυξιακής στρατηγικής με ορθολογική αξιοποίηση των τοπικών πόρων και στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη και (δ) η ενίσχυση της ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής απέναντι στην επιδοματική πελατειακή πολιτική.
Η αναζήτηση σε όλη τη χώρα συνεργασιών με τις δυνάμεις εκείνες που είναι αποφασισμένες να γυρίζουν τη πλάτη σε πρακτικές που έφεραν τη χώρα στη καταστροφή και τη κοινωνία σε απόγνωση και είναι πρόθυμες να δουλέψουν για το δημόσιο συμφέρον, αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία να δοκιμαστεί στη πράξη η δημοκρατική σύμπραξη για μιαν άλλη Ελλάδα, αυτής των ισχυρών θεσμών, της νομιμότητας, της ανοχής στη διαφορετικότητα, της συναίνεσης, της μη βίας.
Αν αυτό το πείραμα στη βάση πετύχει, τότε η συγκρότηση του τρίτου πόλου θα γίνει ευκολότερα και το κυριότερο θα έχει στέρεες βάσεις.

Γιάννης Σπιλάνης
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
Τ. Γενικός Γραμματέας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής

Δημοκρατική Αριστερά: η κυβερνώσα, η υπεύθυνη, η ανανεωτική αριστερά

Δημοκρατική Αριστερά: η κυβερνώσα, η υπεύθυνη, η ανανεωτική αριστερά
Πολύ συζήτηση έχει γίνει και γίνεται ακόμη και σήμερα τόσο μέσα στο κόμμα, όσο και στη κοινωνία για το ρόλο και τη δράση της ΔΗΜΟΚΡΑΤΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ τη μετεκλογική περίoδο σε ότι αφορά τόσο στην αρχική απόφαση για συμμετοχή της στη κυβέρνηση του Ιουνίου 2012 όσο και στην «έξοδό» της ένα χρόνο μετά. Οτι υπάρχει η συζήτηση αυτή σημαίνει ότι η κοινωνία παρακολουθεί στενά τη πορεία της ΔΗΜΑΡ, η οποία έχοντας δώσει στοιχεία υπεύθυνου λόγου και υπεύθυνης στάσης από τότε που συστάθηκε, προσελκύει το ενδιαφέρον ενός κοινού ευρύτερου από τους ψηφοφόρους της.
Είναι σημαντικό να προσδιορίσουμε τι σημαίνουν οι επιθετικοί προσδιορισμοί που χρησιμοποιεί η ΔΗΜΑΡ για να προβάλει τις θέσεις της και ποια είναι η σημαντικότητα του καθενός από αυτούς ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητή η συμπεριφορά της και οι αποφάσεις που έχει πάρει τα τελευταίους μήνες.
Η ΔΗΜΑΡ δηλώνει και είναι κυβερνώσα αριστερά γιατί είναι η αριστερά που δεν φοβάται να αναμιχθεί στη πολιτική διαχείριση της χώρας σε συνεργασία με άλλες δυνάμεις με τις οποίες μοιράζεται ένα ελάχιστο κοινό όραμα για τη χώρα, ή όπως έγινε στη συγκυβέρνηση με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και αφορούσε στην βούληση για την αποφυγή της πτώχευσης της χώρας και τη παραμονή της στη Ευρώπη και στο ευρώ. Αυτό έγινε με βάση ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα όπως προέβλεπε η αρχική συμφωνία της τρικομματικής κυβέρνησης εθνικής ευθύνης. Όμως, μια σειρά προϋποθέσεων που η ΔΗΜΑΡ είχε βάλει κατά τη διαπραγμάτευση αυτής της συμφωνίας και που αφορούσαν στην επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου με στόχο τη σταδιακή απαγκίστρωση, την αλλαγή στο μοντέλο διακυβέρνησης και ανάπτυξης, η αλλαγή του φορολογικού κλπ, δεν τηρήθηκαν. Γι’ αυτό δεν δίστασε να αποχωρήσει όταν έγινε φανερό ότι η ΝΔ μετά την επιτυχή εκταμίευση της μεγάλης δόσης του δανείου τον περασμένο Γενάρη, άλλαξε στρατηγική και εγκαταλείποντας τη τρικομματική συμφωνία αποφάσισε να εγκαθιδρύσει ένα κράτος δεξιάς  υιοθετώντας όλα τα ανάλογα μέτρα και σταματώντας όλες τις πρωτοβουλίες που είχαν διαφορετικό πρόσημο. