ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ

Χωρίς καμία αμφιβολία η οικονομική κρίση που ξεκίνησε ως χρηματιστηριακή φούσκα έχει επηρεάσει την πραγματική οικονομία όλων των χωρών, αναπτυγμένων και μη, με εμφανή τα σημάδια σε ότι αφορά τη μείωση των εισοδημάτων και κατά συνέπεια της παραγωγής, το κλείσιμο ή την επιβράδυνση της παραγωγής πολλών επιχειρήσεων με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, την αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων με συνέπεια τη πίεση για μείωση των κρατικών δαπανών.

Οι νησιωτικές οικονομίες – που θεωρούνται ιδιαίτερα εύθραυστες γιατί στηρίζονται σε πολύ περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ο τουρισμός– δεν ήταν δυνατόν να μην έχουν υποστεί τις συνέπειες αυτές. Αν και τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί μέχρι σήμερα είναι ελάχιστα για να τεκμηριωθεί κάποια άποψη, φαίνεται ότι σημαντικότερα προβλήματα εμφανίζονται στα νησιά που έχουν περισσότερο διεθνοποιημένη οικονομία και είναι κατά συνέπεια περισσότερο εκτεθειμένα στις παγκόσμιες ανακατατάξεις. Στα άλλα νησιά όπου κυριαρχούν στρατηγικές επιβίωσης με περιορισμένες ανταλλαγές, οικογενειακή απασχόληση αλλά και χαμηλότερες εισοδηματικές προσδοκίες, η συνέπειες της κρίσης είναι σαφώς ηπιότερες.

Ετσι στη πλειοψηφία τους τα νησιά της Μεσογείου αισθάνθηκαν τις συνέπειες της κρίσης με τη μείωση του διεθνούς τουρισμού: οι «ναυαρχίδες» του μεσογειακού τουρισμού Βαλεαρίδες, Κρήτη, Κύπρος, Μάλτα, Κέρκυρα και Ρόδος είχαν σημαντικότατες απώλειες (διψήφιο ποσοστό) τόσο σε αφίξεις τουριστών όσο και σε έσοδα αφού η κρίση στις χώρες προορισμού -και κύρια στη Μ.Βρετανία και στη Γερμανία- είχε ως συνέπεια τη μείωση των διακοπών στο εξωτερικό αλλά και των δαπανών, ενώ οι Τουρ-Οπερειτορ επωφελήθηκαν για να μειώσουν τις τιμές των συμβολαίων. Αντίθετα η Κορσική που αποτελεί παραδοσιακά προορισμό κυρίως των Γάλλων και λιγότερο των γειτόνων της από την Ιταλία με συνέπεια να εξαρτάται λιγότερο από τα διεθνή πρακτορεία σημείωσε αύξηση της τάξης του 9%!!! Κάτι παρόμοιο συνέβη και στη χώρα μας σε περιοχές που βασίζονται κυρίως σε εσωτερικό τουρισμό

Στην Ελλάδα, όπου ο τουρισμός βρίσκεται σε κρίση εδώ και πολλά χρόνια, τα τελευταία στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) δείχνουν σοβαρή κάμψη σε όλους τους σημαντικούς προορισμούς πλην Ρόδου για το 2009. Όμως ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του αριθμού των διανυκτερεύσεων υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στις εισπράξεις των τουριστικών επιχειρήσεων και ειδικά των ξενοδοχείων με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο αριθμός των μονάδων που βρίσκεται σε πώληση. Τέλος, στη προσπάθεια τους οι τουριστικές επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος λειτουργίας τους υποβαθμίζουν τις υπηρεσίες τους χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων προσωπικό «χαμηλού κόστους», δηλαδή ανασφάλιστους αλλοδαπούς αλλά και έλληνες με χαμηλά μεροκάματα.

Καθίζηση από τη κρίση έχει υποστεί και η οικοδομή, η άλλη κινητήρια δύναμη των νησιωτικών οικονομιών. Το γεγονός ότι η κρίση πυροδοτήθηκε από την αδυναμία εξόφλησης δανείων για κατοικία που έπληξε ειδικά τράπεζες που χρηματοδοτούσαν το real estate, η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, η ανασφάλεια για τα μελλοντικά εισοδήματα ήταν λογικό να πλήξουν τον κατασκευαστικό τομέα και ειδικά αυτόν της εξοχικής κατοικίας που αφορά κυρίως τα νησιά.

Σε νησιά όπως η Λέσβος με πρωτογενή παραγωγή, η κρίση ήρθε απλά να χειροτερεύσει την κατάσταση στις τιμές των προϊόντων όπως το λάδι, το γάλα ή το κρασί. Η συμπίεση των τιμών των προϊόντων αυτών είναι εφικτή καθόσον υπάρχει σημαντικός ανταγωνισμός στη προσφορά πρώτης ύλης από χώρες με χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Η κρίση φαίνεται να αναδεικνύει εντονότερα τα αδιέξοδα του αναπτυξιακού μοντέλου των νησιών που προσπαθεί να στηριχθεί από τη μια πλευρά στη παραγωγή χαμηλού κόστους τουριστικού προϊόντος «ήλιου και θάλασσας» με ανειδίκευτους επιχειρηματίες και εργαζόμενους και από την άλλη πλευρά «αξιοποιώντας» (εκποιώντας) τη γη και μετατρέποντας την σε «μεζονέτες».

Τα νησιά πρέπει να στηρίξουν την ανάπτυξη του στην αξιοποίηση των περιορισμένων αλλά πολύτιμων φυσικών και πολιτιστικών πόρων τους παράγοντας ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες. Κλειδί στη διαδικασία αυτή είναι η ουσιαστική αναβάθμιση των γνώσεων και δεξιοτήτων του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και η βελτίωση της ελκυστικότητας των νησιών ώστε να προσελκύσουν ανθρώπους που θα συμβάλλουν στην εισαγωγή καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία.

Η κρίση θα βοηθήσει να υπάρξει αλλαγή κατεύθυνσης ή θα οδηγήσει τα νησιά μια μια νέα κρίση παρόμοια με αυτήν που βίωσαν μεταπολεμικά και οδήγησε σε απώλεια του μισού ενεργού πληθυσμού;

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ, Γενάρης 2010
ΖΗΤΕΙΤΑΙ …..ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΙΙ)


Για να προχωρήσει ένα αναπτυξιακό σχέδιο, που να ετοιμάζει τα νησιά για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων του 21ου αιώνα και όχι απλά να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του 20ου, χρειάζεται να γίνει υπέρβαση των σημερινών «κλισέ» και να υιοθετηθούν καινοτόμες ιδέες. Οι ιδέες αυτές θα πρέπει να μεταμορφώνουν τα χαρακτηριστικά των νησιών από μειονεκτήματα σε πλεονεκτήματα, ώστε να βελτιώσουν την ελκυστικότητα τους, μέσα σ’ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και να αρθρώνονται σε μια ολοκληρωμένη νησιωτική πολιτική.

Εφόσον τα νησιά δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες χαμηλού κόστους (συμπεριλαμβανόμενου πλέον και του τουρισμού), αφού οι ανταγωνίστριες χώρες έχουν πολύ χαμηλό εργατικό και γενικότερα λειτουργικό κόστος, πρέπει να στραφούν στην ποιοτική και εξειδικευμένη (διαφοροποιημένη) παραγωγή, αξιοποιώντας τους φυσικούς και πολιτιστικούς τους πόρους, που αποτελούν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα.

Οι παρεμβάσεις στον τουρισμό είναι σήμερα περισσότερο από αναγκαίες. Η κρίση ποιότητας και ταυτότητας των ελληνικών προορισμών, που αποτυπώνεται, όχι μόνο με αυξομειώσεις στις αφίξεις, αλλά κυρίως  με τις τιμές των συμβολαίων με τους Tour-Operators, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν κατέβει κάτω από τα 10€ ανά άτομο, δεν διορθώνονται απλά με περισσότερη διαφήμιση. Χρειάζονται ουσιαστικές παρεμβάσεις στο παραγόμενο προϊόν και στις επιμέρους δραστηριότητες που το απαρτίζουν, για να ξαναγίνει ανταγωνιστικό. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων αποτελεί τον πρώτο άξονα, στον οποίο επικεντρώνεται η δράση των διαρθρωτικών ταμείων με βάση τους νέους κανονισμούς

Το προϊόν χρειάζεται διαφοροποίηση και εμπλουτισμό και αυτό μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των πόρων που διαθέτει κάθε περιοχή. Η αξιοποίηση των πόρων (σ’αυτούς περιλαμβάνονται και η γαστρονομία, δηλαδή τρόφιμα – ποτά που αποτελούν τη βάση του α’γενούς τομέα και της μεταποίησης) μαζί με τα αναγκαία έργα υποδομής μπορεί να αποτελέσει έναν άξονα ολοκληρωμένης δράσης ενός επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι προσφερόμενες δραστηριότητες, που συνδυαζόμενες σχηματίζουν το προϊόν, χρειάζονται ποιοτική αναβάθμιση. Τα τοπικά σύμφωνα ποιότητας και τα σήματα κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων μπορούν να δώσουν απάντηση στο διπλό πρόβλημα βελτίωσης της ποιότητας και διαφοροποίησης της παραγωγής. Μια δράση που ασφαλώς μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενός άλλου άξονα παρέμβασης.

Ανάλογες παρεμβάσεις χρειάζονται και στον πρωτογενή τομέα: η επιβίωση του συνδέεται άμεσα με την δυνατότητα παραγωγής προϊόντων που ξεχωρίζουν για την ποιότητα τους και τα τοπικά μοναδικά τους χαρακτηριστικά. Η ουσιαστική αξιοποίηση του συλλογικού κεφαλαίου που λέγεται λαδοτύρι Μυτιλήνης, κρασί Σάμου, φάβα Σαντορίνης, λάδι Ζακύνθου κλπ προς όφελος των παραγωγών αλλά και του συνόλου της τοπικής κοινωνίας χρειάζεται ειδική δράση, που το Υπουργείο Γεωργίας δεν φαίνεται ικανό να την υποστηρίξει.

