Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ
Συμμετέχοντας σε μια ομάδα ευρωπαίων μελετητών για την αξιολόγηση των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς τις περιοχές με μόνιμα φυσικά εμπόδια (νησιωτικές, ορεινές και αραιοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης), είχαμε ως καθήκον να μελετήσουμε πως χρησιμοποιήθηκαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια τα τελευταία χρόνια και τι απέδωσαν στην ανάπτυξη των περιοχών αυτών με ελληνικά παραδείγματα την Στερεά Ελλάδα και το Βόρειο Αιγαίο.
Η ανάλυση των δεδομένων αυτών και οι συγκρίσεις με τις πρακτικές και τα αποτελέσματα άλλων χωρών επιβεβαιώνουν ότι ένας από τους παράγοντες που έχουν οδηγήσει τη χώρα στην πρωτοφανή σημερινή οικονομική κρίση είναι και η έλλειψη αναπτυξιακής στρατηγικής. Μιας στρατηγικής που:
(α)  θα κατεύθυνε τους αγρότες και τους επιχειρηματίες (μικρούς και μεγάλους) που δραστηριοποιούνται ή ήθελαν να δραστηριοποιηθούν στη παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών σε τομείς στους οποίους η χώρα αλλά και κάθε περιοχή ξεχωριστά μπορεί να είναι ανταγωνιστική και θα τους υποστήριζε σ’αυτή τους τη πορεία προς όφελος όλων μας,
(β) θα υποστήριζε τους κατοίκους ειδικά των νησιωτικών περιοχών όχι απλά να μείνουν στον τόπο τους αλλά για το πώς θα συμβάλλουν δημιουργικά για μια καλύτερη ποιότητα ζωής και σε ένα καλύτερο μέλλον των όλων μας, μέσα από τη παροχή των κατάλληλων υποδομών και υπηρεσιών σε μεταφορές, επικοινωνίες, εκπαίδευση και κατάρτιση, υγεία, πολιτισμό και αθλητισμό.
Αντίθετα αυτό που διαπιστώνεται (και υπογραμμίζεται από όσους έχουν γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, έλληνες και ξένους) είναι η κατασπατάληση του 80% των ευρωπαϊκών πόρων σε πολύ ακριβά έργα υποδομών αλλά και σε διάφορα μικροέργα και δραστηριότητες «τοπικής σημασίας» που στοίχησαν πολλαπλάσια από τον αρχικό τους προϋπολογισμό και είτε δεν ολοκληρώθηκαν μετά από πολλά χρόνια ή ολοκληρώθηκαν και έμειναν ανενεργά δίνοντας ελάχιστη αναπτυξιακή ώθηση. Ταυτόχρονα χρηματοδοτήθηκαν ελάχιστες πραγματικά παραγωγικές και καινοτόμες δράσεις που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αυξάνοντας την εξάρτηση μας από δανεικά χρήματα. Όλα αυτά έγιναν χωρίς σχέδιο και χωρίς αναπτυξιακή προοπτική για τον τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στη βάση «προσωπικών» παρεμβάσεων για την εξυπηρέτηση πολιτικών πελατειακών σχέσεων (βλέπε κάθε είδους εργολάβους και προμηθευτές του δημοσίου) και την ικανοποίηση «λαϊκών αιτημάτων», δηλαδή της συγκέντρωσης ψήφων.
Αυτή η κατάσταση φάνηκε ιδιαίτερα όταν έπρεπε να επιλέξουμε μία από τις δράσεις που χρηματοδοτήθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια και είχαν πολλαπλασιαστικά σε σχέση με την αρχική επένδυση αναπτυξιακά οφέλη για τον τόπο ώστε να την αναδείξουμε ως καλή πρακτική που θα μπορούσε να προβληθεί και να αξιοποιηθεί από άλλες περιοχές της Ευρώπης με παρόμοια χαρακτηριστικά. Όμως η αναζήτηση της καλής πρακτικής έφερε στην επιφάνεια πολλές «κακές» αναπτυξιακές πρακτικές και ιδιαίτερα σοβαρό έλλειμμα διακυβέρνησης, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται και υλοποιούνται οι αναπτυξιακές αποφάσεις. Η έλλειψη οράματος και στρατηγικού σχεδίου δράσης στη δημιουργία του οποίου πρέπει συμμετέχει ενεργά μια ενημερωμένη και έτοιμη να συμβάλλει με τη δράση της κοινωνία μέσα από μια διάφανη διαδικασία διαβούλευσης και συναπόφασης έχει οδηγήσει στην τραγική απώλεια ευκαιριών. Αντίθετα επικράτησε συναλλαγή και διαφθορά μεταξύ πολιτικών, μέρους της διοίκησης και «επιχειρηματιών» τα αποτελέσματα των οποίων όλοι βιώνουμε σήμερα με τραγικό τρόπο σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.
Τελικά επιλέξαμε ως καλύτερη πρακτική αξιοποίησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων τη δημιουργία του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Σιγρίου στη Λέσβο όχι τόσο για το έργο του της κατασκευής του Μουσείου και της ανάδειξης του μοναδικού Απολιθωμένου Δάσους αλλά κυρίως για την προσπάθεια του από τη μια πλευρά να στηρίξει την τοπική αγροτική και επιστημονική παραγωγή και από την άλλη να «διαφημίσει» τη Λέσβο σε παγκόσμιο επίπεδο ως μοναδικό προορισμό για ανθρώπους που θέλουν να γνωρίσουν κάτι ξεχωριστό. Μια προσπάθεια που δεν κινείται με γνώμονα την «απορρόφηση» κονδυλίων, αλλά με στρατηγική για την ανάδειξη της Λέσβου ως γεωπάρκου με τη σφραγίδα της Ουνέσκο με πολλαπλάσια οφέλη για το σύνολο του νησιού. Η απόφαση της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου να αναδείξει τον φυσικό και πολιτιστικό πλούτο του νησιού ως κύριο συγκριτικό πλεονέκτημα και αναπτυξιακό μοχλό ίσως να επιβεβαιώσει την επιλογή μας αυτή.
Ας ελπίσουμε ότι η απόφαση αυτή θα αποτελέσει την αρχή για μια στροφή στην αντιμετώπιση του αναπτυξιακού προβλήματος της Λέσβου, αλλά και καλό «παράδειγμα» για άλλους. Όμως η επιτυχία της όποιας δράσης δεν μπορεί να βασίζεται σε μια συμφωνία «κορυφής», αλλά σε μια συνεργασία των πολλών που επιτέλους θα βασίζεται στην λογική της εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος, του κοινού στόχου: της ευημερίας του συνόλου της κοινωνίας. 
Γιάννης Σπιλάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου