ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η κατάσταση όχι μόνο δεν φαίνεται να βελτιώνεται, αλλά μάλλον χειροτερεύει αν παρακολουθεί κάποιος τις εξελίξεις των αριθμών όπως το ΑΕΠ και η ανεργία, ή απλά τι συμβαίνει γύρω του στη κοινωνία, στις επιχειρήσεις, στα μαγαζιά.
Οι πολιτικές που έχουν ασκηθεί μέχρι τώρα είναι πολλαπλά αποτυχημένες γιατί:
-       Δεν είναι σε θέση να ενεργοποιήσουν τον δημόσιο τομέα στη πάταξη της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής, της σπατάλης και της διαφθοράς επειδή υποχρεωτικά θα πρέπει να αγγίξουν τους πραγματικά υπαίτιους της σημερινής κατάστασης και στυλοβάτες του πελατειακού κράτους
-       Δεν είναι σε θέση να προχωρήσουν στις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις του δημόσιου τομέα και την ενίσχυση της παραγωγής, αφού δεν μπορούν να πείσουν για την ορθότητα των προτάσεων τους ούτε τους οπαδούς  τους. Πχ. οι προτάσεις τους για ανάπτυξη περιορίζονται στην ενίσχυση των μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών όπως στη περίπτωση της παραθεριστικής κατοικίας και στην ανάπτυξη των ΑΠΕ στις επιδοτήσεις μεγάλων «βιομηχανικών εγκαταστάσεων», με ανειδίκευτη προσωρινή  απασχόληση και περιβαλλοντική επιβάρυνση και χωρίς άλλες αναπτυξιακές επιπτώσεις
-       Δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος που είναι η χρόνια κρίση της πραγματικής οικονομίας που παρέμεινε προσκολλημένη στις κρατικές άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις, στην ανοχή της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής, της παράνομης λειτουργίας. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να πιστοποιούν τον κανόνα.
-       Δεν είναι σε θέση να ενεργοποιήσουν τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις με αναπτυξιακή προοπτική, αλλά ούτε καν για αναθέρμανση της οικονομίας και υποστήριξη των ανέργων και άλλων πληττόμενων ομάδων
-       Συνεχίζουν την λύση των οριζόντιων σκληρών περικοπών μισθών, συντάξεων, κοινωνικών παροχών και χρηματοδοτήσεων, χωρίς να διακρίνουν τα ξερά από τα χλωρά, περιορίζοντας την ζήτηση και διευρύνοντας την ύφεση
-       Συνεχίζουν τη προσπάθεια αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας αποκλειστικά με τη μείωση του μισθολογικού κόστους (ακόμη και αυτών που αμείβονται με το κατώτερο μισθό), ενώ δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η λύση είναι στην αναβάθμιση της ποιότητας των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών μέσα από την υιοθέτηση καινοτομιών σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής και της οργάνωσης της.
-       Δεν έχουν καταφέρει να πείσουν κανέναν ότι οι θυσίες δεν θα πάνε χαμένες, αφού ακόμη και αν σήμερα μας χάριζαν όλα τα χρέη, από αύριο θα συσσωρεύονταν νέα.
Το τελευταίο ίσως να είναι και το σπουδαιότερο πρόβλημα αφού οι πολίτες, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία ανέχθηκαν τα πρώτα μέτρα ως  αναπόφευκτα, βλέπουν σήμερα το αδιέξοδο των προσπαθειών τους. Η έλλειψη οράματος, σχεδίου και προοπτικής έχει αδρανοποιήσει τις υγιείς κοινωνικές και επιχειρηματικές δυνάμεις που όμως βλέπουν την ανάγκη για ανατροπή στη λειτουργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, εργοδοτών και εργαζομένων.
 Αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις  δείχνουν να αγνοούν όλες τις εναλλακτικές προτάσεις ανάπτυξης όπως άλλωστε έκαναν όλα τα προηγούμενα χρόνια καλυπτόμενοι πίσω από τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που οφείλονταν στην κατανάλωση με δανεικά.
Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε μερικές προτάσεις ειδικά για τον νησιωτικό χώρο. Κυρίαρχο ζητούμενο είναι η δημιουργία ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων που να δημιουργούν εξαγωγές ή έστω να αποτρέπουν εισαγωγές. Σε ένα νησί όπως η Λέσβος που πήρε το βραβείο «Ευρωπαϊκός Προορισμός Αριστείας» από την ΕΕ (βραβείο EDEN) και διεκδικεί τον χαρακτηρισμό της ως Παγκόσμιο Γεωπάρκο από την Ουνέσκο για το πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό της περιβάλλον, οι δυνατότητες είναι κατά βάση οι εξής:
-       Παραγωγή αγροτικών προϊόντων και προϊόντων διατροφής ποιότητας με βάση τοπικές πρώτες ύλες και τοπική τεχνογνωσία. Μεγάλες και μικρές παραγωγές  πρώτων υλών (πχ. λάδι, γάλα, μέλι, γλυκάνισο, φρούτα κλπ) - που ορισμένες είναι μοναδικές, όπως έδειξε η μελέτη της Περιφέρειας Β.Αιγαίου “Agriles”- μπορούν να αξιοποιηθούν ποικιλότροπα φτιάχνοντας ένα πλούσιο καλάθι προϊόντων
-       Προστασία, ανάδειξη και αξιοποίηση φυσικών και πολιτιστικών πόρων για προσέλκυση επισκεπτών με ειδικά ενδιαφέροντα: μοναδικά μνημεία της φύσης όπως το Απολιθωμένο Δάσος, μοναδικοί παραδοσιακοί οικισμοί (Αγιάσος, Συκαμνιά, Μόλυβος, Βατούσα αλλά και Πλωμάρι, Μυτιλήνη κλπ), μοναδικά μουσεία (Τεριαντ, Θεόφιλου, Αρχαιολογικό, Ιακωβίδη, Σαπουνιού στο Πλωμάρι, Λαδιού στην Αγ. Παρασκευή, Σιγρίου κλπ), μνημεία όπως τα Κάστρα Μυτιλήνης και Μολύβου, αρχαιολογικοί τόποι, απίστευτος πλούτος σε νεώτερα μνημεία και σύγχρονη πολιτιστική κληρονομιά (ελαιοτριβεία, αγγειοπλαστεία), υδροβιότοποι όπως της Καλλονής και της Γέρας, αλυκές και ιαματικές πηγές, υδρόμυλοι, κλπ άυλος πολιτισμός όπως αυτός που συνδέεται με τη Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Ελύτη αλλά και τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο και πόσα άλλα γνωστά ή λιγότερο γνωστά στοιχεία σκόρπια πάνω στο νησί πρέπει να διασυνδεθούν μεταξύ τους και να αναδειχθούν με ένα σύγχρονο τρόπο προσελκύοντας επισκέπτες που πέρα από την ήλιο και τη θάλασσα, ψάχνουν κάτι το ιδιαίτερο στον τόπο που επισκέπτονται.
-       Ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού (μουσική, πανηγύρια, αλογοδρομίες, κουζίνα κλπ) σε συνδυασμό με την βελτίωση και σήμανση των υπηρεσιών εστίασης και διαμονής
-       Ανάδειξη του Πανεπιστημίου Αιγαίου σε διεθνές κέντρο παραγωγής και διάσωσης της γνώσης με έμφαση στη «Νησιωτικότητα» (σύμφωνα και τη πρόσφατη χρηματοδότηση του υπουργείου Παιδείας), για την ανάπτυξη ενός άλλου είδους τουρισμού για όλο το χρόνο (εκπαιδευτικό, ερευνητικό, συνεδριακό).
Πίσω από αυτές τις εξαγωγικές δραστηριότητες σειρά άλλων «υποστηρικτικών» δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων από εκδόσεις και εφαρμογές τηλεματικής, μέχρι εκπαιδευτών χορών ή μουσικής, θαλάσσιων σπορ και καταδύσεων, συντήρησης μνημείων και παραδοσιακών οικισμών, εκπαίδευσης στη γλώσσα ή στη μαγειρική, δραστηριότητες που μπορούν να δώσουν απασχόληση σε ανθρώπους με διαφορετικό επίπεδο εκπαίδευσης, με διαφορετική κλίση, με διαφορετικά ενδιαφέροντα.
Όμως για να υλοποιηθούν αυτά χρειάζεται συλλογικό όραμα και στρατηγική. Χρειάζεται ακόμη ατομική αυτοπεποίθηση και δημιουργικότητα. Χρειάζεται συλλογική προσπάθεια για το κοινό συμφέρον.