Οι φυσικοί πόροι και το περιβάλλον γενικότερα, δεν αποτελούν μόνο τον 2ο σε σπουδαιότητα άξονα των διαρθρωτικών ταμείων. Αποτελούν, μαζί με το ανθρώπινο δυναμικό, τους κρίσιμους παράγοντες της αναπτυξιακής διαδικασίας, ειδικά στα νησιά, αφού σ’αυτούς στηρίζεται η τουριστική ανάπτυξη, αλλά και αυτή η επιβίωση των κατοίκων. Και εδώ χρειάζεται αλλαγή πλεύσης, από την υπερκατανάλωση των πόρων, σε πολιτικές εξοικονόμησης, ανακύκλωσης και γενικότερα καλύτερης διαχείρισης. Χρειάζεται άλλη φιλοσοφία παρέμβασης, που θα οδηγήσει σε επάρκεια νερού, σε μείωση του όγκου των σκουπιδιών, σε προστασία του τοπίου, σε καθαρότερες θάλασσες, αλλά και σε μικρότερης κλίμακας και κόστους έργα υποδομών.

Τομή χρειάζεται και η αντιμετώπιση του ανθρώπινου δυναμικού, υποστήριξης επιχειρηματιών, εργαζομένων και ανέργων αν θέλουμε να συνεχίσουν να υπάρχουν δραστηριότητες στα νησιά και να σταματήσει η γήρανση του πληθυσμού που σε ορισμένα ίσως έχει πάρει διαστάσεις μη αναστρέψιμες. Τα προγράμματα πρέπει να ανασχεδιαστούν, να γίνουν ουσιαστικά και ευέλικτα, ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες και να φτάνουν μέχρι και στο τελευταίο νησί. Οι νέες τεχνολογίες των υπολογιστών και των επικοινωνιών μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε προγράμματα συνεχούς κατάρτισης εργοδοτών, εργαζομένων και ανέργων από απόσταση.

Τα παραπάνω απαιτούν στροφή μακριά από το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο, που βασίζεται κύρια στη προσπάθεια προσέλκυσης χαμηλού κόστους τουρισμού αλλά και παραθερισμού το οποίο έχει ως άμεση συνέπεια την ενίσχυση του κατασκευαστικού τομέα και του εμπορίου, αλλά όχι του λοιπού παραγωγικού ιστού.

Βέβαια, η όλη συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί στη δυνατότητα χρηματοδότησης από το 4ο ΚΠΣ ή άλλα προγράμματα. Χρειάζεται να διαμορφωθεί ένα πλέγμα παρεμβάσεων και θεσμικών (νομοθετικών) ρυθμίσεων, που άλλες αποτελούν αρμοδιότητα της ΕΕ και άλλες της ελληνικής κεντρικής διοίκησης, έτσι ώστε το συμφωνημένο «όραμα» να πάρει σάρκα και οστά. Εδώ ο ρόλος του Υπουργείου είναι καθοριστικός.

Πρέπει να μπορέσει να πείσει ότι η διαφορετικότητα του νησιωτικού χώρου απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις σε πολλούς τομείς: από το πώς λειτουργεί η διοίκηση και πως κατανέμονται οι αρμοδιότητες μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διοίκησης (η θεώρηση του νησιού ως διοικητικής ενότητας με την υψηλότερη δυνατή διοικητική αυτοτέλεια), η πολιτική στους τομείς φορολογίας, η εφαρμογή της έννοιας των υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος σε ότι αφορά τις υπηρεσίες μεταφορών, επικοινωνιών, ενέργειας, υγείας, παιδείας, κατάρτισης, κοινωνικής πρόνοιας. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να είναι αξιόπιστες, να καλύπτουν τις ανάγκες επιχειρήσεων και να παρέχουν αίσθημα ασφάλειας στους κατοίκους. Τότε μόνο τα νησιά θα γίνουν ελκυστικά όχι μόνο για καλοκαιρινές διακοπές.

Η στροφή αυτή δεν μπορεί να γίνει εύκολα και γρήγορα, μια και προσκρούει σε αντιλήψεις και πρακτικές πολλών ετών, τόσο της διοίκησης, όσο και των επιχειρηματιών, αλλά και των απλών πολιτών. Επομένως, χρειάζεται άμεσα να ξεκινήσει διάλογος μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, ώστε να αναδειχθούν τα αδιέξοδα του σημερινού μοντέλου, οι αιτίες που τα προκαλούν, οι εναλλακτικές δυνατότητες και οι τρόποι χρηματοδότησης και εφαρμογής της νέας στρατηγικής. Χρειάζεται πάνω απ’όλα έναν φορέα που θα ενστερνιστεί τη πολιτική αυτή και θα αναλάβει τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση της υλοποίησης της.

Μπορεί να εξυπηρετήσει τα όσα αναφέρθηκαν η συγχώνευση του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής με αυτό της Εμπορικής Ναυτιλίας; Μένει να αποδειχθεί αν θα μπορέσει να εξυπηρετήσει έστω τον πρώτο προφανή στόχο για τον οποίο αποφασίσθηκε η συγχώνευση, δηλαδή να συμβάλλει στην αναβάθμιση της ακτοπλοΐας, αλλά και της τροφοδοσίας των νησιών που παρουσιάζουν τόσα προβλήματα τα τελευταία χρόνια.
Γιατί εξυπηρέτησε τους στόχους αυτούς τόσα χρόνια το αυτόνομο Υπουργείο, θα ρωτήσει ο δύσπιστος. Η απάντηση είναι ότι η αυτονομία δεν αποτελεί πανάκεια. Μέχρι τώρα, το πρόβλημα αποτελεσματικότητας του Υπουργείου Αιγαίου οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή μιας οριζόντιας ολοκληρωμένης Νησιωτικής Πολιτικής, δηλαδή μιας πολιτικής που «εμπλέκεται στα πόδια» των κλαδικών πολιτικών (Γεωργίας, Ενέργειας, Υγείας κλπ).

Επομένως, κυρίαρχο ερώτημα παραμένει το αν υπάρχει πολιτική βούληση για Νησιωτική Πολιτική. Αν απαντηθεί καταφατικά, τότε πρέπει να δημιουργηθεί  το κατάλληλο ειδικό διοικητικό σχήμα που θα επιτρέπει την εφαρμογή της: δύο πιθανές λύσεις θα μπορούσαν να είναι,
·         είτε ένα αυτόνομο Υπουργείο με ενισχυμένες αρμοδιότητες στην χάραξη και εφαρμογή πολιτικών και ανάλογη στελέχωση,  υποστηριζόμενο επιπλέον από ομάδα ειδικών επιστημόνων,
·         είτε η σύνδεση του με το ισχυρό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που έχει στην αρμοδιότητα του την περιφερειακή πολιτική της χώρας και μπορεί ευκολότερα να «επιβάλει» πολιτικές.

Ελπίζοντας ότι, έστω και μετά από 20 χρόνια, το Υπουργείο Αιγαίου θα βρεί το ρόλο του, ως φορέα παραγωγής νησιωτικής πολιτικής, αναμένομεν……

Εμπρός, Σεπτέμβριος 2007
ΖΗΤΕΙΤΑΙ …… ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Η αλλαγή φρουράς σε ένα Υπουργείο αποτελεί ευκαιρία για απολογισμό και αξιολόγηση του έργου που έχει υλοποιηθεί και σκέψεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον. Και δεν έχει τόση σημασία το τι λένε ο απερχόμενος και ο «εισερχόμενος» Υπουργός, όσο το τι λέει η κοινωνία- συνήθως μέσω των οργανωμένων εκφραστών της (βουλευτές, τοπικοί άρχοντες, επιχειρηματίες, πολιτιστικοί και αθλητικοί σύλλογοι κλπ)- που προσδοκά αντιμετώπιση των προβλημάτων της για μια καλύτερη ζωή.

Η αλλαγή φρουράς στο τέως Υπουργείο Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής που έχασε το πρώτο του συνθετικό και ενσωματώθηκε στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας παρουσιάζει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ειδικά για εμάς τους νησιώτες. Παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί μετά από τα 22 χρόνια ύπαρξης του φαίνεται να μπαίνουν σε εφαρμογή οι σκέψεις που έχουν εκφραστεί πολλές φορές στο παρελθόν – σχεδόν κάθε φορά που υπήρχε νέα κυβέρνηση - για κατάργηση του. Ποιος δεν θυμάται τι συνέβη όταν ανέλαβε πρωθυπουργός ο Κ.Μητσοτάκης που αφού ανακοίνωσε πρώτα τη κατάργηση του, στη συνέχεια –και μετά από τις αντιδράσεις αιγαιοπελαγιτών πολιτικών, των επαγγελματικών φορέων και των υπαλλήλων- το ανέλαβε για να το αναβαθμίσει!!!!!!

Οι σκέψεις αυτές, που πολλές φορές έχουν γίνει και για το «αδελφό» Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, βασίζονται στις αμφιβολίες που έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για τον αν σήμερα υφίστανται οι λόγοι που οδήγησαν στην ίδρυση των δύο αυτών ιδιότυπων «χωρικών» Υπουργείων. Αξίζει να σημειωθεί ότι χωρικά υπουργεία υπήρξαν στο παρελθόν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες για αντιμετώπιση των ειδικών (πολιτικών και αναπτυξιακών) προβλημάτων που παρουσίαζαν οι αποικίες τους, που συχνά ήταν ….. νησιά!!!