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η άρνηση ψήφισης του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που κατέθεσε στην Βουλή ο Υπ. Δικαιοσύνης  Αντ. Ρουπακιώτης, η ψήφιση του οποίου θα μπορούσε να είχε βάλει φρένο την εγκληματική δράση των ρατσιστικών και νεοναζιστικών οργανώσεων που όπως αποκαλύπτεται σήμερα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις που όμως η ΝΔ ήθελε να αποκρύψει. Με τη τακτική της αυτή η ΝΔ πρακτικά εκβίαζε τους εταίρους της να δεχτούν τις απόψεις της και να μην προκαλέσουν κυβερνητική κρίση και πτώση της κυβέρνησης. Όμως η στάση της ΔΗΜΑΡ ως κυβερνώσα αριστερά διαφοροποιείται από τα κυβερνητικά κόμματα που βάζουν ως πρώτη προτεραιότητα την κατάληψη της εξουσίας και στη συνέχεια τη διατήρηση τους σ’ αυτή αναπτύσσοντας τους σχετικούς μηχανισμούς. Στους 11 αυτούς μήνες δώσαμε μάχες. Πολλά κρίσιμα θέματα τα αποκρούσαμε και άλλα τα διορθώσαμε. Άλλα πάλι τα δεχθήκαμε, επιλέγοντας κάθε φορά ποιο είναι το μείζον. Όμως η ΔΗΜΑΡ δεν μπορούσε να συνεχίσει να παραμένει στη κυβέρνηση όταν θέματα που σχετίζονται με τις θεμελιώδεις αρχές της σε ότι αφορά τη νομιμότητα, τη πίστη στη λειτουργία των θεσμών, τη καταπολέμηση του ρατσισμού και του φασισμού, την υπεράσπιση των εργαζόμενων και άλλα ρυθμίζονταν με τρόπο απαράδεκτο για εμάς. 
Η ΔΗΜΑΡ δηλώνει και είναι υπεύθυνη αριστερά με την επιμονή της να τοποθετείται ανάμεσα στις μνημονιακές και αντιμνημονιακές δυνάμεις, ανάμεσα στο «φοβικό»  λαϊκισμό και στον «επαναστατικό» λαϊκισμό. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει ότι οι απόψεις τις δεν είναι ευκαιριακές για να μεταβάλλονται ανάλογα με το που φυσά ο άνεμος και οι δημοσκοπήσεις, αλλά με επιμονή και χωρίς να χαϊδεύει τα αυτιά των πολιτών απευθυνόμενη στο θυμικό τους, βάζει μπροστά τις αρχές και τη στρατηγική της ανανεωτικής αριστεράς. Μια ανανεωτική αριστερά που δεν είναι ούτε φιλελεύθερη, ούτε κρατιστική, αλλά η πολιτική δύναμη που βάζει πάνω απ’ όλα το δημόσιο συμφέρον. Η ΔΗΜΑΡ είναι μια υπεύθυνη δύναμη και για έναν ακόμη λόγο: τώρα που δεν είναι πλέον στη κυβέρνηση δεν καταψηφίζει ό,τι προτείνει η κυβέρνηση από καθαρά αντιπολιτευτική θέση αλλά  στηρίζει κυβερνητικές πρωτοβουλίες που θεωρεί ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, ψηφίζει διατάξεις με τις οποίες συμφωνεί, ενώ δεν διστάζει να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις που θα βελτίωναν τις κυβερνητικές προτάσεις, ενώ συνεχίζει να καταψηφίζει τις κυβερνητικές προτάσεις με τις οποίες διαφωνεί ριζικά και κάθετα όπως έκανε και όταν ήταν στη κυβέρνηση και αφορά πχ. την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Ο στόχος της υπεύθυνης πολιτικής δύναμης είναι το δημόσιο και όχι το κομματικό συμφέρον.