Γ.Σπιλάνης
ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ: ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ
Η ελληνική κοινωνία ζει μέσα σε πολλές αντιφάσεις και αυτό δεν επιτρέπει να υπάρξουν διαρθρωτικές αλλαγές σε κανέναν τομέα με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα - στις δύσκολες μέρες που ζούμε – όχι απλά να υπάρχει πλήρης αδυναμία να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά αντίθετα να βυθιζόμαστε κάθε μέρα και πιο βαθειά.
Κλασσική περίπτωση είναι οι υπηρεσίες που παρέχει το δημόσιο. Ενώ από τη μια μεριά κατηγορούμε το δημόσιο τομέα ως σπάταλο, αντιπαραγωγικό, διεφθαρμένο, πελατειακό κλπ  που δεν παρέχει τις υπηρεσίες που θέλουμε, από την άλλη μόλις ανακοινωθούν αλλαγές τις απορρίπτουμε και είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε αυτό που πριν από λίγο κατηγορούσαμε. Αντί λοιπόν να αγωνιζόμαστε ώστε το Δημόσιο να παρέχει τις υπηρεσίες που χρειαζόμαστε εμείς ως πολίτες με το χαμηλότερο κόστος και τη καλύτερη εξυπηρέτηση, μένουμε κυριολεκτικά «κολλημένοι» σε ότι υπήρχε πριν, δίνοντας ταυτόχρονα επιχειρήματα σε εκείνους που επιθυμούν σφόδρα λιγότερο δημόσιο και περισσότερη αγορά.
Πρόσφατο παράδειγμα η  ανακοίνωση για κλείσιμο ορισμένων Τελωνείων σε παράκτιους οικισμούς στη Λέσβο και σε πολλά μικρά νησιά του Αιγαίου, όπως στον Αι Στράτη. Για τον ίδιο λόγο είχαν γίνει πολυήμερες σφοδρές κινητοποιήσεις στο Πλωμάρι πριν από μερικές εβδομάδες.
Ενώ είναι γνωστό ότι τα τελωνεία αυτά υπολειτουργούν εδώ και πολλά χρόνια αφού έχουν αλλάξει εντελώς οι συνθήκες εκείνες που επέβαλαν τη δημιουργία τους πριν από 100 και πλέον χρόνια με αποτέλεσμα οι υπάλληλοι κυριολεκτικά να κάθονται  σπίτι τους πολλές φορές (θυμάμαι παλαιότερο δημοσίευμα για άλλο τελωνείο του νησιού που άνοιγε μια φορά το μήνα!!!!) και να πληρώνονται (παλαιότερα όταν οι αγελάδες ήταν παχιές και υπερωριακά με αποτέλεσμα οι μισθοί τους να είναι υπέρογκοι). Εδώ δεν υπάρχει ευθύνη των υπαλλήλων, αλλά του κράτους που δεν φρόντισε να ανασχεδιάσει τις υπηρεσίες του έγκαιρα και να ορθολογικοποιήσει τις δαπάνες του (πρόσθετες δαπάνες για ενοίκια, εξοπλισμό κλπ) με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και τη βελτίωση των υπηρεσιών σε πολίτες και επιχειρήσεις. Η επίκληση της παροχής υπηρεσιών πχ. στους ψαράδες της περιοχής δεν μπορεί πλέον να ευσταθεί όπως την εποχή του τηλέγραφου, όταν για παράδειγμα η λειτουργία των ΚΕΠ και τα ηλεκτρονικά μέσα επιτρέπουν σήμερα συναλλαγές στα πέρατα του κόσμου. Αν δεν υπάρχουν, μπορούν να γίνουν!!!!
Η συζήτηση δεν πρέπει να εστιαστεί στο συγκεκριμένο παράδειγμα αλλά γενικά για το πώς λειτουργεί το δημόσιο, τι υπηρεσίες παρέχει και με ποιο κόστος και βέβαια πως θα αλλάξουν τα πράγματα για το κοινό μας  συμφέρον και όχι να μείνουν ως έχουν εξυπηρετώντας διάφορα αφανή και εμφανή «συμφέροντα». Τα παραδείγματα είναι πολλά και ο καθένας μας έχει να προσθέσει τη δική του εμπειρία σε θέματα είτε της διοίκησης,  είτε της υγείας, είτε της παιδείας κλπ όπου ενώ το κόστος λειτουργίας τους είναι υπέρογκο (πχ. νοσοκομεία) οι υπηρεσίες που παρέχουν είναι χαμηλές με αποτέλεσμα να ανθούν το «φακελάκι», η «παραπαιδεία», αλλά γενικότερα να παρεμποδίζεται η ομαλή πρόοδος της χώρας.
Είναι γεγονός ότι συχνά οι αλλαγές που προτείνονται (πχ. στο σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση και γενικότερα στη λειτουργία των σχολείων) δεν πείθουν ότι έχουν μελετηθεί σοβαρά με αποτέλεσμα στη πρώτη αντίδραση τα μισά μέτρα να ανακαλούνται, να υπάρχει αναβολή εφαρμογής και τελικά να μένουμε στα ίδια ή περίπου στα ίδια. Ειδικά αυτή τη περίοδο που κάθε αλλαγή φαίνεται (ή παρουσιάζεται) ότι έχει ως μόνο στόχο τη περικοπή δαπανών και όχι την ουσιαστική αναβάθμιση της παρεχόμενης υπηρεσίας, με αποτέλεσμα να υπάρχει καθολική αντίδραση τόσο από τους εργαζόμενους όσο και από τους πολίτες -  αποδέκτες των υπηρεσιών.
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να υπάρξουν οι ανατροπές εκείνες που χρειαζόμαστε ως πολίτες και χρειάζεται η χώρα, αν εμείς οι αποδέκτες των υπηρεσιών του δημοσίου δεν αποκτήσουμε άποψη και λόγο, κρίνοντας ό,τι υπάρχει και προτείνοντας λύσεις. Στο κάτω -κάτω εμείς πληρώνουμε μέσω των φόρων και πρέπει να διεκδικούμε δίκαιη και ορθολογική χρήση των χρημάτων μας. Εμείς οι χρήστες των υπηρεσιών υγείας που πληρώνουμε τις εισφορές στα ταμεία μας θέλουμε να έχουμε καλές υπηρεσίες υγείας μέσα σε ένα πραγματικά Εθνικό Σύστημα Υγείας  αλλά και καλή εξυπηρέτηση στις συναλλαγές μας. Eμείς ως γονείς θέλουμε να αποκτούν τα παιδιά μας πλήρη και σφαιρική παιδεία και μόρφωση μέσα στο δημόσιο σχολείο ή Πανεπιστήμιο, όπως γίνεται σε όλες τις πολιτισμένες χώρες και όχι να τρέχουμε σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα ξοδεύοντας υπέρογκα ποσά (από αυτά που δεν έχουμε πλέον).
Εμείς οι πολίτες είμαστε εκείνοι που θα πρέπει να επιβάλλουμε τις αλλαγές βγάζοντας έξω από το παιγνίδι όλα εκείνα τα προσωπικά συμφέροντα (πολιτικά, οικονομικά και «συνδικαλιστικά») που παίζουν πάνω στη πλάτη μας, επικαλούμενοι το «δημόσιο» συμφέρον.
Εμείς πρέπει να καθορίσουμε τους στόχους που θέλουμε να έχει η παιδεία (υποχρεωτική, τεχνολογική, τριτοβάθμια), η υγεία, η κοινωνική μέριμνα, η περιβαλλοντική πολιτική, η καθαριότητα στη πόλη, ο πολιτισμός  και γενικότερα όλοι οι τομείς όπου το κράτος έχει άμεσο ή έμμεσο (ρυθμιστικό) ρόλο  (συγκοινωνίες, ενέργεια, υποδομές κλπ). Εμείς οι πολίτες πρέπει να απαιτούμε ίση αντιμετώπιση για όλους χωρίς διακρίσεις σε πολίτες α’, β’ και γ’ κατηγορίας, εμείς  πρέπει να έχουμε το πρώτο λόγο στο τι είναι δημόσιο συμφέρον και να το υπερασπιζόμαστε. Εμείς οι πολίτες πρέπει να επιβάλλουμε ανατροπές σε όλους τους τομείς που να έχουν ξεκάθαρες στοχεύσεις και διαφανείς ρυθμίσεις.
Η αναβάθμιση όλων των υπηρεσιών αυτών αποτελεί προϋπόθεση για την όποια ανάπτυξη τόσο τοπικά όσο και εθνικά, αφού καθορίζει την ελκυστικότητα της χώρας συνολικά και ξεχωριστά του κάθε τόπου, του κάθε νησιού.  Εμείς οι πολίτες πρέπει να αποκτήσουμε ένα όραμα για το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας και να απαιτήσουμε ίσες ευκαιρίες για όλους.
Γιάννης Σπιλάνης
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ

Η οικονομική κρίση μας προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να επενδύσουμε στην αλλαγή. Να αποδιώξουμε τον κοντόφθαλμο τρόπο που κατατρύχει την κοινωνία εδώ και δεκαετίες. Να τον αντικαταστήσουμε με μελετημένο σχεδιασμό πολιτικών, ικανών να αντιμετωπίσουν τις τεράστιες προκλήσεις επιφέροντας μακροχρόνια ευημερία.
Φυσικά είναι άλλο πράγμα να έχει κανείς ένα τέτοιο όραμα και εντελώς άλλο πράγμα να επιχειρεί να το πραγματοποιήσει. Υπάρχουν όμως βασικά δύο μόνο πιθανότητες για αλλαγή αυτής της κατάστασης. Η μία είναι η επανάσταση. Η άλλη είναι να επιδοθούμε στο επίμοχθο έργο της κοινωνικής αλλαγής.
Υπάρχουν κάποιοι για τους οποίους η επανάσταση φαντάζει ως απάντηση. ‘Η αν όχι απάντηση, τότε τουλάχιστον αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της συνεχιζόμενης κοινωνικής και οικολογικής δυσλειτουργίας. Ας θέσουμε ένα τέλος στον καπιταλισμό. Ας απορρίψουμε τη παγκοσμιοποίηση. Ας υποσκάψουμε την εταιρική εξουσία και ας ανατρέψουμε τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Ας διαλύσουμε τους παλαιούς θεσμούς και ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Ωστόσο υπάρχουν και εδώ κίνδυνοι. Το φάσμα μιας νέας βαρβαρότητας καραδοκεί. 
Απορρίπτοντας την επανάσταση δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε το status quo. Ούτε σημαίνει ότι το μόνο που χρειάζεται είναι αύξηση των αλλαγών. Θα έπρεπε πλέον να είναι σαφές ότι η κλίμακα της απαιτούμενης μεταμόρφωσης είναι τεράστια. Χρειαζόμαστε όμως σαφή βήματα μέσα από τα οποία να οικοδομήσουμε την αλλαγή. Και αυτό είναι ένα έργο που απαιτεί τη συμμετοχή κυβερνήσεων καθώς και όσων είναι σε θέση να χαράξουν ή να επηρεάσουν την πολιτική.  Ο προσδιορισμός, με κάποιο βαθμό ακρίβειας, των βημάτων αυτών εξαρτάται εν μέρει από την έναρξη ενός δημόσιου και πολιτικού διαλόγου για τα ζητήματα.
Η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύ σοβαρό δίλλημα. Το να αντισταθεί στην ανάπτυξη σημαίνει να ρισκάρει την οικονομική και την κοινωνική κατάρρευση. Το να την επιδιώξει επίμονα σημαίνει να θέσει σε κίνδυνο το οικοσύστημα από το οποίο εξαρτιόμαστε για τη μακροπρόθεσμη επιβίωση μας.
Στη συνέχεια γίνονται συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν τρεις βασικές κατηγορίες:
-          Ρύθμιση του οικονομικού μοντέλου
-          Αλλαγή της κοινωνικής λογικής
-          Προσδιορισμός των (περιβαλλοντικών) ορίων
Α. Ρύθμιση του οικονομικού μοντέλου
Μια οικονομία που εξαρτάται από την αέναη επέκταση της υλικής κατανάλωσης που βασίζεται στο χρέος είναι οικολογικά μη αειφόρος, κοινωνικά προβληματική και οικονομικά ασταθής. Η αλλαγή αυτής της κατάστασης προϋποθέτει ανάπτυξη μιας νέας μακροοικονομίας για την αειφορία, μιας οικονομικής μηχανής που δεν θα βασίζει τη σταθερότητα της στην ανηλεή αύξηση της κατανάλωσης και στην επέκταση της συνολικής υλικής παραγωγής. Η οικοδόμηση αυτού του νέου πλαισίου όπου οι οικονομίες υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς εκπομπών και χρήσης πόρων αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα. Επίσης χρειάζεται εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι οικονομίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κάτω από διαφορετικά σχήματα κατανάλωσης, επενδύσεων, απασχόλησης και αύξησης της παραγωγικότητας. Βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η αναδιατύπωση των προκαταλήψεων μας σχετικά με τη παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου. Οι «νέες» οικολογικές επενδύσεις (πχ. επανεξοπλισμός κτιρίων με μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας και άνθρακα, επανασχεδιασμός δικτύων κοινής ωφέλειας, υποδομές δημόσιας συγκοινωνίας, αναβάθμιση δημόσιων χώρων, διατήρηση και προστασία οικοσυστημάτων κλπ) θα είναι «λιγότερο αποδοτικές» με βάση τους παραδοσιακούς όρους.
Επίσης είναι ευκαιρία να συμπεριληφθεί σε κάποιο βαθμό στη νέα μακροοικονομία η αξία του φυσικού κεφαλαίου και των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων, αναθεωρώντας τους εθνικούς λογαριασμούς και τον υπολογισμό του ΑΕΠ που σήμερα περιλαμβάνει το κόστος των εγκλημάτων, των πάσης φύσεως ατυχημάτων (συμπεριλαμβανόμενων και των περιβαλλοντικών) στο ενεργητικό του ως στοιχείο ευημερίας.
Τέλος παρατηρείται ολοένα και μεγαλύτερη ομοφωνία ότι πρέπει να ξεκινήσει μια νέα εποχή χρηματοοικονομικής και δημοσιονομικής σύνεσης υιοθετώντας μέτρα όπως μεταρρύθμιση του κανονισμού λειτουργίας των εθνικών και διεθνών χρηματαγορών, απόρριψη αδίστακτων και αποσταθεροποιητικών πρακτικών αγοράς (πχ. ανοιχτή συναλλαγή), μείωση των υπερβολικών πακέτων αμοιβών των ανώτερων στελεχών, επιβολή φόρων σε διεθνείς μεταβιβάσεις συναλλάγματος, μεγαλύτερος δημόσιος έλεγχος στη προσφορά χρήματος κλπ).