Δεν νομίζω ότι κανείς θα αμφισβητήσει ότι και τα δύο Υπουργεία δημιουργήθηκαν κυρίως για πολιτικούς λόγους, τον εκ βορρά και τον εξ ανατολών κίνδυνο, αλλά και για αναπτυξιακούς. Όμως αν σκεφτεί καλύτερα και κάνει έναν σοβαρό απολογισμό του έργου τους τόσο σε θέματα πολιτικής όσο και σε θέματα ανάπτυξης, θα διαπιστώσει ότι το έργο τους είναι ιδιαίτερα «φτωχό» και μάλλον θα καταλήξει στη σκέψη ότι και τα δύο δημιουργήθηκαν κυρίως για λόγους επικοινωνιακούς και μάλιστα «εσωτερικής κατανάλωσης». Αλλωστε αυτός είναι ο λόγος της διατήρησης ως αυτόνομου του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης σήμερα .

Μα θα ρωτήσετε όποιο Υπουργείο δεν παράγει αξιόλογο έργο, δεν παράγει πολιτική θα πρέπει να καταργείται; Η απάντηση είναι ότι τα κλαδικά Υπουργεία (πχ. Παιδείας, Υγείας, Αγροτικής Ανάπτυξης) ακόμη και αν παράγουν κακή πολιτική και οι πολίτες είναι άκρως δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία τους – και είμαστε πολλοί σε αυτή τη κατηγορία- δεν μπορούν να «κλείσουν» γιατί έχουν να διεκπεραιώσουν ένα καθημερινό έργο διαχείρισης των αντίστοιχων τομέων.

Για τα «χωρικά» Υπουργεία δεν ισχύει το ίδιο για 2 λόγους:
-          πρώτο γιατί υπάρχουν τα κλαδικά υπουργεία που έχουν τις σχετικές αρμοδιότητες, περισσότερους υπαλλήλους και πολύ περισσότερα κονδύλια για την άσκηση της ίδιας πολιτικής. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι τα κεντρικά υπουργεία μπορούν να τα κάνουν περισσότερο αποτελεσματικά ιδιαίτερα όταν πρόκειται για διαχείριση των υφιστάμενων και όχι για σχεδιασμό νέας ή ειδικής πολιτικής. Για παράδειγμα η σύλληψη, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της Εγνατίας Οδού δεν μπορούσε να ήταν ποτέ έργο του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης.
-          δεύτερο γιατί υπάρχουν οι περιφέρειες, οι αιρετές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (που δεν υπήρχαν όταν ιδρύθηκαν τα Υπουργεία αυτά) και οι διευρυμένοι-ενισχυμένοι ΟΤΑ για την χρηματοδότηση και κατασκευή έργων τοπικής σημασίας (όπως πχ. η κατασκευή ενός λιμανιού, η χρηματοδότηση ενός βιολογικού, η επισκευή ενός μνημείου) ή για την επίλυση τοπικών προβλημάτων (πχ. κάλυψη κενών στα ιατρεία ή στα σχολεία, αύξηση των δρομολογίων των πλοίων).

Τα χωρικά Υπουργεία δεν έχουν λόγο ύπαρξης απλά για τη διαχείριση των προβλημάτων της καθημερινότητας είτε δια αιτημάτων του κ.Υπουργού στους συναδέλφους του (αυτό μπορεί και νομιμοποιείται να το κάνει ο Δήμαρχος, ο Νομάρχης, ο Βουλευτής), είτε να χρηματοδοτήσει από τον ισχνό προϋπολογισμό τους (μικρότερο και από αυτόν ορισμένων μεγάλων νησιωτικών δήμων) έργα τοπικής σημασίας. Τα παραπάνω το μόνο που εξυπηρετούν είναι η ενίσχυση των πελατειακών σχέσεων.

Τα χωρικά Υπουργεία έχουν λόγο ύπαρξης μόνο όταν υπάρχει αναγκαιότητα για ειδική πολιτική, απαραίτητη για να αντιμετωπίσει ειδικά προβλήματα που σχετίζονται με ειδικά χαρακτηριστικά μιας ευρύτερης περιοχής. Και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την αναγκαιότητα ύπαρξης Υπουργείου Μακεδονίας – Θράκης αφού είναι δύσκολο να στοιχειοθετηθεί η αναγκαιότητα ειδικής πολιτικής (άραγε γιατί όχι και Ηπείρου που έχει και εξωτερικά σύνορα και αναπτυξιακά προβλήματα;), δεν ισχύει το ίδιο για την νησιωτική Ελλάδα. Οι ιδιαιτερότητες του νησιωτικού χώρου, η «νησιωτικότητα» όπως επικράτησε να λέγεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αν κανείς ανατρέξει σε αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ήδη από το Συμβούλιο Κορυφής της Ρόδου το 1989 με τον Α.Παπανδρέου), απαιτούν ειδική ολοκληρωμένη πολιτική. Ειδική πολιτική, που αν και κατ’επανάληψη ως χώρα έχουμε ζητήσει να θεσμοθετηθεί και να κατοχυρωθεί στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες (από τη συνθήκη  του Αμστερνταμ), το έχουμε κατοχυρώσει στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 101) και το έχουμε ενισχύσει με μετέπειτα τροποποιήσεις, αρνούμαστε να εφαρμόσουμε στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό δεν αποτελεί απλά άποψη του υπογράφοντα, αλλά άποψη και κοινοτικών παραγόντων κάθε φορά που η Ελλάδα ζητούσε εφαρμογή ευρωπαϊκής νησιωτικής πολιτικής.

Το Υπουργείο Αιγαίου (και Νησιωτικής Πολιτικής από το 2004), έχει δικαιολογήσει την ύπαρξη του μέσα από τη δράση του ώστε να θεωρείται πλήγμα η υποβάθμιση του ή ακόμα και η κατάργηση του;
Θα ήταν άδικο να ισχυριστούμε ότι τίποτα ουσιαστικό δεν έγινε τα χρόνια αυτά. Ισως το σημαντικότερο απ’όλα να ήταν ότι συνέβαλε στην επικράτηση της έννοιας της «νησιωτικότητας» που εκφράζεται κύρια από 3 χαρακτηριστικά: μικρό μέγεθος, απομόνωση και περιφερειακότητα, ιδιαίτερο και εύθραυστο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η «νησιωτική συνείδηση» (δημιουργία της Ενωσης Νησιωτικών Δήμων, της Ενωσης Μικρών Νησιών, του Επιμελητηριακού Οργανισμού Ανάπτυξης Ελληνικών Νήσων – ΕΟΑΕΝ) αλλά και να μην υπάρχει αμφισβήτηση για τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στα νησιά. Οι φορείς αυτοί ζητούν ολοκληρωμένη πολιτική εδώ και χρόνια.

Ειδικές πολιτικές ή ολοκληρωμένη νησιωτική πολιτική προωθήθηκαν; Εδώ η απάντηση είναι μάλλον αρνητική αν και κατά καιρούς υπήρξαν δράσεις και προσπάθειες για οριζόντιες παρεμβάσεις που δεν είχαν στόχο να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ενός συγκεκριμένου νησιού, αλλά πρόβλημα περισσότερων νησιών που ήταν αποτέλεσμα της «νησιωτικότητας». Αναφέρουμε ορισμένες χωρίς ιεράρχηση –και ας μας συγχωρέσουν οι διατελέσαντες Υπουργοί αν ξεχνάμε κάτι σημαντικό, δεν γίνεται από λόγους σκοπιμότητας- :
-          κατασκευή δικτύου ελικοδρομίων στα μικρά νησιά για αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών
-          κατασκευή πρατηρίων καυσίμων στα μικρά νησιά (που μέχρι τότε η προμήθεια γίνονταν με πρωτόγονους τρόπους)
-          δημιουργία του προγράμματος Αστερίας (που συνέχεια εξελίχθηκε στα γνωστά σε όλους μας ΚΕΠ) για εξυπηρέτηση των νησιωτών χωρίς μετακίνηση στην έδρα του Νομού
-          δημιουργία εκδηλώσεων – θεσμών στους τομείς του αθλητισμού και του πολιτισμού (αγώνες Στίβου, κωπηλασίας, θεάτρου κλπ) που είχαν ως στόχο την τόνωση της τοπικής «παραγωγής» και την έξοδο από τον λήθαργο που επιβάλουν η γήρανση του πληθυσμού, η απομόνωση, το life-style και η τηλεόραση.
-          Προστασία και ανάδειξη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος μέσα από σχετική νομοθεσία και χρηματοδότηση (κήρυξη νησιών ως περιοχών φυσικού κάλους και οικισμών ως διατηρητέων, δημιουργία δικτύου μουσείων κλπ) με στόχο την προστασία του μοναδικού κεφαλαίου των νησιών από την άκρατη και κοντόφθαλμη οικοδόμηση.

Αποτελεί σχήμα οξύμωρο ότι από τότε που το Υπουργείο Αιγαίου έγινε …και Νησιωτικής Πολιτικής, πρακτικά δεν «είδαμε» απολύτως καμία προσπάθεια εφαρμογής ελληνικής νησιωτικής πολιτικής. Τώρα που συγχωνεύτηκε  με το Εμπορικής Ναυτιλίας να περιμένουμε βελτίωση ή κατάργηση;;;;;;

Σε ότι αφορά στο ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο μιας νησιωτικής πολιτικής και με ποιο οργανωτικό σχήμα μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα ο στόχος, θα επανέλθουμε σε επόμενο άρθρο.