Όμως η ΔΗΜΑΡ είναι πάνω απ’ όλα ανανεωτική αριστερά με αρχές, προγραμματικό λόγο και πολιτικό σχέδιο διαφορετικό τόσο από τη πολιτική που εφάρμοσαν και εφαρμόζουν  ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αλλά και διαφορετικό από αυτό που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα κύρια στοιχεία των θέσεων αφορούν:
- τη πίστη στους θεσμούς και στη νομιμότητα  για τη σταθερή υπεράσπιση της δημοκρατίας δίνοντας απάντηση στον ρατσισμό και στον φασισμό
- την ανάγκη για παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας για να αντιμετωπιστούν η φτώχεια, η ανεργία, η ανασφάλεια, ο ρατσισμός, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
- την ανάγκη για γενναίες και ριζικές μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα, στο κράτος και στη δημόσια διοίκηση, στην υγεία, στη εκπαίδευση, στο φορολογικό σύστημα κλπ που δεν έχουν καμία σχέση με τις απορρυθμίσεις που εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση βυθίζοντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα του λαού σε απόγνωση.
- την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μέσα σε μια Ευρώπη ομοσπονδιακή με ουσιαστική λειτουργία των θεσμών και σε ισότιμη συμμετοχή των κρατών.

Τις αρχές της η ΔΗΜΑΡ δεν είναι διατεθειμένη να τις απεμπολήσει ούτε με αντάλλαγμα τη παραμονή στη κυβέρνηση, ούτε με την αύξηση των δημοσκοπικών και εκλογικών ποσοστών. Με βάση αυτές τις αρχές πορεύεται και θα εξακολουθήσει να πορεύεται και καλεί όσους ασπάζονται τις βασικές αυτές αρχές να συμπορευθούν μαζί της.

Γιάννης Σπιλάνης
Επ.Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Τ. Γενικός Γραμματέας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου

Η εμπειρία της διακυβέρνησης και ο ρόλος της κυβερνώσας αριστεράς στις επόμενες συνεργασίες σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο

« Η εμπειρία της διακυβέρνησης και ο ρόλος της κυβερνώσας αριστεράς στις επόμενες συνεργασίες σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο»

Η εμπειρία που αποκόμισε η Δημοκρατική Αριστερά από τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση
της χώρας σε μια περίοδο πρωτόγνωρης για τη μεταπολίτευσης κρίσης όχι μόνο οικονομικής και κοινωνικής, αλλά ταυτόχρονα κρίσης αξιών και θεσμών, είναι ανεκτίμητη παρά τις αντίθετες απόψεις που έχουν ακουστεί τόσο για την ορθότητα της συμμετοχής σε αυτής όσο και για την ορθότητα και κυρίως τη διαχείριση της απόφασης εξόδου από αυτήν.
Ηταν ανεκτίμητη για πολλούς λόγους:
·         Έδειξε ότι υπάρχει ένα τμήμα της αριστεράς που δεν αρέσκεται στη «σιγουριά» της αντιπολίτευσης, αλλά προτιμά το πεδίο της μάχης για τη σωτηρία της χώρας
·         Έδειξε στη πράξη ότι η ανανεωτική αριστερά έχει στελέχη που μπορούν να σχεδιάσουν, να παράγουν πολιτική και να την εφαρμόσουν
·         Εδειξε στη πράξη ότι η ανανεωτική αριστερά ξέρει να μάχεται με τους σκληρότερους διαπραγματευές για το δημόσιο συμφέρον έχοντας βάση συγκεκριμένους στόχους όπως προέκυπταν από επεξεργασμένες πολιτικές και στρατηγικές δράσης
·         Εμαθε ότι για να λειτουργήσουν οι κυβερνήσεις αποτελεσματικά δεν αρκούν τα προεκλογικά συνθήματα, οι γενικολογίες και οι υποσχέσεις (όπως συνήθιζαν και συνεχίζουν να λειτουργούν τα μεγάλα κόμματα προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία) αλλά χρειάζεται ένα πλήρες πρόγραμμα και σχέδιο δράσης που να περιλαμβάνει όραμα, ανάλυση των προβλημάτων και αποτίμηση των αιτίων τους, αλλά και στρατηγική για την αντιμετώπιση τους.
·         Έμαθε ότι για να αναλάβεις κυβερνητικές ευθύνες και να είσαι αποτελεσματικός χρειάζεται ένας καλοδουλεμένος μηχανισμός που να υποστηρίζει τα στελέχη πρώτης γραμμής στην υλοποίηση της πολιτικής
·         Εμαθε από κοντά, «εκ των έσω» ότι τα παραδοσιακά κόμματα και οι μηχανισμοί τους που τα συντηρούν στην εξουσία δεν έχουν διδαχθεί τίποτα από τη κρίση και συνεχίζουν να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο όπως και χθες, με τις πρακτικές της συναλλαγής, της σπατάλης, της αδιαφάνειας, της διαφθοράς, των πελατειακών σχέσεων, πρακτικές που μας έφεραν στη κρίση. Αντίθετα η έννοια «δημόσιο συμφέρον» είναι άγνωστη στη πλειοψηφία των μηχανισμών αυτών.
      