Β. Αλλαγή της κοινωνικής λογικής
Η κοινωνική λογική που παγιδεύει τους ανθρώπους στον υλιστικό καταναλωτισμό ως βάση για τη συμμετοχή στη ζωή της κοινωνίας είναι εξαιρετικά ισχυρή αλλά οικολογικά και ψυχολογικά επιζήμια. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια μακροχρόνια ευημερία είναι να απελευθερώσει τους ανθρώπους από αυτή τη καταστροφική δυναμική και να τους προσφέρει ευκαιρίες για αειφόρο και παραγωγική ζωή.
Η πολιτική για το χρόνο εργασίας είναι σημαντική για μια αειφόρο οικονομία και αυτό για δύο λόγους: ο καταμερισμός της διαθέσιμης εργασίας πρώτα είναι απαραίτητο για να διατηρηθεί μακροοικονομική σταθερότητα και να προστατευτούν τα μέσα βιοπορισμού των ανθρώπων σε μια οικονομία που η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται αλλά όχι η παραγωγή και δεύτερο για να ξεκουράζονται καλύτερα, να βρίσκονται σε μεγαλύτερη εγρήγορση και καλύτερη φυσική κατάσταση με μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ εργασίας και ζωής. Μεταξύ άλλων έχουν προταθεί μέτρα όπως η μεγαλύτερη ευελιξία στην εργασία, καταπολέμησης των διακρίσεων κατά της μερικής απασχόλησης όσον αφορά την ιεραρχία, τη προαγωγή, την εκπαίδευση, καλύτερα κίνητρα για τους εργαζόμενους όσον αφορά τον οικογενειακό χρόνο, τις γονικές και εκπαιδευτικές άδειες κλπ  
 Οι συστημικές εισοδηματικές ανισότητες αυξάνουν το άγχος, υποσκάπτουν το κοινωνικό κεφάλαιο και εκθέτουν τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα σε μεγαλύτερη παθογένεια και μικρότερη ικανοποίηση από τη ζωή, αυξάνοντας τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και στην κοινωνία. Στις φιλελεύθερες οικονομίες αγοράς αυξάνουν οι μακροχρόνιες τάσεις ανισότητας. Οι μηχανισμοί μείωσης των ανισοτήτων περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων αναθεωρημένες δομές φόρου εισοδήματος, κατώτατα και ανώτατα επίπεδα εισοδήματος, βελτιωμένη πρόσβαση σε καλής ποιότητας εκπαίδευση, νομοθεσία κατά των διακρίσεων, μέτρα κατά της εγκληματικότητας κλπ.
Η μέτρηση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων ευζωίας όπως το προσδόκιμο υγιούς ζωής, η συμμετοχή στην εκπαίδευση, οι αντοχές της κοινότητας, η συμμετοχή στη ζωή της κοινωνίας αξιολογούν των δυνατοτήτων των ανθρώπων για ευημερία.
Η κατανόηση ότι η ευημερία αποτελείται εν μέρει από τη δυνατότητα μας να συμμετέχουμε στη ζωή της κοινωνίας απαιτεί την οικοδόμηση κοινωνικού κεφαλαίου, την ενίσχυση των κοινοτήτων και της κοινωνικής οικονομίας με πολιτικές όπως δημιουργία και προστασία κοινών δημόσιων χώρων, ενθάρρυνση πρωτοβουλιών αειφορίας, μείωση γεωγραφικής κινητικότητας της εργασίας, παροχή εκπαίδευσης για πράσινες θέσεις εργασίας, παροχή καλύτερης πρόσβασης σε δια βίου μάθηση και δεξιότητες, παραχώρηση μεγαλύτερων αρμοδιοτήτων σχεδιασμού στα χέρια των τοπικών κοινωνιών, προστασία και διάδοση δημόσιων υπηρεσιών, προστασία δημόσιων χώρων κλπ 
Τέλος είναι αναγκαία η διάλυση της κουλτούρας του καταναλωτισμού που αναπτύχθηκε ως μέσο προστασίας της οικονομικής ανάπτυξης αλλά τελικά προάγει τον μη παραγωγικό κοινωνικό ανταγωνισμό και έχει καταστροφικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων. Είναι σημαντικό να δοθούν στους ανθρώπους βιώσιμες εναλλακτικές έναντι του καταναλωτικού τρόπου ζωής ώστε να συνεχίσει να υπάρχει πρόοδος και ανθρώπινη ευημερία με λιγότερο υλιστικούς τρόπους.

Γ. Προσδιορισμός των περιβαλλοντικών ορίων
Η υλική απληστία της καταναλωτικής κοινωνίας μειώνει τα σημαντικά φυσικά αποθέματα και επιβαρύνει σε υπερβολικό βαθμό τα οικοσυστήματα του πλανήτη. Είναι απαραίτητο να τεθούν σαφή όρια των πόρων και περιβάλλοντος και ένταξη των ορίων αυτών στην οικονομική και κοινωνική λειτουργία.
Η αναγνώριση σαφών ορίων στους πόρους και στις εκπομπές άνθρακα, καθώς και ο προσδιορισμός στόχων για μείωση εντός αυτών των ορίων είναι σημαντικά για μια αειφόρο οικονομία. Οι προϋποθέσεις για δικαιοσύνη στη χρήση πόρων και στη παραγωγή αποβλήτων απαιτούν ίσες κατά κεφαλή παροχές σύμφωνα με ένα οικολογικό όριο που συγκλίνει στο επίπεδο αειφορίας.
Η δημοσιονομική μεταρρύθμιση για την αειφορία προβλέπει την αποδοχή της αρχής ενσωμάτωσης των εξωτερικών δαπανών των οικονομικών δραστηριοτήτων όπως πχ η φορολόγηση του άνθρακα που παροτρύνει τους ανθρώπους να μεταβούν σε διαδικασίες, τεχνολογίες και δραστηριότητες που απαιτούν μικρότερη ένταση εκπομπών άνθρακα. Ανάλογο στόχο έχει η μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από τα οικονομικά αγαθά (πχ. τα εισοδήματα) στα οικολογικά κακά (πχ. ρύπανση).
Τέλος ένα βασικό κίνητρο για την επανεξέταση της ευημερίας στις αναπτυγμένες οικονομίες είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την απαραίτητη ανάπτυξη στις φτωχότερες χώρες. Για να διασφαλιστεί ότι αυτή η εξέλιξη θα είναι εντός των ορίων απαιτείται μηχανισμός χρηματοδότησης για τη μεταφορά των πόρων σ’αυτές.

Η ευημερία χωρίς ανάπτυξη δεν είναι πλέον ένα ουτοπικό όνειρο για τις προηγμένες οικονομίες της Δύσης. Είναι μια οικονομική και οικολογική αναγκαιότητα. Χρειάζεται ένα νέο όραμα ευημερίας, όπως η ικανότητα να ακμάζουμε ως άνθρωποι εντός των ορίων ενός πεπερασμένου πλανήτη.

Αποσπάσματα από το Tim Jackson “Ευημερία χωρίς ανάπτυξη. Ένα εναλλακτικό μοντέλο διεξόδου από την κρίση».
Για την προσαρμογή Γ.Σπιλάνης. 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.
Θεωρώ ότι είναι 3 βασικά:
Α) η κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που προσπαθώντας να εξασφαλίσει όλο και μεγαλύτερα βραχυπρόθεσμα κέρδη στο κερδοσκοπικό και τραπεζικό κεφάλαιο και στους «λειτουργούς» του (golden boys) οδήγησε σε πλήρη ανισορροπία μεταξύ πραγματικής και λογιστικής οικονομίας
Β) η  κρίση της ελληνικής κοινωνίας που αποτυπώνεται σε δημοσιονομική κρίση ως συνδυασμός:
(α) σειράς κυβερνήσεων ευάλωτων για κάθε είδους «ρυθμίσεις» (φορολογικές και  ασφαλιστικές ρυθμίσεις, ρυθμίσεις για προμήθειες και έργα κλπ) δαπάνες και διορισμούς υπέρ των ισχυρών ομάδων πίεσης και των πολιτικών φίλων που μείωσαν τις εισπράξεις του κράτους και αύξησαν τις δαπάνες χωρίς να υπάρχει αναπτυξιακό αποτέλεσμα,
(β) ενός κρατικού μηχανισμού αυταρχικού, αναποτελεσματικού και διεφθαρμένου που εξασφαλίζει «πρόσθετα εισοδήματα» σε ιδίους και ημετέρους, αφήνοντας όμως άδεια τα κρατικά ταμεία και βάζοντας αναρίθμητα εμπόδια σε όποια εποικοδομητική προσπάθεια και τέλος
(γ) μιας κοινωνίας (ή καλύτερα ενός αθροίσματος ατόμων χωρίς συνοχή και κοινούς στόχους) που έχει εθιστεί στο να διευρύνει την οικονομική της ευημερία σε βάρος των άλλων (των «κουτόφραγκων», του κράτους, του περιβάλλοντος, των πιο αδύναμων μελών της)
Γ) Η κρίση της παρασιτικής, κερδοσκοπικής και αντιπαραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας που ποτέ δεν απέκτησε γερές παραγωγικές ρίζες ώστε να είναι ανταγωνιστική.

Ο συνδυασμός των 2 ενδογενών αιτίων δημιούργησε συνεχώς αυξανόμενες δανειακές ανάγκες που «προσέκρουσαν» στην κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος γεγονός που οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των επιτοκίων και κατέστησε το χρέος μη βιώσιμο. Σε συνδυασμό με ανάλογες δανειακές ανάγκες άλλων χωρών (ανεξάρτητα από τους λόγους από τους οποίους προήλθαν και το ύψος τους) όξυνε κατά πολύ το πρόβλημα. Οι «λύσεις» που επιβλήθηκαν με διαφορετικούς βαθμούς έντασης είχαν την ίδια νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία αφού άγγιξαν ελάχιστα ή καθόλου την αιτία του προβλήματος (χρηματοπιστωτικό σύστημα) και εστίασαν σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των δημόσιων δαπανών και του μισθολογικού κόστους στον ιδιωτικό τομέα. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ το τελευταίο δεν συνδέεται παρά εντελώς έμμεσα με το δημόσιο χρέος αποτέλεσε «ισχυρό» στοιχείο διαπραγμάτευσης των πιστωτών με όλες τις υπερδανεισμένες χώρες, γεγονός που δίνει επιχειρήματα σε όσους υποστηρίζουν ότι οι προωθούμενες πολιτικές εξυπηρετούν κυρίως την αναδιάρθρωση των κερδών από την πραγματική οικονομία και (κυρίως) τους εργαζόμενους προς στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.