ΕΜΠΡΟΣ, Σεπτέμβριος 2009
Βιώσιμη Ανάπτυξη: «απάτη», ουτοπία ή αναγκαιότητα;
Μια προσπάθεια για την ανάδειξη ενός εναλλακτικού μοντέλου ανάπτυξης

Η οικονομική κρίση που διανύουμε αυτήν την περίοδο – της οποίας τις οδυνηρότερες πτυχές δεν έχουμε δει ακόμη σύμφωνα με πολλούς αναλυτές – αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι το μοντέλο ανάπτυξης που έχει υιοθετηθεί και βασίζεται στη μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος με κάθε μέσον, οδηγεί σε τεράστιες κοινωνικές ανισότητες παγκόσμια, ενώ αυξάνει την ανασφάλεια και την κοινωνική αναταραχή. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατοχή πλούτου συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, οδηγώντας σε εξαθλίωση μεγαλύτερες μάζες πληθυσμού τόσο στον αναπτυγμένο, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο[1]. Επομένως η αναζήτηση ενός εναλλακτικού μοντέλου ανάπτυξης είναι επιτακτική μέσα από τον επανακαθορισμό του ρόλου του κράτους, του δημόσιου συμφέροντος και κυρίως του στόχου που δεν είναι άλλος από την κοινωνική ευημερία. Η απλή επιστροφή σε κεϊνσυανού τύπου πολιτικές φαίνεται ανεπαρκής, ειδικά όταν περιορίζεται στη μαζική στήριξη του καταρρέοντος χρηματοπιστωτικού συστήματος αδιαφορώντας για την κατάρρευση των συστημάτων υγείας, παιδείας, πρόνοιας, για την κατάρρευση της παραγωγής και της απασχόλησης, όταν η υφέρπουσα ιδέα είναι «η κοινωνικοποίηση των ζημιών και η ιδιωτικοποίηση των κερδών».

Όμως, παράλληλα με την οικονομική κρίση συνεχίζει να εντείνεται η περιβαλλοντική κρίση. Οι αλλεπάλληλες εκθέσεις όλων ανεξαιρέτως των διεθνών οργανισμών –που το τελευταίο που μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς είναι η «εναλλακτική» τους προσέγγιση – υπογραμμίζουν ότι η διατάραξη των λειτουργιών του οικοσυστήματος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που δημιουργεί προβλήματα με αιχμή του δόρατος αυτά που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή και υποσκάπτουν αυτή καθ’ αυτή την οικονομική πρόοδο. Κατά συνέπεια, οι όποιες σκέψεις για αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης πρέπει να συμπεριλάβει απαραίτητα και τα θέματα περιβάλλοντος.

Η εμφάνιση της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης πριν 20 περίπου χρόνια δημιούργησε αρχικά ευφορία για τη δυνατότητα συνδυασμού οικονομικής ανάπτυξης και διατήρησης του περιβάλλοντος με στόχο την κοινωνική ευημερία. Η έννοια ήρθε ως αμφισβήτηση της έννοιας της οικονομικής ανάπτυξης που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στη σταθερή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Άλλωστε, με βάση τον τρόπο υπολογισμού του, το ΑΕΠ που μετρά μόνο ό,τι παράγεται και διακινείται μέσα από την αγορά δεν μπορεί να θεωρείται ως ο βασικός δείκτης ευημερίας, αλλά απλά ένας δείκτης παραγωγής. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι χρήσιμα: η λειτουργία μιας επιπλέον φυλακής σε μια χώρα εξ αιτίας της αυξημένης εγκληματικότητας θα δημιουργήσει νέο ΑΕΠ και νέα εισοδήματα. Ευημερία όμως; Το ίδιο και η υλοτόμηση ενός δάσους, το οποίο δεν προκαλεί τη δημιουργία ΑΕΠ όταν απλά μας παρέχει καθαρό αέρα, αναψυχή και αποτελεί καταφύγιο χλωρίδας και πανίδας, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει αν μετατραπεί σε ξυλεία και στη συνέχεια σε οικόπεδα ή σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις, όπως στον Αμαζόνιο. Η λειτουργία ενός εργοστασίου αφαλάτωσης δημιουργεί περισσότερο ΑΕΠ και επιχειρηματικά κέρδη από την άντληση φυσικού νερού. Το ίδιο και η λειτουργία κλιματιστικών αντί του φυσικού αερισμού. Πόσο μάλλον αυτό ισχύει για τους πολέμους και την παραγωγική μηχανή που τους υποστηρίζει, σε αντίθεση με την ειρήνη. Επομένως καλούμαστε να ορίσουμε ξανά τι θεωρούμε ανάπτυξη.

Ήδη από τη δεκαετία του ’70 ο ΟΗΕ έχει δημιουργήσει τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index) δίνοντας ευρύτερο περιεχόμενο στην έννοια της ανθρώπινης ευημερίας: έτσι εκτός από το ΑΕΠ στον δείκτη αυτόν συνεκτιμώνται το επίπεδο εκπαίδευσης και την προσδοκώμενη διάρκεια ζωής κατά τη γέννηση, ώστε να προσδιοριστεί το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Το παραπάνω αποτελεί ουσιαστική διαφοροποίηση αφού εισάγονται στην εκτίμηση της ευημερίας μη οικονομικές παράμετροι που σχετίζονται με το εκπαιδευτικό σύστημα και το επίπεδο του συστήματος υγείας της χώρας. Η αλλαγή αυτή άφησε όμως ανεπηρέαστο το μοντέλο ανάπτυξης που συνέχισε να στηρίζεται στην ενταντικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας.

Πράγματι την ίδια περίοδο οι οικονομικές πολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο «θεοποιούν» την αποτελεσματικότητα των αγορών σε βάρος της μη αποτελεσματικής κρατικής ρύθμισης εστιάζοντας την προσοχή τους στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, ενώ η μεγιστοποίηση των επιχειρηματικών κερδών αντικατέστησε το στόχο της κοινωνικής ευημερίας (βλέπε απασχόληση, εισοδήματα). Η διείσδυση των περιβαλλοντικών «ανησυχιών» στο οικονομικό οικοδόμημα, παρά την υπέρμετρη χρήση του όρου της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα περιορισμένη σε τομείς όπου δεν διαταράσσεται η «παντοκρατορία» της αγοράς, αλλά αντίθετα δημιουργεί ευκαιρίες για περισσότερα κέρδη στους καινοτόμους που υιοθετούν νέες «καθαρές» τεχνολογίες και παράγουν προϊόντα φιλικά ως προς το περιβάλλον. Όμως, η ανάπτυξη της πράσινης οικονομίας δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι κατάλληλη για να υποστηρίξει μια εντελώς διαφορετική πολιτική, ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης και δεν αποτελεί ένα «πράσινο» άλλοθι στον νεοφιλελευθερισμό. Η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης «εισέβαλε» στο επιστημονικό λεξιλόγιο αλλά και στην καθημερινή συζήτηση στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν τα περιβαλλοντικά προβλήματα φαινόταν να παίρνουν σημαντικές διαστάσεις και άρχισαν να απειλούν την ευημερία των κατοίκων του πλανήτη μας. Η έκθεση της Επιτροπής Brundtland όρισε τη Βιώσιμη Ανάπτυξη ως «την ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακινδυνεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Η έννοια των «αναγκών» αναφέρεται στις βασικές ανάγκες των ανθρώπων όπως η ένδυση, η στέγαση, η διατροφή και η εκπαίδευση, στην ικανοποίηση των οποίων πρέπει να δοθεί προτεραιότητα[2]. Η έννοια της ικανοποίησης των αναγκών της παρούσας (ενδογενεακή ισότητα) αλλά και των μελλοντικών γενεών αναφέρεται στη μακροχρόνια προοπτική που πρέπει να έχει η ανάπτυξη (διαγενεακή ισότητα). Όμως η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών (βασικών και μη) πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια αντοχής του οικοσυστήματος, δηλαδή του συστήματος που υποστηρίζει τη ζωή παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής επέκταση του οικονομικού συστήματος επ’ αόριστο, ενώ δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι ήδη χρησιμοποιούμε περισσότερους πόρους απ’ όσους αναπαράγει η φύση (ανανεώσιμοι πόροι), ενώ παράγουμε και περισσότερα απόβλητα απ’ όσα μπορεί να απορροφήσει το οικοσύστημα και ότι αν δεν μειωθεί άμεσα και δραστικά η οικονομική δραστηριότητα, το οικοσύστημα θα καταρρεύσει.