Τα στελέχη που η Δημοκρατική Αριστερά τοποθέτησε σε κυβερνητικές θέσεις δεν είχαν την εμπειρία της διακυβέρνησης και έπρεπε πολύ γρήγορα να προσαρμοστούν σε ένα τουλάχιστον επιφυλακτικό αν όχι εχθρικό περιβάλλον δεδομένου ότι οι μηχανισμοί εξουσίας που είχαν δομηθεί σε προηγούμενες περιόδους παρέμειναν άθικτοι. Χωρις να υπάρχει δυνατότητα για κεντρικό συντονισμό της δράσης από πλευράς της Δημοκρατικής Αριστεράς για το σύνολο του κυβερνητικού έργου, τα στελέχη λειτούργησαν με βάση αρχές και κανόνες που πρέπει να διέπουν τη συμμετοχή της αριστεράς στην άσκηση εξουσίας. Στη προσπάθεια άσκησης των καθηκόντων:
- στηριχθήκαμε στη διοίκηση προσπαθώντας να αξιοποιήσουμε το υφιστάμενο ανθρώπινο δυναμικό αποφεύγοντας κατά κανόνα στη προσφυγή των εξωτερικών συμβάσεων και των "συμβούλων" για τις τρέχουσες λειτουργίες της διοίκησης ουσιαστικά υποκαθιστώντας την.
-  διαπιστώσαμε τις πολλαπλές αδυναμίες της διοίκησης και προσπαθήσαμε να τα αντιμετωπίσουμε συμμετέχοντας ενεργά στην αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα και ενεργοποίηση των στελεχών του. Αλλά τα εμπόδια που έβαλαν όσοι ήθελαν να μείνουν οι δομές ανέγγιχτες και να συνεχίσουν με τις παλιές πρακτικές φρόντιζαν να ακυρώνουν τα συστηματικά βήματα που έπρεπε να γίνουν για να επιτύχει το κρίσιμο αυτό εγχείρημα ώστε να μην προχωρήσει η ουσιαστική αλλαγή στη λειτουργία του κράτους και στη σχέση κράτους-πολίτη, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του. Αντίθετα προωθήθηκε με όλους τους τρόπους  η μείωση του με παράδοση επικερδών τομέων δράσης στους ιδιώτες.
-διαπιστώσαμε τα προβλήματα λειτουργίας των υπηρεσιών από τη μη εφαρμογή του δημοσιουπαλληλικού κώδικα και των διαδικασιών. Η προσπάθεια εφαρμογής των κανόνων λειτουργίας αν και συνάντησε αρχικά αντιρρήσεις από τις υπάρχουσες συνήθειες αλλά και γιατί έσπαγε τη λειτουργία κυκλωμάτων, έγιναν θετικά αποδεκτά από τη πλειοψηφία των δημόσιων λειτουργών που διέκριναν τις προθέσεις αλλά και την διάθεση παραγωγής πραγματικού έργου και όχι τη προώθηση "ρουσφετιών" όπως είχαν συνηθήσει από τους προκατόχους μας.
-  αντιμετωπίσαμε μια μεγάλη πίεση για συνέχιση των πελατειακών σχέσεων από τη πλευρά των κυβερνητικών εταίρων. Το «κόκκινο τηλέφωνο χτυπούσε σχεδόν αποκλειστικά για «τακτοποιήσεις» προσωπικών υποθέσεων και ελάχιστες φορές για την προώθηση πολιτικών και προώθηση θεμάτων δημόσιου συμφέροντος
-   αντιμετωπίσαμε την έλλειψη πολιτικής βούλησης για ουσιαστικές αλλαγές στις πολιτικές που οδήγησαν τη χώρα στη κρίση σε όλους τους τομείς που είχαμε την ευθύνη άσκησης πολιτικής Η έλλειψη συγκεκριμενης στρατηγικής πέρα από τη δημοσιονομική προσαρμογή και η αδυναμία της ΔΗΜΑΡ για προώθηση και προβολή θεμάτων της περιοχής ευθύνης μας δεν επέτρεψε παρά τις επιτυχίες, αυτές να μείνουν μεμονωμένες και να μην αλλάξουν την ατζέντα ούτε να αναδείξουν το ρόλο της ΔΗΜΑΡ. Πολλές από τις προσπάθειες αυτές προβλήθηκαν μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από τη κυβέρνηση για προφανείς λόγους οικειοποίησης του όποιου θετικού έργου επιτελέστηκε.

- προσπαθήσαμε για  τη ανάπτυξη κουλτούρας συνεργασίας και το"μπολιάσμα" των κυβερνητικών μας εταίρων που είχαν συνηθίσει στις μονοκομματικές ανεξέλεγκτες κυβερνήσεις για τη βασανιστική προσπάθεια της σύγκλισης απόψεων που σε πολλά θέματα ήταν σημαντικά διαφορετικές αν όχι αντίθετες τόσο σε ότι αφορά τους στόχους ( πχ. Θέματα αναπτυξιακής, εκπαιδευτικής ή περιβαλλοντικής πολιτικής) και τα μέσα υλοποίησης  τους. Σε πολλές περιπτώσεις ήταν προφανής η προσπάθεια τους για ακύρωση προσπαθειών μέσα από "μπλοκάρισμα" θεμάτων που είχαν διαφορετικό πρόσημο από τις δικές τους βλέψεις.

Η απαξίωση του εμβληματικότερου μέτρου της νησιωτικής πολιτικής: του μεταφορικού ισοδύναμου

  Την ώρα που η Κυβέρνηση «υπερηφανεύεται» στα εθνικά και διεθνή φόρα και σε καλοπληρωμένες εκθέσεις ότι έχει νησιωτική πολιτική και μάλισ...