Δεν θα αναφερθώ στο πως μπορεί να αντιμετωπιστεί βραχυχρόνια η χρηματοπιστωτική κρίση και γιατί με καλύπτουν οι θέσεις που έχουν εκφραστεί στα σχετικά κείμενα που μας στάλθηκαν, αλλά και γιατί δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό στο θέμα. Πάντως φαίνεται ότι τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει η βούληση για να αντιμετωπιστεί η αιτία του προβλήματος (απορρυθμιστικός ρόλος των αγορών με «θεσμοποίηση» του στόχου της μεγιστοποίησης των κερδών του κεφαλαίου σε βάρος του στόχου της μεγιστοποίησης ευημερίας). Αυτό έχει ως αντίκτυπο τη χειροτέρευση των δεικτών ευημερίας (ανισότητα εισοδημάτων, αύξηση ανεργίας, μείωση παραγωγής  κλπ). Η Ελλάδα δεν είχε και παραμένει χωρίς καμία δυνατότητα να παίξει κάποιο ρόλο στην ανατροπή αυτής της τάσης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο εξ αιτίας των ιδιαίτερων εσωτερικών προβλημάτων που την κατέστησαν όχι απλά αναξιόπιστο εταίρο αλλά την παρουσίασαν ως «αιτία» του προβλήματος. Η αριστερά –έχοντας χάσει το παιχνίδι σε επίπεδο κυρίαρχων ιδεών από τη περίοδο της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του ‘80- δεν παρουσίασε καμία σοβαρή εναλλακτική πρόταση ουσίας, παρά μόνο κάποιες ιδέες για καλύτερη διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και δεν επωφελήθηκε εκλογικά από τη κρίση (πχ. στις ευρωεκλογές που έγιναν στην πρώτη ένταση της παγκόσμιας κρίσης οι ψηφοφόροι στράφηκαν σε πιό συντηρητικούς πολιτικούς σχηματισμούς, ενώ οι κυβερνήσεις στις χώρες της ΕΕ είναι σε ισχυρή πλειοψηφία στον ίδιο χώρο).
Τα ενδογενή προβλήματα της Ελλάδας είναι τόσο ισχυρά που ακόμη και αν σήμερα διαγραφόταν το χρέος εντελώς, από αύριο θα άρχιζαν να συσσωρεύονταν νέα χρέη. Επομένως χρειάζονται προτάσεις «εφ’όλης της ύλης» με φυγή προς τα εμπρός ώστε να εμπνευστούν οι πολίτες. Πάντως οι πολιτικές που επιβλήθηκαν διακρίνονται για:
-          Τη λάθος στόχευση αφού η μείωση των δημόσιων δαπανών με μείωση της ενεργούς ζήτησης και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσα από την εσωτερική υποτίμηση δεν φαίνεται να έχουν αποτελέσματα στη βελτίωση της κατάστασης της χώρας (όπως άλλωστε και των άλλων χωρών που εφαρμόζουν την ίδια πολιτική)
-          Τη λάθος αναγνώριση και/ή την μη αντιμετώπιση τόσο των πραγματικών αιτίων του δανεισμού όσο και της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα δείχνουν το αβάσιμο των αναλύσεων και την αναποτελεσματικότητα των στόχων:
-          Ο τουριστικός τομέας εδώ και χρόνια προσπαθεί να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα του μειώνοντας το κόστος παραγωγής με την διαρκώς επεκτεινόμενη «χρήση» χαμηλού κόστους αλλοδαπής και μη (ή μερικώς) ασφαλισμένης εργασίας αλλά και χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα εξωτερικοποίησης κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων (πχ. καταπάτηση περιβαλλοντικής νομοθεσίας, φοροδιαφυγή κλπ), χωρίς αποτέλεσμα. Η μάλλον με το αντίθετο αποτέλεσμα αφού η προσπάθεια ανταγωνισμού με χώρες χαμηλού κόστους (Αίγυπτο, Τουρκία, Μαρόκο κλπ) οδήγησε στη ταχύτερη μείωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η αύξηση των αφίξεων το 2011 οφείλεται αποκλειστικά στο ότι οι αγορές της Ν.Α. Μεσογείου έκλεισαν για πολιτικούς λόγους και όχι στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της ποιότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Η στρατηγική εξόδου από την κρίση του τουρισμού (που προϋπήρχε της πρόσφατης κρίσης) πρέπει να είναι διαφορετική από την άναρχη ή οργανωμένη κατασκευή καταλυμάτων και παραθεριστικής κατοικίας.
-          Η αύξηση των εξαγωγών άμεσα με την εμφάνιση της μείωσης της εσωτερικής ζήτησης, δείχνει ότι υπήρχε ανταγωνιστικότητα των προϊόντων αυτών, που όμως «βολευόντουσαν» στην ολιγοπωλιακή εσωτερική αγορά και προφανώς στις κερδοφόρες κρατικές προμήθειες. Εδώ η μείωση του εργατικού κόστους πως εξηγείται και τι εξυπηρετεί; Μπορεί η Ελλάδα να ανταγωνιστεί χώρες χαμηλού κόστους ή πρέπει να βρει διεξόδους «ποιότητας» βασισμένες σε νέα γνώση και καινοτομία; Με ποιες πολιτικές και ποιες επιχειρήσεις;
-          Ο περιορισμός της ενεργού ζήτησης έπληξε άμεσα τον σίγουρα υπερτροφικό, μεταπρατικό, «ραντιέρικο» και μη ανταγωνιστικό-εξαγωγικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας (κύρια το εμπόριο και την οικοδομή), δημιουργώντας αλυσιδωτά αρνητικά αποτελέσματα και πάντως όχι αναδιάρθρωση της παραγωγής (στροφή σε ανταγωνιστικούς κλάδους). Αλήθεια τι εξυπηρετεί η μείωση των μισθών εργαζομένων σε επιχειρήσεις που εξυπηρετούν την εσωτερική αγορά χωρίς την ανάλογη μείωση των τιμών;). Επιπλέον όχι μόνο δεν προωθήθηκαν μέτρα για υποστήριξη της «άλλης» οικονομίας, αλλά ακόμη και σήμερα εκφράζονται σκέψεις και πολιτικές για στήριξη αυτών των ίδιων τομέων  (πχ. παραθεριστική κατοικία)
-          Οι οριζόντιες περικοπές στο δημόσιο τομέα «επί δικαίων και αδίκων» δεν φαίνεται να βελτίωσε την αποδοτικότητα του αφού μεταξύ άλλων αυξήθηκε η παραβατικότητα των επιχειρηματιών σε ότι αφορά τη παρακράτηση του ΦΠΑ το 2011 όπως διαπιστώνεται από τις συνεχείς συλλήψεις επιχειρηματιών και κρατικών υπαλλήλων που ανακοινώνουν τα ΜΜΕ.

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα χρειάζεται να μεταβληθεί η στόχευση της οικονομίας από τη μεγιστοποίηση των κερδών και του ΑΕΠ (μέσω μιας «τυφλής» οικονομικής αποτελεσματικότητας) προς την ευημερία. Η ΔΗΜΑΡ που έχει στόχευση στη κοινωνική δικαιοσύνη και στη περιβαλλοντική διατήρηση χωρίς να παραβλέπει την αναγκαιότητα της λειτουργίας μιας αγοράς με κανόνες, θα μπορούσε να υιοθετήσει την έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης που συνδυάζει και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, ενώ περιλαμβάνει και τη διάσταση του χρόνου, δηλαδή τις μακροχρόνιες προοπτικές.

Ενδεικτικά στην έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης εντάσσονται θέματα που αφορούν:
- στην διάχυση της ευημερίας σε μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού με εξάλειψη της φτώχειας με κάλυψη των βασικών αναγκών όλων των πολιτών (στέγαση, διατροφή, ένδυση, εκπαίδευση), μείωση της ανεργίας, καλύτερη κατανομή εισοδημάτων, πρόσβαση όλων των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος (υγεία, μεταφορές, επικοινωνίες, εκπαίδευση, ενέργεια, πολιτισμό, ύδρευση κλπ)
- στη προστασία του περιβάλλοντος ώστε να παρέχει τις απαραίτητες για την επιβίωση μας υπηρεσίες του με τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και τη παραγωγή με βάση εναλλακτικές πηγές, τη διατήρηση των φυσικών εκτάσεων και ειδικότερα εκείνων που είναι κρίσιμες για διατήρηση φυτικών και ζωικών ειδών, τη μείωση της χρήσης και την επανάχρηση πόρων όπως το νερό, τα στερεά απόβλητα κλπ δημιουργώντας και ανταποδοτικές θέσεις εργασίας
- στη στήριξη των ανταγωνιστικών κλάδων της οικονομίας (γεωργία-κτηνοτροφία-αλιεία, μεταποίηση, τουρισμός, ναυτιλία) για επενδύσεις (Ι) με στόχο την αύξηση των εξαγωγών (Χ) ή μείωση των εισαγωγών (Ι) με στροφή σε ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες με υψηλή προστιθέμενη αξία που ενσωματώνουν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και κεφάλαιο. Αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν  την κινητήριο δύναμη μεταβολής του ΑΕΠ. Οι υπόλοιπες δραστηριότητες αυξομειώνουν τη παραγωγή τους αποκλειστικά ανάλογα με την εσωτερική κατανάλωση (C) αφού εξυπηρετούν τον τοπικό πληθυσμό και θα υπάρχουν όσο αυτός έχει διαθέσιμο εισόδημα (βασική οικονομική εξίσωση GDP=C+I+G+X-M). Ο δημόσιος τομέας (G) θα πρέπει να γίνει αποτελεσματικός ώστε οι όποιες περιορισμένες δαπάνες που θα κάνει (τόσο για επενδύσεις όσο και λειτουργικά έξοδα) να φέρνουν αποτέλεσμα.

Η προσέγγιση των παραπάνω απαιτεί ανατροπές στη λειτουργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ένα άλλο μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας που κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι στη χώρα μας.
-          Ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα από το κράτος και με βάση τους κάθε είδους κανόνες που βάζει η πολιτεία. Οι επιχειρηματίες πρέπει να λειτουργούν ως οραματιστές του νέου, του καινοτόμου που δημιουργεί ανταγωνιστικότητα, θέσεις εργασίας και κέρδος μακροπρόθεσμα χωρίς εξωτερίκευση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων στη κοινωνία (ανθρώπινο δυναμικό και περιβάλλον).
-          Ο δημόσιος τομέας πρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά με διαφανείς κανόνες και στοχοθεσία, ενώ θα πρέπει να λογοδοτεί στη κοινωνία (υπέρ της οποίας οφείλει να λειτουργεί) ώστε να διαπιστώνεται η απόκλιση από τους στόχους και να λαμβάνονται τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα. Η διάκριση των αποφάσεων σκοπιμότητας (που λαμβάνουν τα πολιτικά όργανα, εκλεγμένα ή διορισμένα) από τις αποφάσεις νομιμότητας (που λαμβάνονται για την υλοποίηση τους) πρέπει να είναι πλήρης και απαιτεί ισχυρή διοίκηση και αποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Αν οι αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης υιοθετούνται από τη ΔΗΜΑΡ (και μπορούν να αναλυθούν περισσότερο και να ποσοτικοποιηθούν αν και όπου χρειάζεται), σε επόμενη φάση θα πρέπει να προσδιοριστούν οι πολιτικές, οι άξονες και οι δράσεις (σε επιχειρησιακό πρόγραμμα) που θα πρέπει να προταθούν για να μπορέσουμε να απομακρυνθούμε από τη σημερινή ζοφερή κατάσταση με όραμα και σχέδιο ορατό από τους πολίτες ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί.