Κατά συνέπεια η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα:
-       οικονομικά αποτελεσματική, δηλαδή να παράγει το μέγιστο του προϊόντος με τις διαθέσιμες εισροές και την υπάρχουσα τεχνολογία, ώστε να μην υπάρχει σπατάλη των πολύτιμων και σε ανεπάρκεια πόρων. Η έννοια αυτή δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παράγουμε περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή να αυξάνουμε το ΑΕΠ, ενώ εφόσον διαπιστώνεται ότι έχουμε υπερβεί τα οικολογικά όρια η χρήση πόρων πρέπει να μειωθεί.
-       κοινωνικά δίκαια, δηλαδή να διαχέει τα οφέλη σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα οποία θα πρέπει όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά να καλύπτουν αξιοπρεπώς τουλάχιστον τις βασικές τους ανάγκες. Επομένως, είναι απαραίτητο όπως το παραγωγικό σύστημα προσαρμοστεί, ώστε να τείνει προς εξάλειψη η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι εισοδηματικές ανισότητες, να διευκολύνεται η πρόσβαση σε σωστές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, πολιτισμού, αναψυχής και γενικά να ικανοποιούνται τα ελάχιστα επίπεδα ασφάλειας και σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
-       περιβαλλοντικά βιώσιμη, δηλαδή να επιτρέπει τη διατήρηση τουλάχιστον του ελάχιστου φυσικού κεφαλαίου που είναι απαραίτητο, ώστε να διατηρούνται οι λειτουργίες του που είναι απαραίτητες για την ανθρώπινη ευημερία. Η διατήρηση των περιβαλλοντικών λειτουργιών επιτρέπει τόσο την παροχή πόρων (όπως νερό, έδαφος, οξυγόνο), απαραίτητων για την ανθρώπινη ζωή και την παραγωγή αγαθών (πχ. τροφίμων) όσο και την παροχή υπηρεσιών, όπως η αφομοίωση αποβλήτων (πχ. δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, αποδόμηση στερεών αποβλήτων), η ρύθμιση του κλίματος, η επικονίαση, η παροχή υπηρεσιών αναψυχής, η ύπαρξη βιοτόπων ικανών για τη διατήρηση της χλωρίδας και της πανίδας, η διατήρηση της τροφικής αλυσίδας κλπ. Η διατάραξη ή ακόμη περισσότερο η αναστολή μιας των λειτουργιών αυτών που παρέχονται δωρεάν στον άνθρωπο δημιουργούν περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά προβλήματα όπως έλλειψη νερού, πλημμύρες, απώλεια εδάφους, ύψωση της στάθμης της θάλασσας, απώλειες ειδών κλπ. που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ευημερία προκαλώντας μεγάλες ζημιές στην παραγωγική διαδικασία, ενώ μπορεί να απειλήσουν αυτή καθαυτή τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. Οι διαταραχές αυτές προέρχονται από την όλο και αυξανόμενη ανθρώπινη δραστηριότητα που οφείλεται τόσο στην αύξηση του πληθυσμού, όσο και στην συνεχώς αυξανόμενη κατά κεφαλή κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών που συνεπάγονται εντατική χρήση του εδάφους, απόσπαση περισσότερων πόρων και παραγωγή περισσότερων και τοξικότερων αποβλήτων.

Στην καρδιά της λειτουργικοποίησης (δηλαδή της εφαρμογής στην πράξη) της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης βρίσκεται η εκτίμηση, η αξιολόγηση και τελικά η διαχείριση των σύνθετων αλληλεπιδράσεων μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων. Για παράδειγμα, η οικονομική μεγέθυνση είναι πιθανή μέσω την αποδέσμευσης των δημιουργικών δυνάμεων των ανθρώπινων κοινωνιών που είναι ικανές για τη μετατροπή της φύσης με στόχο την ικανοποίηση των βασικών αναγκών και την παραγωγή άλλων υλικών ευκολιών για την καθημερινή ζωή. Όμως, όπως ειπώθηκε και προηγούμενα, αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού συχνά συνεπάγεται την εξάντληση του φυσικού περιβάλλοντος που μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση της ατμόσφαιρας, κλιματική αλλαγή και απώλεια βιοποικιλότητας. Κατά συνέπεια όσοι λαμβάνουν αποφάσεις χάραξης πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με δύσκολες αποφάσεις σωστής εξισορρόπησης μεταξύ οικονομικών και περιβαλλοντικών στόχων καθόσον η αύξηση των κερδών σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και περιοχές καθορίζουν το επίπεδο και το ρυθμό των επενδύσεων που με τη σειρά τους καθορίζουν τις μελλοντικές δυνατότητες παραγωγής και δημιουργίας νέων εισοδημάτων. Οι επιλογές είναι δύσκολες και πρέπει να βασίζονται στην αξιολόγηση των θετικών και αρνητικών οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων των πολιτικών, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζονται από την εξωτερική συγκυρία. Περιθώρια για συμβιβασμούς μεταξύ στόχων υπάρχει: όπου δημιουργούνται οφέλη σε μια από τις διαστάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης που συνεπάγονται απώλειες σε κάποια άλλη, πρέπει να προσδιορίζονται και να ελαχιστοποιούνται με τα κατάλληλα μέτρα.

Η Βιώσιμη Ανάπτυξη αποτελεί περισσότερο μια διαδικασία συνεχούς βελτίωσης των αποτελεσμάτων και στις τρεις διαστάσεις της, παρά ένα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο στόχο που πρέπει να ικανοποιηθεί. Άλλωστε οι διαφορετικές χώρες και περιοχές έχουν διαφορετική αφετηρία, διαφορετικά προβλήματα, διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές δομές, διαφορετικούς πόρους και περιβαλλοντικά προβλήματα και επομένως θέτουν τους δικούς τους στόχους τους οποίους πρέπει να ικανοποιήσουν. Οι στόχοι αυτοί διαφοροποιούνται, όπως και στην «συμβατική» οικονομική προσέγγιση, σε βραχυ-, μεσο- και μακροπρόθεσμους και η ικανοποίηση τους απαιτεί αντίστοιχες δράσεις, πρακτικές και πολιτικές που ενσωματώνονται σε εθνικές ή περιφερειακές στρατηγικές βιώσιμης ανάπτυξης. Όμως, σε αντίθεση με την οικονομική προσέγγιση, οι στρατηγικές αυτές θα πρέπει να έχουν σφαιρική, ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Σήμερα, τόσο ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν θέσει ως υπέρτατο στόχο την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης και ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών –μεταξύ των οποίων και η χώρα μας - υποχρεώνεται να επεξεργαστεί και να δημοσιοποιήσει την εθνική της στρατηγική. Όμως, παρά τις πομπώδεις διακηρύξεις αρχών, οι στρατηγικές αυτές παραμένουν ως επί το πλείστον στα χαρτιά ως αδύναμες περιβαλλοντικές πολιτικές που φροντίζουν να μην «ενοχλούν» τους στόχους της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, ενώ η διάσταση της κοινωνικής ισότητας απουσιάζει παντελώς.

Η λέξη «βιώσιμη» εμφανίζεται ως επιθετικός προσδιορισμός κάθε παραγωγικής δραστηριότητας (πχ. βιώσιμη γεωργία, βιώσιμος τουρισμός, βιώσιμες μεταφορές, βιώσιμη ενέργεια κλπ) και γενικότερα κάθε ανθρωπογενούς δράσης. Όμως, παρόλη την κατάχρηση του όρου από πολιτικούς, επιστήμονες, ΜΜΕ και πολίτες, ούτε συμφωνία φαίνεται να υπάρχει σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, αλλά ούτε και βελτίωση της περιβαλλοντικής κατάστασης αν κρίνει κανείς από τις εκθέσεις των Διεθνών Οργανισμών που συνεχίζουν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή.

Δεν είναι λίγοι που υποστηρίζουν ότι η χρήση του όρου «βιώσιμη ανάπτυξη» είναι κενή περιεχομένου μια και δεν είναι δυνατόν να συμβαδίσουν οικονομική ανάπτυξη και διατήρηση του περιβάλλοντος, αλλά αποτελεί άλλοθι για όσους δεν θέλουν να ανακόψουν την τάση για παραγωγή συνεχώς περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών προωθώντας ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι «ουτοπία» να αναμένεται ο συμψηφισμός των οικονομικών στόχων με τους περιβαλλοντικούς και τους κοινωνικούς, εξ αιτίας της δύναμης που έχουν οι οικονομικά ισχυροί του πλανήτη. Άλλωστε ουτοπία δεν θεωρείται και η εφαρμογή μιας πραγματικά προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής; Μήπως όμως η σημερινή κρίση πρέπει να κάνει να σκεφτούμε ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο προσέγγισης; Οι μεγάλες κρίσεις δεν φέρνουν και τις μεγάλες ανατροπές; Η εφαρμογή της έννοιας της Βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί μια μεγάλη ανατροπή που όμως σήμερα έχει γίνει αναγκαιότητα.
 
ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ, Γενάρης 2009 

[1] Η ανάδυση πολυεκατομυριούχων επιχειρηματιών στην Αίγυπτο, στην Ινδία, στην Κίνα, στη Ρωσία των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης δεν συνοδεύεται από βελτίωση του επιπέδου ευημερίας για όλους. Το αντίθετο μάλιστα!!!
[2] Η αντιμετώπιση της φτώχειας δεν έχει μόνο κοινωνικό περιεχόμενο μια και έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει στενή αιτιώδης σύνδεση φτώχειας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Αγροτική ανάπτυξη στη Λέσβο. Υπάρχει ένας άλλος δρόμος;

Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθώντας τις ειδήσεις στα εθνικά και τοπικά μέσα ενημέρωσης (κυρίως τον γραπτό τύπο μια και ο ηλεκτρονικός ασχολείται με πιο «πιασάρικα» θέματα), διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχει μεγάλη αγωνία στον αγροτικό κόσμο για τις πολύ χαμηλές τιμές των προϊόντων της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Είναι ένα θέμα που επανέρχεται σχεδόν κάθε χρόνο στην επικαιρότητα από διάφορες ομάδες παραγωγών (μια και δεν αφορά τα ίδια προϊόντα κάθε χρόνο) και είναι απόλυτα «φυσιολογικό» φέτος να πάρει ιδιαίτερη ένταση εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης που πλήττει την κατανάλωση. Αντίθετα δεν ήταν λογικό να έχει συμβεί πέρσι όταν οι τιμές των πρώτων υλών διατροφής είχαν πάρει «φωτιά», δημιουργώντας παγκόσμια επισιτιστική κρίση. Όμως και πέρσι δεν ήταν οι παραγωγοί που καρπώθηκαν το «όφελος» από τις πολύ υψηλές τιμές, αλλά οι μεγάλες εταιρίες εμπορίας, επεξεργασίας και διάθεσης των τελικών προϊόντων στην αγορά.