Με αρκετή αυθαιρεσία μπορεί να σχηματιστούν  οι εξής «κύκλοι» υπουργείων με βάση τη σημερινή σύνθεση, για να διευκολύνουν στη χάραξη πολιτικής και διαμόρφωση επιχειρησιακού σχεδίου:
·         Παραγωγικά Υπουργεία (Παραγωγικό Κεφάλαιο): Ανάπτυξης - Ανταγωνιστικότητας - Ναυτιλίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων -  Πολιτισμού και Τουρισμού. Σ’αυτά πρέπει να δοθεί η έμφαση για αλλαγή μοντέλου παραγωγής με το κατάλληλο επανασχεδιασμό των κρατικών χρηματοδοτήσεων και γενικότερα κινήτρων.
·         Υπουργεία παραγωγής Δημόσιων Υπηρεσιών Οικονομικού Ενδιαφέροντος & Ποιότητας Ζωής (Ανθρωπογενές και Φυσικό Κεφάλαιο): Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ΥΠΕΚΑ. Με οριζόντια παρέμβαση στη βελτίωση της ελκυστικότητας της χώρας για παραγωγικές επενδύσεις αλλά και στη χωρική διασπορά ανθρώπων και δραστηριοτήτων
·         Υπουργεία παραγωγής Δημόσιων Υπηρεσιών Κοινωνικού ενδιαφέροντος (Ανθρώπινο Κεφάλαιο): Παιδείας & Δια βίου μάθησης, Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Εμφαση στη κάλυψη των αναγκών και στην ενίσχυση δυνατοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού.
·         Υπουργεία Δημόσιων Εσόδων: Οικονομικών (+ Κοινωνικής Ασφάλισης): ανάγκη για εφαρμογή των νόμων με εξορθολογισμό λειτουργίας ώστε να διασφαλίζουν τους αναγκαίους πόρους για τη λειτουργία του όλου συστήματος
·         Υπουργεία υποστήριξης: Προστασίας Πολίτη, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Διοικητικής Μεταρρύθμισης  με έμμεσο αλλά καθοριστικό ρόλο στη ποιότητα της καθημερινότητας
·         Εξωτερικών και Αμυνας

31/1/2012
ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΠΑΝΤΟΥ
Τα τελευταία χρόνια, η κρίση η οποία ξέσπασε έχει οδηγήσει σε καθημερινές ανατροπές όσων γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Ξεκίνησαν με τα αρνητικά πρόσημα στο ρυθμό ανάπτυξης και άρα στη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και τα υπέρογκα τοκοχρεολύσια που οδήγησαν σε μειώσεις μισθών και όλων των κοινωνικών παροχών και υπηρεσιώνκαι συνέχισαν με ανεργία, με ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, με ανασφάλεια για το αύριο, σε μια εποχή που όλα τα θεωρούσαμε δεδομένα.
Η κρίση που έχει σαν αιτία την απληστία των αγορών και του ανεξέλεγκτου χρηματιστηριακού κεφαλαίου είναι μεγάλη σαν σεισμός και συγκλονίζει τουλάχιστον τον αναπτυγμένο κόσμο. Στο τσουνάμι που δημιούργησε ο σεισμός αυτός έπεσε η χρόνια τώρα παραπαίουσα ελληνική οικονομία και διαλύθηκε σαν καρυδότσουφλο συμπαρασύροντας και την κοινωνία.
Οσοι χρόνια πριν μιλούσα(ν)με για κρίση της ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ζωής σε όλα τα πεδία και για την ανάγκη άμεσων και μεγάλων αλλαγών, είχα(ν)με αντιμετωπιστεί τουλάχιστον με περιφρόνηση αφού οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και η διάχυτη οικονομική ευμάρια σκέπαζαν τα πάντα. Πολιτικοί και συνδικαλιστές, εργοδότες και εργαζόμενοι, δημόσιοι υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, ζούσαμε σε ένα όνειρο που φαινόταν ότι δεν θα είχε τέλος. Και όμως…….
Τώρα αφού μας ξέβρασε το τσουνάμι, ζαλισμένοι, προσπαθούμε να περισώσουμε ότι μπορούμε για να επιβιώσουμε. Όμως ο σεισμός που προκάλεσε το τσουνάμι δεν σταμάτησε και εμείς είμαστε εντελώς ανοχύρωτοι ως κοινωνία για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που συνεχίζουν να συσσωρεύονται. Δεν είχαμε και δεν έχουμε ισχυρούς θεσμούς, δεν είχαμε και δεν έχουμε κανόνες λειτουργίας που θα μας βοηθούσαν  να αντιδράσουμε οργανωμένα. Οι κανόνες στη χώρα μας ήταν για τους «ανόητους» και τους αδύναμους, οι υπόλοιποι, οι δυνατοί και οι έξυπνοι ήταν (είναι) υπεράνω νόμου. Άλλωστε γιατί όχι, αφού παραβατικότητα και ατιμωρησία πήγαιναν χέρι-χέρι.  
Αυτά τώρα τελείωσαν. Είμαστε υποχρεωμένοι να ανασυνταχθούμε παίρνοντας γενναίες αποφάσεις, ανατρέποντας τις συνήθειες μας. Συνήθειες που ξέραμε ότι ήταν σε βάρος του συμπολίτη μας, του γείτονα, του ασθενέστερου, των παιδιών μας των ίδιων. Όμως αδιαφορούσαμε για το κοινωνικό σύνολο και το δημόσιο συμφέρον, τυφλωμένοι από άκρατο ωχαδελφισμό και εγωισμό, από τον αθέμιτο πλουτισμό. Πρώτα το «προσωπικό συμφέρον» που το βαφτίσαμε «κοινωνική πρόοδο» βασισμένη στην διόγκωση των υλικών επιθυμιών.
Αν και ξέρουμε ότι πρέπει να δουλέψουμε με όραμα και σύστημα, αρνούμαστε να αλλάξουμε. Όλοι ξέραμε και συζητούσαμε ότι ο δημόσιος τομέας είναι «καταπιεστικός», σπάταλος, αντιπαραγωγικός, δέσμιος των συμφερόντων και διεφθαρμένος, ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι κρατικοδίαιτος, φοροφυγάς, φοροκλέπτης και διαπλεκόμενος, ότι η παιδεία μας έχει τα χάλια της και γι’αυτό ευημερεί η παραπαιδεία, ότι η υγεία χωλαίνει ενώ το φακελάκι ανθεί, ότι η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί, ότι τα πανεπιστήμια μας λειτουργούν με πολλά προβλήματα, ότι, ότι, ότι. Όμως για την βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση μας ως άτομα, θυσιάσαμε τη κοινή και μακροχρόνια ευημερία μας ως πολίτες.
Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι ότι αφού ξέρουμε τα προβλήματα και τα παραδεχόμαστε στις κατ’ιδία συζητήσεις, τι μας εμποδίζει να τα ανατρέψουμε όλα αυτά; Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η πολιτική που ακολουθείται σήμερα είναι αδιέξοδη γιατί μας βουλιάζει κάθε μέρα και περισσότερο, αλλά ξέρουμε επίσης ότι ακόμη και αν σήμερα μας χάριζαν όλα τα χρέη, η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί γιατί συσσωρεύει νέα.
Το ερώτημα είναι τι κάνουμε. Σίγουρα ως χώρα πρέπει να κινηθούμε σε δύο επίπεδα:
-            Το δεύτερο επίπεδο είναι το διεθνές, ώστε να αλλάξει η πολιτική που βάζει τις αγορές και τα κέρδη τους πάνω από τους πολίτες και την πραγματική οικονομία. Αυτήν δηλαδή που μπορεί και πρέπει να καλύψει τις ανάγκες τους.
Σύνθετο και δύσκολο εγχείρημα που προϋποθέτει ότι εμείς ως χώρα θα το πιστέψουμε και θα το κάνουμε καθημερινή μας πράξη και θα βρούμε συμμάχους που να θέλουν να κινηθούν προς αυτή τη κατεύθυνση
-            Το πρώτο και κύριο επίπεδο είναι οι δικές μας πράξεις που δεν μπορεί παρά να έχουν 2 στόχους: την ευημερία των πολιτών και τη πραγματική οικονομία. Η ευημερία σημαίνει εξάλειψη της φτώχειας και της ανεργίας, σημαίνει καλές υπηρεσίες υγείας και παιδείας, σημαίνει πολιτισμό και υγιές περιβάλλον.
Η επίτευξη των στόχων αυτών βασίζεται πολύ στην κοινή προσπάθεια για έναν δημόσιο τομέα παραγωγικό, στην υπηρεσία του πολίτη με τους εργαζόμενους και τους πολιτικούς τους προϊσταμένους αφοσιωμένους στην υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος. Ο πολίτης πρέπει να απολαμβάνει τις δημόσιες υπηρεσίες που δικαιούται  χωρίς να χρειάζεται να λαδώσει ή να ταλαιπωρηθεί. Από την άλλη πλευρά η πραγματική οικονομία πρέπει να παράγει ανταγωνιστικά αγαθά και υπηρεσίες τηρώντας το νόμο, τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, σεβόμενη το περιβάλλον και το πολιτισμό, συμβάλλοντας στην ευημερία των πολιτών και όχι δρώντας σε βάρος τους.
Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να ζούμε σ’ έναν κόσμο χωρίς ασφάλεια για το αύριο. Η ασφάλεια αυτή δεν θα μας χαριστεί, αλλά θα την κατακτήσουμε.
Χρειαζόμαστε ένα κοινό όραμα. Πρέπει να προχωρήσουμε σε ανατροπές με στόχο την ανθρώπινη ευημερία και τη ποιότητα ζωής, τη κοινωνική δικαιοσύνη, τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη προστασία του δημόσιου συμφέροντος
Για όλα τα παραπάνω χρειαζόμαστε έναν οδικό χάρτη, ένα σχέδιο για να το ακολουθήσουμε χτίζοντας ένα νέο μέλλον, το μέλλον της συλλογικής ευημερίας.

Γιάννης Σπιλάνης
Μυτιλήνη Γενάρης 2012
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΗ ΚΡΙΣΗ
Συχνά οι πολιτικές παρατάξεις αλλά και τα μεμονωμένα άτομα που παρεμβαίνουν στη δημόσια συζήτηση για τη κρίση, αναφέρονται ότι το βασικότερο αντίδοτο στη δημοσιονομική κρίση είναι η ανάπτυξη, αφού μόνο αυτή μπορεί να δημιουργήσει εισοδήματα και πλεονάσματα.
Όμως σε ποια ανάπτυξη αναφέρονται; Διαβάζοντας αναλυτικότερα τις προτάσεις τους φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει το πραγματικό περιεχόμενο του όρου «ανάπτυξη» που αναφέρεται στην αναγκαιότητα βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσα από δημιουργία νέων επιχειρήσεων ή την υποστήριξη υπαρχουσών μονάδων που να μπορούν είτε να εξάγουν στις διεθνείς αγορές είτε να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες τέτοιες που να «αποκρούουν» αντίστοιχες εισαγωγές.
Πολλοί φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτό που περιγραφόταν ως ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια δεν ήταν παρά μια τεχνητή αύξηση του ΑΕΠ της χώρας και του εισοδήματος των πολιτών βασισμένη σε ιδιωτικό και κύρια σε δημόσιο δανεισμό, γεγονός που μας οδήγησε σε υπέρογκα χρέη που δεν μπορούσαν πλέον να καλυφθούν από νέο δανεισμό. Για το λόγο αυτό όταν συζητούν για την «νέα» ανάπτυξη, δεν λένε τίποτα περισσότερο απ’ότι γινόταν μέχρι χθες. Οι προτάσεις δεν επικεντρώνονται και δεν ιεραρχούνται σε σχέση με πως θα ενισχυθεί άμεσα η παραγωγική δραστηριότητα και η αντίστοιχη απασχόληση πχ. στον τουρισμό, στη γεωργία, στη μεταποίηση κλπ με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής αλλά συνεχίζουν να αποτελούν καταλόγους έργων χωρίς εσωτερική συνοχή και ιεράρχηση, ενώ δεν λείπουν οι προτάσεις που εξυπηρετούν απλά τοπικές ανάγκες (συχνά ψηφοθηρικού χαρακτήρα) χωρίς προοπτική. Δηλαδή επαναλαμβάνουν μία από τα ίδια που μας έφεραν μέχρι εδώ, αφού η υλοποίηση των έργων αυτών δεν θα δώσει καμία αναπτυξιακή ώθηση, δεν θα δημιουργήσει μόνιμες θέσεις εργασίας, δεν θα φέρει νέα έσοδα από τις πωλήσεις των προϊόντων και υπηρεσιών που θα παραχθούν και θα βγουν στην αγορά. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί εδώ η δημιουργία υποδομών φέρνει άμεσα αποτελέσματα μόνο όταν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις και ότι απλά η ενίσχυση του κατασκευαστικού τομέα δεν οδηγεί πουθενά. 
Η πρόσφατη μελέτη για τα ευρωπαϊκά νησιά έδωσε ως βασικό αναπτυξιακό άξονα τα «ποιοτικά νησιά». Αναφέρεται στην αναγκαιότητα για στροφή των νησιών στη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών ποιότητας που μπορούν να βρουν τις κατάλληλες αγορές βασισμένων στα ιδιαίτερα ξεχωριστά χαρακτηριστικά κάθε νησιού. Για παράδειγμα η παραγωγή προϊόντων με βάση το λάδι και το γάλα στη Λέσβο πρέπει να βασιστούν σε υψηλής ποιότητας πρώτη ύλη που σε συνδυασμό με παραδοσιακές συνταγές αλλά και νέα προϊόντα που υιοθετούν σύγχρονη τυποποίηση και προώθηση θα ανοίξουν νέες αγορές. Η περίπτωση της χιώτικης μαστίχας δείχνει το δρόμο.
Έναν αντίστοιχο δρόμο πρέπει να τραβήξει ο τουρισμός βασισμένος στο πλούσιο πολιτιστικό και φυσικό κεφάλαιο του νησιού. Είναι πρακτικά αδιανόητο το BBC να προβάλει ανέξοδα για μας στη ζώνη πρώτης ακροαματικότητας τη Λέσβο ως πατρίδα του Αριστοτέλη σε συνδυασμό με το φυσικό περιβάλλον, αλλά εδώ να γίνονται εισηγήσεις για δημιουργία ακτών ή να δαπανώνται πολλά χρήματα για τουριστική προβολή  …. σε τοπικά ΜΜΕ για εκλογικούς λόγους. Δεν μπορεί η Λέσβος να είναι γνωστή ως πατρίδα της Σαπφώς, του Ελύτη αλλά και του Θεόφραστου, ως βασικός προορισμός μεταναστευτικών πουλιών, ως πατρίδα του Θεόφιλου και του Teriade με μοναδικά μουσεία, να μας προτείνουν από την Ουνέσκο να την αναδείξουμε ως μοναδικό παγκόσμιο γεωλογικό μνημείο κλπ και να προωθούνται έργα που όχι μόνο αγνοούν αλλά και υποβαθμίζουν αυτό το πλούτο με κατασκευές που παραβιάζουν τον νόμο και την αισθητική, ενώ είναι αναπτυξιακά «άχρηστες».
Ακόμη η ποιότητα στις βασικές υπηρεσίες όπως το κατάλυμα και η διατροφή πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συστηματικής δουλειάς με όλους τους εμπλεκόμενους, ώστε να επαναφέρουμε την ελληνική φιλοξενία και την αυθεντικότητα στο κέντρο της υποδοχής στα μικρά οικογενειακά καταλύματα και εστιατόρια. 
Το πρόβλημα των σκουπιδιών που υποβαθμίζει τον τουρισμό αλλά και τη ποιότητα ζωής όλων μας δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο πολιτικής διαμάχης υπεράσπισης συμφερόντων, αλλά θα πρέπει να οδηγήσει στην κινητοποίηση και της τελευταίας λεσβιακής οικογένειας για διαχωρισμό στη πηγή και ανακύκλωση των υπολειμμάτων. 
Ενας πρέπει να είναι ο στόχος: ο νέος στρατηγικός αναπτυξιακός της Λέσβου που επιβάλλεται από τον Καλλικράτη πρέπει να αποτελέσει την αρχή μιας «επανάστασης» που θα ανατρέψει παγιωμένες ιδέες και συμφέροντα. Η λεσβιακή κοινωνία δεν αντέχει άλλη κρίση, ούτε άλλη οπισθοδρόμηση. Η σωστή αξιοποίηση των ευκαιριών με σωστή χρήση των περιορισμένων πόρων είναι μονόδρομος.