Αν αυτή είναι η κατάσταση στη παγκόσμια αγορά -περιγραμμένη πολύ απλουστευτικά, έως απλοϊκά- ας ρίξουμε μια ματιά του τι συμβαίνει στη Λέσβο: τα δύο σημαντικότερα προϊόντα του νησιού, το λάδι και το γάλα, αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα διάθεσης τους σε τιμές ικανοποιητικές για τους παραγωγούς. Η κατάσταση είναι απόλυτα φυσιολογική για όποιον επιχειρήσει να μελετήσει τις εξελίξεις των τελευταίων 20 χρόνων και τις αναλύσει με στοιχειώδεις οικονομικές γνώσεις. Ολες οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν τοπικά οδηγούσαν σ’αυτή τη κατάσταση με μαθηματική ακρίβεια. Ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε ορισμένα κρίσιμα σημεία τους.

Σε ότι αφορά στο γάλα, η λειτουργία του εργοστασίου του Κολιού έχει αναχθεί σε μείζον θέμα, γιατί από αυτό θα εξαρτηθεί αν οι παραγωγοί θα πουλήσουν το γάλα τους. Αυτή τη στιγμή ο Κολιός εμφανίζεται ως η καλύτερη λύση – έστω και αν πληρώνει το γάλα σε πολύ χαμηλή τιμή – γιατί οι εναλλακτικές λύσεις είναι πολύ χειρότερες: είτε να μην πουληθεί καθόλου το γάλα, είτε να αγοραστεί σε ακόμη χαμηλότερη τιμή από εμπόρους – μεταξύ αυτών και ο Κολιός που έχει αποθηκευτικούς χώρους- για να πουληθεί σε εργοστάσια εκτός νησιού.

Ποιος φταίει για τη κατάσταση αυτή; Ο τελευταίος είναι ο Κολιός ή όποιος άλλος παραγωγός τυριών. Αυτοί είναι επιχειρηματίες και θέλουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Δεν φταίει ούτε ο Δήμος Μανταμάδου εφόσον θέλει να προστατέψει τον τόπο του. Φταίνε όμως οι τοπικές πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες για 2 λόγους:
-          Που όταν ήρθε ο Κολιός να εγκατασταθεί στη Λέσβο «πανηγύριζαν» για τις ευκαιρίες ανάπτυξης για το νησί και τους κτηνοτρόφους, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να ανησυχούν για το κίνδυνο δημιουργίας μονοπωλίου ή ολιγοπωλίου στην αγορά γάλακτος που θα οδηγούσε στη σημερινή κατάσταση.
-          Που δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να «θωρακίσουν» τους παραγωγούς υποστηρίζοντας τους για παραγωγή πρώτης ύλης υψηλής ποιότητας και για τυποποίηση σε ποιοτικά προϊόντα που θα έβρισκαν θέση στην αγορά. Ποιος θα απολογηθεί σήμερα για τα παιχνίδια που έχουν γίνει με τις επιδοτήσεις, το εργοστάσιο γάλακτος, τη διακίνηση ζωοτροφών, το εργαστήριο ελέγχου ποιότητας γάλακτος, τα συνεταιριστικά εργοστάσια που έκλεισαν και άλλα πολλά; Ηταν πολύ εύκολο και ακουγόταν πολύ ευχάριστα στα αυτιά όλων να χρησιμοποιηθούν οι επιδοτήσεις για να «πέσει» χρήμα στην αγορά ώστε κανείς να μην σκέφτεται ότι ήταν τα χρήματα αυτά ήταν για τη βελτίωση της παραγωγής, ήταν για τη βελτίωση των προοπτικών και ότι δεν θα δίνονται για πάντα. Ηταν πολύ εύκολο να κλείσουν τα συνεταιριστικά εργοστάσια αφού δεν τα «βρίσκουν» οι παραγωγοί μεταξύ τους ώστε το εργοστάσιο να λειτουργεί με κανόνες και να παράγει σωστά προϊόντα με κερδοφορία, αλλά κανείς δεν εξήγησε τι θα συμβεί μακροχρόνια. Ποια είναι η πολιτική προβολής και προώθησης των τοπικών τυριών τόσο μέσα από τον τουρισμό όσο και απ’ευθείας σε άλλες –εθνικές κυρίως- αγορές; Πως αξιοποιήθηκε το σήμα ποιότητας «ΠΟΠ»;

Αντίστοιχη κατάσταση επικρατεί στο λάδι. Χρόνια τώρα παρακολουθούμε ως θεατές να ανεβοκατεβαίνουν οι τιμές ανάλογα με τη ποσότητα λαδιού που παράγουν οι ανταγωνίστριες χώρες (μέχρι πρόσφατα μόνο της Μεσογείου αλλά σήμερα αυξάνει η παραγωγή από χώρες σε όλο το πλανήτη) και τις διαθέσεις των εμπόρων, ντόπιων και ξένων, που θησαυρίζουν χωρίς να παίρνουν κανένα ρίσκο. Εδώ η κατάσταση είναι περισσότερο πολύπλοκη και δύσκολη, μια και η αγορά είναι παγκοσμιοποιημένη και δεν υπάρχει ο αντίστοιχος «Κολιός» ούτε σε τοπικό αλλά δυστυχώς ούτε σε εθνικό επίπεδο με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής να εξάγεται ατυποποίητο με ότι αυτό συνεπάγεται. Οι προτάσεις για χρηματοδότηση της αποθεματοποίησης από τη πλευρά των Ενώσεων που ακούγονται δεν αποτελούν παρά βραχυπρόθεσμες και πρόσκαιρες λύσεις, σε ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλο τρόπο.
Είμαστε σε θέση ως χώρα ή ως τόπος να βρούμε τρόπο για να μπούμε στη παγκόσμια αγορά των τυποποιημένων προϊόντων κλείνοντας τη ψαλίδα μεταξύ τιμής αγοράς από τον παραγωγό και τιμής πώλησης στον καταναλωτή (για προϊόντα ευρείας κατανάλωσης), ενώ παράλληλα να βγάλουμε στην αγορά προϊόντα ποιότητας δημιουργώντας ένα brand name «Λέσβος» ακολουθώντας επιτυχημένα παραδείγματα τόσο στην Ελλάδα όσο κυρίως στο εξωτερικό;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μεγάλες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση είναι του κεντρικού κράτους που φρόντισε να «αποκοιμίσει» τους παραγωγούς ασκώντας με τις κοινοτικές επιδοτήσεις εύκολη «κοινωνική πολιτική» (η ανοχή στα πανωγραψίματα το επιβεβαιώνει), ενώ θα έπρεπε να προετοιμάζει το μέλλον δημιουργώντας τους μηχανισμούς εκείνους που θα στήριζαν μια βιώσιμη αγροτική παραγωγή. Όμως μόνο μια σωστή κεντρική πολιτική δεν θα λύσει τα προβλήματα. Χρειάζεται τοπική δράση που θα ξεκινά από τον παραγωγό της πρώτης ύλης και θα φτάνει μέχρι τη παραγωγή σωστού τελικού προϊόντος. Προϊόν που θα πρέπει να διατεθεί στην αγορά (με σύγχρονες και εστιασμένες δράσεις προβολής και προώθησης) σε καλή τιμή ώστε να μπορεί να αμειφθεί αντίστοιχα και ο παραγωγός της πρώτης ύλης.

Δεν υπάρχουν πλέον οι εύκολες αλλά κοντόφθαλμες λύσεις του παρελθόντος. Χρειάζεται να γίνουν κρίσιμες επιλογές και να χαραχθούν οι αντίστοιχες πολιτικές. Δυνατότητες υπάρχουν. Πολιτική βούληση;

Εμπρός, Δεκέμβριος 2008
Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Τα τελευταία γεγονότα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τα όσα ακούμε και βλέπουμε καθημερινά να συμβαίνουν στις άλλες δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, υπογραμμίζουν για μια ακόμη φορά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα σύστημα που αδυνατεί να παράγει πρώτα απ’όλα ολοκληρωμένους πολίτες με παιδεία που θα συγκροτήσουν μια υγιή κοινωνία και στη συνέχεια τεχνολόγους και επιστήμονες που με τις γνώσεις τους θα μπορούν να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για την προσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας.

Μα πώς να υλοποιηθούν οι στόχοι αυτοί όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι στο εκπαιδευτικό σύστημα, γονείς και μαθητές, δάσκαλοι και υπουργείο έχουμε βαλθεί με συστηματικό τρόπο – ο καθένας από τη πλευρά του και με διαφορετικό μερίδιο ευθύνης – να αντικαταστήσουμε την εκ-παιδευτική διαδικασία που επιβραβεύει όσους ενδιαφέρονται και προσπαθούν από μια διαδικασία παραγωγής αριστούχων διπλωματούχων ήσσονος προσπάθειας.

Θεωρώ ότι την βασική ευθύνη για όλη αυτή την εξέλιξη την έχουμε εμείς οι γονείς. Οχι μόνο δεν αντιστεκόμαστε στην διολίσθηση αυτή, αλλά συμβάλλουμε καθοριστικά στη ταχύτερη επιδείνωση της κατάστασης με την στάση μας που ξεκινά από την απλή αδιαφορία για το ότι συμβαίνει μέσα στο σχολείο και καταλήγει στην εξεύρεση ατομικών λύσεων για την επίτευξη των στόχων μας: την απόκτηση τυπικών εφοδίων (βλέπε διπλωμάτων) από τα παιδιά μας με οποιοδήποτε οικονομικό κόστος.