Γιάννης Σπιλάνης
ΟΙ «ΕΛΙΕΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ»:  O ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΓΕΩΡΓΙΑ…….. ΑΛΛΙΩΣ.
Ξεφυλλίζοντας ένα από τα πολλά περιοδικά μαγειρικής είδα ένα άρθρο με τίτλο «Οι ελιές της χρονιάς». Στην αρχή νόμισα ότι θα ήταν ακόμη μερικές συνταγές που ίσως είχαν ενδιαφέρον, αλλά από τις πρώτες γραμμές του άρθρου ήταν προφανές ότι αφορούσε ένα πρόγραμμα εναλλακτικού τουρισμού στη Κέα με βάση τη συλλογή της ελιάς και το μαγείρεμα της με διάφορους τρόπους από μια γνωστή μαγείρισσα της Ελλάδας. Στο άρθρο υπήρχε και η σχετική ιστοσελίδα και μπήκα στον πειρασμό να την εξερευνήσω (www.keartisanal.com).
Με τη περιήγηση της ιστοσελίδας άρχισαν οι εκπλήξεις. Από τις πρώτες φωτογραφίες και γενικότερα από το στήσιμο της σελίδας, ήταν εμφανής η προσπάθεια να «τραβήξει» τον περιηγητή του διαδικτύου να προχωρήσει να μάθει περισσότερα πρώτα για τον τόπο όπου προσφερόταν αυτό το διαφορετικό τουριστικό προϊόν και  στη συνέχεια λεπτομέρειες για το ίδιο το πρόγραμμα και τις ημερήσιες δραστηριότητες του. Μα η πιο μεγάλη έκπληξη αφορούσε τη τιμή: 1550€ για 6 ημέρες και αφορούσε μάζεμα ελιάς, παραγωγή λαδιού σε μικρό λιοτρίβι, περιηγήσεις, περιπάτους, επισκέψεις στη φύση και στα μνημεία του τόπου, μαθήματα μαγειρικής και ένα φάκελο με συνταγές. Η διανυκτέρευση ήταν επιπλέον, το κόστος της οποίας κυμαινόταν ανάλογα με το κατάλυμα που επέλεγε ο επισκέπτης.   
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες γνώσεις για να καταλάβει ο οποιοσδήποτε ότι τα έσοδα που προκύπτουν από την 6μελή ομάδα τουριστών από Αμερική και Καναδά για μια εβδομάδα πλησιάζουν τις 10.000€. Ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο όταν οργανώνοντας 4-5 γκρούπ το χρόνο μια οικογένεια μπορεί να βγάλει ένα παραπάνω από ικανοποιητικό οικογενειακό εισόδημα. Αλήθεια, αυτά γιατί δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη Λέσβο;
Τα παραπάνω μου με έφεραν περίπου 15 χρόνια πίσω όταν σε ένα ανάλογο περιοδικό είχα διαβάσει για το «ελληνικό χαβιάρι». Τι ήταν; Απλά η πάστα ελιάς που σερβιριζόταν στα καλύτερα γαλλικά εστιατόρια σαν ορεκτικό αντί για το …..τοπικό βούτυρο. Από τότε άρχισα να διδάσκω σε σεμινάρια κατάρτισης τουρισμού αυτή την απλή συνταγή και τη παραλλαγή της με την αντζούγια που αποτελούν έναν καταπληκτικό μεζέ για να συνοδεύσουν ένα (και όχι μόνο) ποτήρι ούζο ως πιάτο καλωσορίσματος του φιλοξενούμενου επισκέπτη, «του τουρίστα».
Όμως για να εφαρμοστούν τα παραπάνω χρειάζεται μιαν άλλη στρατηγική, μιαν άλλη φιλοσοφία από τους ιδιοκτήτες των τουριστικών επιχειρήσεων και όλους τους εμπλεκόμενους στον τουρισμό: χρειάζεται γνώση και εκπαίδευση, παροχή ιδιαίτερου προϊόντος, ποιότητα στη προσφορά υπηρεσιών και προϊόντων, αυθεντικότητα, οργάνωση, αίσθημα φιλοξενίας και πάνω απ’ όλα επαγγελματισμό. Χρειάζεται φορείς που θα δουλέψουν  με στόχο, μεράκι και προοπτική. Χαρακτηριστικά που λείπουν από τον ελληνικό και ιδιαίτερα τον Λεσβιακό τουρισμό που έχουν μείνει προσκολλημένοι στον μαζικό τουρισμό των charter του ήλιου και της θάλασσας, στις φτηνές υπηρεσίες, στη προσπάθεια να ξεγελαστεί ο πελάτης δίνοντας του μη ποιοτικά προϊόντα, στην έλλειψη επαγγελματισμού. Τι να σου κάνει μετά η διαφήμιση; Αρχηστη πάει.
Σε αντίστοιχα συμπεράσματα θα κατέληγε όποιος παρακολούθησε την ημερίδα σχετική με το πρόγραμμα για τη γεωργία στα νησιά της Μεσογείου που οργάνωσε πριν μερικές ημέρες η Περιφέρεια Β.Αιγαίου. Οι επιστήμονες που παρουσίασαν τις έρευνες τους τόνισαν πόσα πολλά ειδικά και ξεχωριστό προϊόντα παράγει η λεσβιακή γη που είτε κινδυνεύουν με εξαφάνιση αφού αντικαθίστανται από ξένες ποικιλίες ή απλά δεν αξιοποιούνται παραμένοντας αζήτητα πάνω στα δέντρα. Το κλειδί και εδώ είναι η ποιότητα και η γνώση, στοιχεία απαραίτητα για να γίνει εφικτή η παραγωγή νωπών και μεταποιημένων προϊόντων της γης που να προσφέρονται σε καταναλωτές που ψάχνουν κάτι το διαφορετικό και θα αμείβουν ικανοποιητικά τους παραγωγούς τους. Αυτό επιβεβαίωσαν και οι φίλοι από τη Σαρδηνία που παρουσίασαν τις καλές πρακτικές που εφαρμόζουν στο νησί τους που τους επιτρέπουν να ζουν από τη δουλειά τους και να ευχαριστιούνται με αυτό που κάνουν.
Οι εκπρόσωποι της Σαρδηνίας μίλησαν όμως και για τους αναπτυξιακούς φορείς του τόπου τους που με σχεδιασμό και συστηματική προσπάθεια υποστηρίζουν με αποτελεσματικότητα τους αγρότες. Γνωρίζουν τι θέλουν και αξιοποιούν τα προγράμματα για να πετύχουν τους στόχους τους. Και δεν μένουν σε εκθέσεις που γίνονται για να «απορροφηθούν» (μαγική λέξη) τα χρήματα και μετά θα μπουν σε κάποιο συρτάρι χωρίς να δοθεί κάποια συνέχεια για τους πολλούς.
Όλα τα παραπάνω φέρνουν θλίψη γιατί μετά από τόσα παραδείγματα που έχουν αναφερθεί σε συναντήσεις που γίνονται χρόνια τώρα, τοπικοί φορείς και «επαγγελματίες» στη πλειοψηφία τους μένουν «κολλημένοι» σε πρακτικές που κάποτε έφερναν εύκολο και πολύ χρήμα για τους λίγους με επιδοτήσεις και προγράμματα, αλλά τώρα αποδεικνύονται αδιέξοδες για τους πολλούς. Τα λίγα καλά παραδείγματα που βασίστηκαν στην ατομική και αγωνιώδη προσπάθεια ορισμένων που αποφάσισαν να βγούν από τον εύκολο δρόμο και να ακολουθήσουν αυτόν της ποιότητας, μένουν περιθωριακά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις για να πιστοποιείται ο κανόνας. Και βέβαια χωρίς υποστήριξη από τους φορείς που φτιάχτηκαν ακριβώς για αυτό το λόγο αλλά χρησιμοποιήθηκαν «αλλιώς» για να μας οδηγήσουν στη κρίση.
Σήμερα που οι καιροί είναι ιδιαίτερα δύσκολοι, με την ανεργία να καλπάζει, πρέπει επιτέλους οι πολίτες -και ιδιαίτερα οι νεώτεροι- να απαιτήσουμε την αξιοποίηση όλων των ευκαιριών για μια άλλη ανάπτυξη. Πρέπει οι πολίτες να δράσουμε με στόχο τη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών ποιοτικών και ξεχωριστών που μπορεί να προσφέρει η λεσβιακή γη και ο λεσβιακός πολιτισμός. Χρειάζονται ανατροπές στη δράση των φορέων και των ανθρώπων που ασχολούνται με τα κοινά. Αλλιώς το γάλα και το λάδι θα πουλιούνται 1,7€ από το παραγωγό και η νέα μετανάστευση, αυτή των εκπαιδευμένων, θα φουντώνει.
Χρειάζεται στρατηγικό σχέδιο και εναλλακτική προοπτική τώρα. Η ανάδειξη της Λέσβου ως γεωπάρκου μπορεί να δώσει αξία στο μόχθο του παραγωγού, να προβάλει τα ιδιαίτερα και σημαντικά φυσικά και πολιτιστικά της στοιχεία δημιουργώντας νέες θέσεις απασχόλησης. Η Μελίνα είχε συγκινήσει τη Γενική Συνέλευση της Ουνέσκο το 1994 όταν με το πρόγραμμα «Αιγαίο-Αρχιπέλαγος» είχε ονειρευτεί να μετατρέψει τα νησιά μας σε ένα απέραντο πολιτιστικό και τεχνολογικό πάρκο αναδεικνύοντας τις μοναδικότητες τους. Είκοσι χρόνια μετά ποιος θα πάρει τη σκυτάλη; 
Γιάννης Σπιλάνης,
Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ
Συμμετέχοντας σε μια ομάδα ευρωπαίων μελετητών για την αξιολόγηση των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς τις περιοχές με μόνιμα φυσικά εμπόδια (νησιωτικές, ορεινές και αραιοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης), είχαμε ως καθήκον να μελετήσουμε πως χρησιμοποιήθηκαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια τα τελευταία χρόνια και τι απέδωσαν στην ανάπτυξη των περιοχών αυτών με ελληνικά παραδείγματα την Στερεά Ελλάδα και το Βόρειο Αιγαίο.
Η ανάλυση των δεδομένων αυτών και οι συγκρίσεις με τις πρακτικές και τα αποτελέσματα άλλων χωρών επιβεβαιώνουν ότι ένας από τους παράγοντες που έχουν οδηγήσει τη χώρα στην πρωτοφανή σημερινή οικονομική κρίση είναι και η έλλειψη αναπτυξιακής στρατηγικής. Μιας στρατηγικής που:
(α)  θα κατεύθυνε τους αγρότες και τους επιχειρηματίες (μικρούς και μεγάλους) που δραστηριοποιούνται ή ήθελαν να δραστηριοποιηθούν στη παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών σε τομείς στους οποίους η χώρα αλλά και κάθε περιοχή ξεχωριστά μπορεί να είναι ανταγωνιστική και θα τους υποστήριζε σ’αυτή τους τη πορεία προς όφελος όλων μας,
(β) θα υποστήριζε τους κατοίκους ειδικά των νησιωτικών περιοχών όχι απλά να μείνουν στον τόπο τους αλλά για το πώς θα συμβάλλουν δημιουργικά για μια καλύτερη ποιότητα ζωής και σε ένα καλύτερο μέλλον των όλων μας, μέσα από τη παροχή των κατάλληλων υποδομών και υπηρεσιών σε μεταφορές, επικοινωνίες, εκπαίδευση και κατάρτιση, υγεία, πολιτισμό και αθλητισμό.
Αντίθετα αυτό που διαπιστώνεται (και υπογραμμίζεται από όσους έχουν γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, έλληνες και ξένους) είναι η κατασπατάληση του 80% των ευρωπαϊκών πόρων σε πολύ ακριβά έργα υποδομών αλλά και σε διάφορα μικροέργα και δραστηριότητες «τοπικής σημασίας» που στοίχησαν πολλαπλάσια από τον αρχικό τους προϋπολογισμό και είτε δεν ολοκληρώθηκαν μετά από πολλά χρόνια ή ολοκληρώθηκαν και έμειναν ανενεργά δίνοντας ελάχιστη αναπτυξιακή ώθηση. Ταυτόχρονα χρηματοδοτήθηκαν ελάχιστες πραγματικά παραγωγικές και καινοτόμες δράσεις που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αυξάνοντας την εξάρτηση μας από δανεικά χρήματα. Όλα αυτά έγιναν χωρίς σχέδιο και χωρίς αναπτυξιακή προοπτική για τον τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στη βάση «προσωπικών» παρεμβάσεων για την εξυπηρέτηση πολιτικών πελατειακών σχέσεων (βλέπε κάθε είδους εργολάβους και προμηθευτές του δημοσίου) και την ικανοποίηση «λαϊκών αιτημάτων», δηλαδή της συγκέντρωσης ψήφων.
Αυτή η κατάσταση φάνηκε ιδιαίτερα όταν έπρεπε να επιλέξουμε μία από τις δράσεις που χρηματοδοτήθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια και είχαν πολλαπλασιαστικά σε σχέση με την αρχική επένδυση αναπτυξιακά οφέλη για τον τόπο ώστε να την αναδείξουμε ως καλή πρακτική που θα μπορούσε να προβληθεί και να αξιοποιηθεί από άλλες περιοχές της Ευρώπης με παρόμοια χαρακτηριστικά. Όμως η αναζήτηση της καλής πρακτικής έφερε στην επιφάνεια πολλές «κακές» αναπτυξιακές πρακτικές και ιδιαίτερα σοβαρό έλλειμμα διακυβέρνησης, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται και υλοποιούνται οι αναπτυξιακές αποφάσεις. Η έλλειψη οράματος και στρατηγικού σχεδίου δράσης στη δημιουργία του οποίου πρέπει συμμετέχει ενεργά μια ενημερωμένη και έτοιμη να συμβάλλει με τη δράση της κοινωνία μέσα από μια διάφανη διαδικασία διαβούλευσης και συναπόφασης έχει οδηγήσει στην τραγική απώλεια ευκαιριών. Αντίθετα επικράτησε συναλλαγή και διαφθορά μεταξύ πολιτικών, μέρους της διοίκησης και «επιχειρηματιών» τα αποτελέσματα των οποίων όλοι βιώνουμε σήμερα με τραγικό τρόπο σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.
Τελικά επιλέξαμε ως καλύτερη πρακτική αξιοποίησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων τη δημιουργία του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Σιγρίου στη Λέσβο όχι τόσο για το έργο του της κατασκευής του Μουσείου και της ανάδειξης του μοναδικού Απολιθωμένου Δάσους αλλά κυρίως για την προσπάθεια του από τη μια πλευρά να στηρίξει την τοπική αγροτική και επιστημονική παραγωγή και από την άλλη να «διαφημίσει» τη Λέσβο σε παγκόσμιο επίπεδο ως μοναδικό προορισμό για ανθρώπους που θέλουν να γνωρίσουν κάτι ξεχωριστό. Μια προσπάθεια που δεν κινείται με γνώμονα την «απορρόφηση» κονδυλίων, αλλά με στρατηγική για την ανάδειξη της Λέσβου ως γεωπάρκου με τη σφραγίδα της Ουνέσκο με πολλαπλάσια οφέλη για το σύνολο του νησιού. Η απόφαση της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου να αναδείξει τον φυσικό και πολιτιστικό πλούτο του νησιού ως κύριο συγκριτικό πλεονέκτημα και αναπτυξιακό μοχλό ίσως να επιβεβαιώσει την επιλογή μας αυτή.
Ας ελπίσουμε ότι η απόφαση αυτή θα αποτελέσει την αρχή για μια στροφή στην αντιμετώπιση του αναπτυξιακού προβλήματος της Λέσβου, αλλά και καλό «παράδειγμα» για άλλους. Όμως η επιτυχία της όποιας δράσης δεν μπορεί να βασίζεται σε μια συμφωνία «κορυφής», αλλά σε μια συνεργασία των πολλών που επιτέλους θα βασίζεται στην λογική της εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος, του κοινού στόχου: της ευημερίας του συνόλου της κοινωνίας. 
Γιάννης Σπιλάνης
Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΛΩΜΑΡΙΤΩΝ
Παρακολουθώντας την τοπική επικαιρότητα δεν μπορεί κανείς να μείνει αδιάφορος από την “εξέγερση” των Πλωμαριτών εξ αιτίας δύο γεγονότων που κάποιοι θα πουν ότι συνδέονται απόλυτα μεταξύ τους και άλλοι ότι απλά τυχαίνει να συμβαίνουν ταυτόχρονα: (α) η κατάργηση του Δήμου Πλωμαρίου με τη δημιουργία του Δήμου Λέσβου που οδηγεί (αναπόφευκτα άραγε;) στην υποβάθμιση των υπηρεσιών που προσφέρονται στους δημότες και (β) η κατάργηση – συγχώνευση σε επίπεδο νησιού των Δημόσιων Υπηρεσιών και των Υπηρεσιών Δημοσίου Συμφέροντος (Κοινής Ωφέλειας) όπως ΔΟΥ, γραφεία ΟΤΕ, ΔΕΗ κλπ  
Η αγανάκτηση συνδέεται σίγουρα και με την σοβαρή κρίση που διανύουμε και πλήττει όλους περισσότερο ή λιγότερο, ενώ ο νέος Δήμος μη έχοντας την ευχέρεια για ανεξέλεγκτες δαπάνες όπως γινόταν μέχρι το 2010 δεν έχει ούτε καν τη δυνατότητα να εκτελέσει οποιοδήποτε έργο στη περιοχή αφού δεν υπάρχει κρατική χρηματοδότηση. Ακόμη και τα όποια έργα του ΕΣΠΑ που θα μπορούσαν να δώσουν μια ανάσα στη περιοχή καρκινοβατούν γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν ενεργοποιούνται. Η αφορμή όμως για κοινή αντίδραση των κατοίκων δόθηκε από την κατάργηση ενός «κεκτημένου δικαιώματος», τη πρόσβαση σε υπηρεσίες που θα πρέπει προσφέρονται σε επιχειρήσεις και πολίτες χωρίς να πρέπει να μετακινούνται μακριά από τον τόπο κατοικίας τους.
Από τις δηλώσεις είτε των πρωταγωνιστών της εξέγερσης (δηλαδή των μελών του συντονιστικού), είτε των απλών πολιτών γίνεται φανερή η αγωνία της επιβίωσης των ίδιων και γενικότερα του τόπου τους. Ερώτημα είναι κατά πόσο η αγανάκτηση αυτή είναι δικαιολογημένη από όσα συμβαίνουν τώρα και προς τους σωστούς αποδέκτες ή αποτέλεσμα της καθοδήγησης όσων ψαρεύουν στα «θολά νερά» και κατά πόσο είναι πολύ καθυστερημένη γιατί θα έπρεπε οι Πλωμαρίτες να έχουν «αγανακτήσει» και «εξεγερθεί» πολλά χρόνια πριν όταν «κατέρρεε» οικονομικά και δημογραφικά η ευρύτερη περιοχή και οι «αρμόδιοι» δημοτικοί και νομαρχιακοί άρχοντες περί άλλα τύρβαζαν. Επομένως μπαίνει και το ερώτημα: προς ποιόν θα πρέπει να απευθυνθούν οι διαμαρτυρίες; Μόνο προς την Ευρωπαϊκή Ενωση και το κεντρικό κράτος ή και προς όλους αυτούς που διαχειρίστηκαν την τοπική εξουσία τα τελευταία χρόνια για τις πράξεις και τις παραλήψεις τους. Είναι τυχαίο άραγε πως όλοι με ευκολία υποστηρίζουμε ότι «οι άλλοι φταίνε;». Μια εύκολη ελληνική πρακτική ώστε να μην αναλαμβάνουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν.
Είναι γεγονός ότι το αναπτυξιακό πρόβλημα της επαρχίας Πλωμαρίου είναι αρκετά παλαιό (προσωπικά το έχω μελετήσει από τη δεκαετία του ‘90) και τέθηκε ξανά στο σχετικό συνέδριο που οργάνωσε το «Πόλιον» την περασμένη άνοιξη. Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με την μία ή την άλλη πρόταση που ακούστηκε, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν δόθηκε καμία οργανωμένη συνέχεια σ’αυτή τη προσπάθεια από την τοπική αρχή ώστε, σε συνεργασία με όσους ενδιαφερθήκαμε να συνεισφέρουμε στον προβληματισμό και με τους πολίτες του τόπου, να προχωρήσει η επεξεργασία ενός ρεαλιστικού τοπικού σχεδίου που στη συνέχεια θα εντασσόταν στο ευρύτερο επιχειρησιακό σχέδιο που ο Δήμος όφειλε να έχει ήδη καταρτίσει.
Παρόμοιοι προβληματισμοί έχουν ακουστεί και σε άλλα μέρη του νησιού, αλλά και σε άλλα νησιά τα τελευταία 25 χρόνια μέσα από ανάλογες διαδικασίες στη προσπάθεια να βρεθεί τι φταίει για την οικονομική, δημογραφική και πολιτιστική καχεξία και κυρίως πως αντιμετωπίζονται τα αναπτυξιακά προβλήματα στη πλειοψηφία των νησιών.
Επειδή παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζει σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών νησιών, εκπονήθηκε πρόσφατα μελέτη για τον εντοπισμό των προβλημάτων και κυρίως για τη διερεύνηση της αναπτυξιακής στρατηγικής και της πρότασης των κατάλληλων πολιτικών σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η απάντηση που δόθηκε δικαιώνει εν μέρει τους Πλωμαρίτες. Τα νησιά εξ αιτίας των ιδιαιτεροτήτων τους (μικρό μέγεθος, απομόνωση και περιφερειακότητα, ύπαρξη ιδιαίτερων, σημαντικών αλλά και εύθραυστων περιβαλλοντικών και πολιτιστικών πόρων) παρουσιάζουν χαμηλή ελκυστικότητα στη προσέλκυση αναπτυξιακών δραστηριοτήτων και μονίμων κατοίκων. Το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις ενιαίες πολιτικές που εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε Ελλάδα και Ευρώπη χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά αυτά. Προτάθηκε λοιπόν η ανάπτυξη των νησιών να στηριχθεί στο εξής αλληλένδετο τρίπτυχο:
-          «Ποιοτικά Νησιά» που θα εστιάζουν τη παραγωγή τους σε προϊόντα και υπηρεσίες ποιότητας που θα αξιοποιούν τους τοπικούς πόρους και θα απευθύνονται σε ειδικές αγορές
-           «Πράσινα νησιά» που θα προστατεύουν και θα αξιοποιούν τους περιορισμένους φυσικούς πόρους που διαθέτουν
-          «Νησιά ίσων ευκαιριών» που θα επιτρέπουν την εύκολη πρόσβαση των κατοίκων τους και των επιχειρήσεων τους σε όλες τις Υπηρεσίες Δημοσίου Συμφέροντος που είναι απαραίτητες με τρόπο ανάλογο με αυτό της ηπειρωτικής χώρας. Οι νησιώτες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως πολίτες 2ης κατηγορίας.  
Τους δικαιώνει μόνο εν μέρει γιατί ενώ τόσα χρόνια οι υπηρεσίες αυτές υπήρχαν στη περιοχή, η «ερήμωση» της συνεχίστηκε εξ αιτίας λανθασμένων αναπτυξιακών επιλογών τόσο στον τουρισμό όσο και στη γεωργία που δεν αξιοποίησαν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής, αλλά προσπάθησαν να ακολουθήσουν πρότυπα άλλων περιοχών. Προσπάθειες για την ανάπτυξη του αγροτουρισμού, του περιπατητικού τουρισμού, του πολιτιστικού τουρισμού και του τουρισμού δραστηριοτήτων με έμφαση τα τοπικά χαρακτηριστικά δεν υποστηρίχθηκαν αν δεν πολεμήθηκαν, ενώ προσπάθειες για τυποποιημένα αγροτικά προϊόντα ποιότητας είχαν μετρημένους στα δάχτυλα θιασώτες. Οι πολλοί προτίμησαν τις επιδοτήσεις, την οικοδομή, τον κλασσικό τουρισμό παραλίας αλλά και τις μικρο-υποδομές που έφερναν «ζεστό χρήμα» στη περιοχή, αδιαφορώντας για την μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή τους προοπτική ακόμη μάλιστα και αν με τις επιλογές τους αυτές συχνά αλλοίωναν την πανέμορφη πόλη τους (ευτυχώς μόνο !!!! την παραλιακή της ζώνη) παρά τις αντίθετα υποδείξεις που γίνονταν χρόνια τώρα.
Σε ότι αφορά τις υπηρεσίες που σχεδιάζεται να πάψουν να λειτουργούν πέρα από την έδρα της πρωτεύουσας κάθε νομού (δυστυχώς) για λόγους εξοικονόμησης πόρων και μείωσης προσωπικού, θα πρέπει η δημοτική αρχή να φροντίσει μέσα από τη λειτουργία των αναβαθμισμένων ΚΕΠ σε κάθε δημοτική και κοινοτική ενότητα να παρέχει τόσο όλες τις δημοτικές υπηρεσίες όσο και τις αντίστοιχες υπηρεσίες τρίτων με πολυδύναμους υπαλλήλους και τις κατάλληλες προγραμματικές συμβάσεις. Παραδείγματα υπάρχουν από την εποχή που οι κοινοτικοί υπάλληλοι ήταν και ανταποκριτές του ΟΓΑ. Ας αξιοποιηθούν.
Η ενοποίηση της Λέσβου σε ένα Δήμο είναι μια επικίνδυνη ευκαιρία για ολόκληρο το νησί. Υπάρχουν αρμοδιότητες όπως είναι αυτές του αναπτυξιακού σχεδιασμού που ασκούσε προηγούμενα η Νομαρχία (τουριστική και αγροτική ανάπτυξη, οδικό δίκτυο και συγκοινωνίες, έκδοση αδειών υγειονομικού ενδιαφέροντος, πολεοδομία και περιβάλλον) που μπορούν να  λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά σε επίπεδο νησιού (πχ. αξιοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων, τουριστική προβολή, λειτουργία ΧΥΤΥ κλπ). Υπάρχουν και οι καθημερινές συναλλαγές του πολίτη με τον Δήμο και τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας που δεν μπορεί παρά να ικανοποιούνται τοπικά χωρίς την δική του μετακίνηση. Είναι ένα στοίχημα οργάνωσης αλλά και πολιτικής βούλησης των νέων Δημοτικών Αρχών ώστε τα οφέλη από την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των Δήμων να είναι προς όφελος των πολιτών και της ανάπτυξης των νησιών και όχι το αντίθετο. 
Η πρωτόγνωρη κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα μας συνολικά και κάθε περιοχή ξεχωριστά δεν αντέχει προσκόλληση σε παλιές συνταγές και συνήθειες που είχαν δείξει τα όρια τους. Απαιτεί συλλογική δημιουργική δράση, προσφορά και αλληλεγγύη με στόχο το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική ευημερία. Χρειάζεται να βρεθούν νέοι τρόποι συνεργασιών, ένταση των προσπαθειών και όχι άγονοι ανταγωνισμοί.
Για τις λύσεις αυτές πρέπει να πεισθούμε οι πολίτες και να τις απαιτήσουμε.

Γιάννης Σπιλάνης,

Η απαξίωση του εμβληματικότερου μέτρου της νησιωτικής πολιτικής: του μεταφορικού ισοδύναμου

  Την ώρα που η Κυβέρνηση «υπερηφανεύεται» στα εθνικά και διεθνή φόρα και σε καλοπληρωμένες εκθέσεις ότι έχει νησιωτική πολιτική και μάλισ...