Στο μυαλό των περισσοτέρων από εμάς το σχολείο ισοδυναμεί με υποχρεωτική παρουσία των παιδιών μας για ορισμένες ώρες την ημέρα χωρίς προσδοκία απόκτησης σοβαρών γνώσεων, δεξιοτήτων, ερεθισμάτων και γενικότερα εφοδίων που θα τα βοηθήσουν στη συνέχεια της ζωής τους: κάτι σαν φύλαξη. Αυτά θα τα πάρουν μόνο αν εμείς πληρώσουμε: πρώτα τη ξένη γλώσσα, μετά τους υπολογιστές, τη μουσική και τη ζωγραφική, στη συνέχεια τα μαθηματικά, τη φυσική, τα αρχαία. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ρημάδες οι απουσίες δεν θα χρειαζόταν να πηγαίνουν καν στο σχολείο, αφού εκεί όπου πληρώνουμε τα λένε καλύτερα. Άλλωστε αυτό δεν γίνεται μετά το Πάσχα στη 3η Λυκείου με την δική μας «ευλογία»;

Και μετά αναρωτιόμαστε, εμείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γιατί οι φοιτητές δεν έρχονται στη τάξη να μας ακούσουν και να μάθουν, αλλά προτιμούν να πληρώσουν κάποιον να τους τα πει ή ακόμη και να τους δώσει έτοιμες τις εργασίες. Μα μετά από τόσα χρόνια «εκπαίδευσης» έχουν εμπεδώσει πολύ καλά ότι η «δημόσια δωρεάν εκπαίδευση» δεν έχει αξία. Πρέπει να πληρώσεις για να αγοράσεις κονσερβαρισμένες και μασημένες γνώσεις και τελικά και το ίδιο το πτυχίο (προσεχώς και από τα υπό αναβάθμιση σε μη κρατικά Πανεπιστήμια Ιδιωτικά Κολέγια με τα υψηλά δίδακτρα). Αυτό δεν τους ζητάμε ως γονείς σαν απόδειξη κοινωνικής καταξίωσης; Ευτυχώς που υπάρχει και αυτή η μερίδα των φοιτητών που έστω και καθυστερημένα (3ο και 4ο έτος) βγαίνει από τον λήθαργο προσπαθώντας να κερδίσει μέρος του χαμένου χρόνου, αποκτώντας επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες απαραίτητες για επαγγελματική αποκατάσταση.

Ετσι βλέπουμε τις όποιες θετικές προσπάθειες του κράτους και των συνειδητών δασκάλων (με Δ κεφαλαίο) να πέφτουν στο κενό:
-          Τι γίνεται με την ενισχυτική διδασκαλία; Πολλοί την ζητάμε και διαμαρτυρόμαστε που δεν υπάρχει, αλλά όταν ξεκινήσει δεν στέλνουμε τα παιδιά μας γιατί ήδη έχουμε κανονίσει για ιδιαίτερα ή φροντιστήριο αγγλικών!!!!! Λες και δεν γνωρίζαμε από πριν ότι τα μαθήματα θα γίνονταν 1-4μμ.
-          Τι γίνεται με τις εξωεκπαιδευτικές δραστηριότητες που οργανώνουν όλο και περισσότερα σχολεία με την συγχρηματοδότηση του κράτους; Ενας αρχικός ενθουσιασμός που συχνά ξεφουσκώνει αφού δεν αντιμετωπίζεται με υπευθυνότητα από γονείς και μαθητές. Το αποτέλεσμα είναι η εθελοντική δουλειά να καταλήγει ως υποχρέωση του εκπαιδευτικού που πρέπει να τελειώνει για να μην βρεθεί εκείνος και το σχολείο εκτεθειμένοι, αντί να αποτελεί ευκαιρία για δημιουργική δουλειά, για απόκτηση ενδιαφερόντων, για ανάδειξη κλίσεων, για απόκτηση εμπειριών κλπ που μπορούν να βοηθήσουν σε καλύτερο επιστημονικό και επαγγελματικό προσανατολισμό των παιδιών μας. Όταν δεν αντιμετωπίζεται από πολλούς γονείς ως χάσιμο χρόνου απαγορεύοντας στα παιδιά τους να συμμετέχουν. Αλλωστε προέχει το δίπλωμα των αγγλικών να αποκτηθεί στα 12!!!
-          Τι γίνεται με τις εκπαιδευτικές εκδρομές; Τι τα θέλουμε τα μουσεία και την ορθοστασία; Δεν πάμε να δούμε από κοντά τα ινδάλματα μας ή να ψωνίσουμε κανένα συνολάκι ώστε να είμαστε in!!! Αυτό λέγεται εκπαίδευση στο life style!!!
-          Τι γίνεται με τον σεβασμό που πρέπει να δείχνουν οι μαθητές στους δασκάλους τους; Σιγά μην τους αφήσουμε να μαλώσουν τα «βλαστάρια μας». Αλλωστε οι δικές μας παρεμβάσεις που συχνά είναι άστοχες και ιδιοτελείς αποτελούν συχνά τη δικαιολογία πολλών συλλόγων διδασκόντων στο να μην αφήνουν τους Συλλόγους Γονέων να έχουν άποψη για το τι γίνεται μέσα στο σχολείο.

Σ’αυτή μας τη «προσπάθεια» βρίσκουμε «συμπαραστάτες» τόσο τη πολιτεία, όσο και σημαντική μερίδα από την κοινότητα των εκπαιδευτικών.

Οι τελευταίοι κάνουν ότι μπορούν για να μας ευχαριστήσουν για να μην γκρινιάζουμε, ενώ ταυτόχρονα «δείχνουν» τον «σωστό» δρόμο στα παιδιά μας. Τα παραδείγματα πολλά και θα μπω στον πειρασμό να αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά:
-          Δασκάλα της πόλης μας (χωρίς δυστυχώς να αποτελεί μεμονωμένο παράδειγμα)  διορθώνει ασκήσεις μαθηματικών βάζοντας άριστα σε μαθητές που βγάζουν διαφορετικό αποτέλεσμα. Γιατί; Δεν μπορούσε να ελέγξει την άσκηση σωστά ενώ μιλούσε στο κινητό της!!! Και γιατί να διακινδυνεύσει να την μαρτυρήσουν τα κακά παιδιά; Βάλε λοιπόν δέκα με τόνο σε όλους να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν φταίμε εμείς οι γονείς που ενώ μαθαίνουμε ότι αυτό γίνεται σε καθημερινή βάση δεν αντιδρούμε; Μετά αναρωτιόμαστε γιατί τα παιδιά μας αντιδρούν στην όποια πίεση για διάβασμα και επιπλέον θέλουν κινητό από το δημοτικό και απαιτούν να το έχουν μαζί τους στο σχολείο; Η παροιμία είναι γνωστή: «Με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις».
-          Καθηγητές που δίνουν θέματα SOS στους μαθητές για τις τελικές εξετάσεις με στόχο να γίνουν αρεστοί σε μαθητές και γονείς που θα κουραστούμε λιγότερο στις επαναλήψεις, ενώ ευκολότερα θα μπορούμε να πάρουμε το πολυπόθυτο «άριστα». Τι επιβραβεύουμε με τη στάση μας; Την μικρότερη προσπάθεια, μέχρι τα παιδιά μας να το εμπεδώσουν.
-          Καθηγητές που βάζουν μεγάλους βαθμούς σε όλα τα μαθήματα για να μην έχουν τη γκρίνια μας, ενώ και αυτοί που θέλουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους τελικά αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Αποτέλεσμα πρώτο είναι να μην μπορεί να φανεί που έχει κλίση ή αντίστοιχα αδυναμία το παιδί μας και δεύτερο να έχουμε δράματα όταν στις εισαγωγικές εξετάσεις η βαθμολογία του γραπτού απέχει «παρασάγγες» από τον προφορικό βαθμό. Τι έχουμε πετύχει με τη στάση μας; Την συνολική απαξίωση του δημόσιου συστήματος (με αντίστοιχο θρίαμβο της παραπαιδείας) στα μάτια των παιδιών, που ενώ ξέρουν ή έστω υποψιάζονται την πραγματική κατάσταση τους, «βολεύονται» προσωρινά με τη ψεύτικη εικόνα που δημιουργείται.
-          Οργάνωση της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών για τα καινούρια βιβλία του Δημοτικού στη περίοδο των μαθημάτων, με αντίστοιχη απώλεια ωρών διδασκαλίας, ενώ υπάρχουν ελεύθερες ημέρες από 15 μέχρι 30 Ιουνίου!!!. Το ίδιο γίνεται συνήθως και με τις συνεδριάσεις των Συλλόγων Διδασκόντων, τις Γενικές Συνελεύσεις των συνδικαλιστικών οργάνων κλπ Προς χαρά των παιδιών μας που γλιτώνουν μαθήματα!!!!
-          Καθηγητές της τεχνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αποδεχτεί το ρόλο που τους δώσαμε γονείς και πολιτεία: ότι τα (για μια ακόμη φορά μετονομασθέντα) ΤΕΕ, είναι αποθήκες ανίκανων μαθητών και επομένως δεν υπάρχει λόγος να γίνεται μάθημα. Λες και δεν έχουμε ως χώρα ανάγκη από καλούς τεχνίτες, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί ότι πιθανά θα είναι οι πιο καλοπληρωμένοι απ’όλους μας !!!!
  

Δεν θα ήθελα να αναλύσω ιδιαίτερα τις ευθύνες της πολιτείας. Όχι γιατί δεν είναι σημαντικές, αλλά είναι χιλιοειπωμένες και δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω κάτι νέο. Απλά παραθέτω:
-          υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων με αποτέλεσμα οι κτιριακές υποδομές και ο εξοπλισμός να είναι ανεπαρκείς, η χρηματοδότηση για λειτουργικές δαπάνες (θέρμανση, καθαρισμό, γραφική ύλη κλπ) μονίμως μικρή και καθυστερημένη, οι διδάσκοντες κακοπληρωμένοι και ωθούμενοι να βρουν πρόσθετα εισοδήματα, ασκούν πλημμελώς στην καλύτερη των περιπτώσεων τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα. Αυτό το 5% της χρηματοδότησης της παιδείας παραμένει άπιαστο όνειρο και με δική μας ευθύνη.
-          στρεβλό θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί τις «έξωθεν» παρεμβάσεις στις οποίες επιδίδονται όλες οι κυβερνήσεις και οι παρατρεχάμενοι τους με περισσό ζήλο, αλλά δεν επιτρέπει την ανάληψη ευθυνών από την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα για την επίτευξη των στόχων της εκπαίδευσης. Συνεχή νομοθετήματα που με την πρόφαση να μην αφήσουν περιθώρια για αυθαιρεσίες, δημιουργούν ένα τέτοιο πλέγμα που οδηγεί στην παραλυσία ή στην παρανομία στη προσπάθεια να λειτουργήσει το σύστημα. Αποτέλεσμα να επικρατούν η ασυδοσία αφού κανείς δεν τιμωρείται και η ακινησία
-          Εστίαση στο εξεταστικό αντί της εστίασης στη γνώση και στη διαμόρφωση πολιτών. Η κοινή γνώμη, με την ευγενική συμπαράσταση των ΜΜΕ και σημαντικής μερίδας πολιτικών, απαιτεί διευκολύνσεις για την επίτευξη του υπέρτατου στόχου: την ανοιχτή πρόσβαση σε τίτλους σπουδών και στην παραπάνω βαθμίδα εκπαίδευσης χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση που αποτελεί άλλωστε δημοκρατική κατάκτηση και κεκτημένο!!!!!!   Ποιος τολμά να εμποδίσει την πορεία αυτή με εντατικοποίηση των σπουδών. Αφού έτσι κι’αλλοιώς –η δικαιολογία είναι έτοιμη- το πτυχίο δεν έχει αντίκρισμα στην αγορά εργασίας και όπου αν δεν υπάρχει μέσον, παραμονεύει η ανεργία, γιατί να εμποδίσουμε κάποιον να φτάσει ανενόχλητος στην απόκτηση του;

Είναι τόσο ζοφερή η εικόνα ή μήπως οι γνωστές Κασσάνδρες προβλέπουν την καταστροφή που τελικά δεν έρχεται; Και αν ναι, υπάρχει λύση και ποια είναι αυτή;

Κρίση υπάρχει και είναι αναμφισβήτητη. Δυστυχώς δεν αποτελεί απλά κρίση των διαδικασιών του εκπαιδευτικού συστήματος που θα θεραπευτεί με τεχνικές ρυθμίσεις νομοθετικού χαρακτήρα.  Αλλωστε και όσες καινοτόμες προσπάθειες εισήχθηκαν στο σύστημα, αποβλήθηκαν ως ξένο σώμα γιατί υπήρξε προσπάθεια επιβολής χωρίς την αντίστοιχη προετοιμασία της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αποτελεί βαθιά κρίση αξιών του κοινωνικού συστήματος που αντανακλάται και στην εκπαίδευση. Αν δεν συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα οι άμεσα ενδιαφερόμενοι (γονείς – ειδικά στις χαμηλές βαθμίδες εκπαίδευσης-, εκπαιδευόμενοι και δάσκαλοι) ώστε να προχωρήσουμε σε αλλαγή στάσης αξιοποιώντας το υφιστάμενο πλαίσιο και τα διαθέσιμα μέσα ώστε να προετοιμάσουμε το δρόμο για ουσιαστικές αλλαγές, δύσκολα βλέπω τη πολιτεία να «αναγκάζεται» να πάρει τέτοιες πρωτοβουλίες. Αντίθετα να νομοθετεί για να ρυθμίσει όσα θεωρεί εκκρεμότητες.  Αυτό το ζούμε τις μέρες αυτές με τα γεγονότα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Νομίζω ότι θα πρέπει πρώτα απ’όλα εμείς οι γονείς να πάψουμε να είμαστε Ιδιώτες και να ξαναγίνουμε Πολίτες στηρίζοντας το δημόσιο σχολείο και απαιτώντας από την πολιτεία και τους εκπαιδευτικούς να αλλάξουν στάση. Πρέπει να αποφασίσουμε να αφιερώσουμε το χρόνο που χρειάζεται δραστηριοποιούμενοι στους Συλλόγους Γονέων και σε συνεργασία με τους Συλλόγους Διδασκόντων και τις μαθητικές κοινότητες να εργαστούμε ώστε η Δημόσια Εκπαίδευση να παίξει τον ρόλο της προς την κοινωνία στο σύνολο της. Αν εμείς δεν θέλουμε να παρέμβουμε αφήνοντας τον ρόλο αυτό στους «άλλους», ας μη γκρινιάζουμε ότι τίποτα δεν γίνεται!!!!

Και ας μην ξεχνάμε: η απαξίωση του δημόσιου σχολείου, αποτελεί το πρώτο βήμα κοινωνικού αποκλεισμού των πλέον αδύναμων της κοινωνίας μας που στη συνέχεια επηρεάζει όλους μας. Σήμερα αφορά τα παιδιά της διπλανής πόρτας, τον Αλεξ, αύριο τα παιδιά μας, μεθαύριο όλη την κοινωνία.


ΕΜΠΡΟΣ, Ιούνιος 2006
Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ


Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Τμημάτων της χώρας είναι σε κατάληψη και δεν λειτουργούν εδώ και τουλάχιστον ένα μήνα μέσα από μια χωρίς προηγούμενο τα τελευταία χρόνια κινητοποίηση διδασκόντων και διδασκομένων -ως απάντηση των νομοθετικών ρυθμίσεων που προωθεί η κυβέρνηση- δείχνει κατ’αρχή ότι το θέμα της προάσπισης της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί προτεραιότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Αυτό αποτελεί ένα θέμα καθαρά πολιτικό και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αν όμως η κυβέρνηση –με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ- προχωρεί στη τροποποίηση του άρθρου 16 το κάνει όχι μόνο γιατί υπάρχει η πίεση των διαφόρων γνωστών και αγνώστων συμφερόντων που θέλουν να κερδοσκοπήσουν και να ελέγξουν την παραγωγή επιστημόνων και την εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά κυρίως γιατί η κοινωνία και ιδιαίτερα εμείς ως γονείς έχουμε δεχτεί ότι η δημόσια εκπαίδευση είναι περίπου «άχρηστη».

Αν και οι περισσότεροι έχουν εστιάσει την κριτική τους στο πρώτο θέμα, εγώ θεωρώ ότι το δεύτερο είναι το πλέον επικίνδυνο και κυρίως το πιο ύπουλο. Και εξηγούμαι: αν η ελληνική κοινωνία δεν είχε «εθιστεί» στην άποψη που καλλιεργείται χρόνια τώρα ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν έχει τίποτα να δώσει στα παιδιά της και ότι ιδιαίτερα η τριτοβάθμια αποτελείται από ένα συνοθύλευμα καλοπληρωμένων και αργόσχολων ιντριγκαδόρων που ασχολούνται μόνο πως θα πλουτίσουν χωρίς να ενδιαφέρονται για το εκπαιδευτικό τους έργο με αποτέλεσμα να παράγονται στρατιές ημιμαθών εν δυνάμει ανέργων, τότε τα δημόσια πανεπιστήμια δεν θα κινδύνευαν από την ίδρυση κανενός ιδιωτικού ή γενικότερα μη κρατικού Πανεπιστημίου.

Βέβαια από πότε ένας μισθός 1896€ για έναν επίκουρο καθηγητή με οικογένεια, 18 χρόνια προϋπηρεσία και απαραίτητο ελάχιστο προσόν διδακτορικό δίπλωμα και αρκετές δημοσιεύσεις, θεωρείται υψηλός, αυτό θα ήθελα να μας εξηγήσει κάποιος. Ακόμη περισσότερο όταν ο μισθός αυτός αποτελείται σε μεγάλο μέρος από επιδόματα που ούτε στα δώρα υπολογίζονται (1017€ το Δώρο Χριστουγέννων, όταν όλοι οι μισθωτοί παίρνουν τον 13ο μισθό), ούτε στη σύνταξη. Ακόμη το γεγονός ότι με βάση τον νόμο ελάχιστος αριθμός ωρών διδασκαλίας είναι οι 6 ανά εβδομάδα, δίνουν την εντύπωση ότι αυτή είναι η μόνη απασχόληση, ενώ αγνοούνται οι ώρες διδασκαλίας στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, οι ώρες που αφιερώνονται στη καθοδήγηση πτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών, διδακτορικών διατριβών που όλα μαζί αποτελούν το διδακτικό έργο. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν οι ώρες που αφιερώνονται στη διοίκηση του Πανεπιστημίου (συμμετοχή σε όργανα, σε επιτροπές εντός και εκτός Πανεπιστημίου, διεθνείς συνεργασίες κλπ προφανώς χωρίς πρόσθετη αμοιβή), αλλά και σε κάθε είδους εσωτερικές «αγγαρείες». Είναι λοιπόν να μην εκνευρίζεσαι όταν οι διάφοροι γνωστοί γύρω στις 20 Μαΐου (τότε δηλαδή που σταματούν τα μαθήματα στα Γυμνάσια) σε συναντούν και σχολιάζουν «τώρα και εσείς κλείσατε για εξετάσεις!!!». Βέβαια εκεί που βγαίνεις από τα ρούχα σου είναι όταν η κα Υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζονται άλλοι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια και όταν λείπει κάποια ειδικότητα μπορεί να την αναπληρώνει συνάδελφος που έχει λίγες ώρες. Λες και στο Πανεπιστήμιο είναι δυνατόν να επαναληφθεί ότι γίνεται στο Γυμνάσιο όπου ο φυσικός που δεν συμπληρώνει πρόγραμμα διδάσκει και γεωγραφία!!!!   

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ο χρόνος που χρειάζεται για έρευνα, για συγγραφή άρθρων, για συμμετοχές σε συνέδρια (που αποτελούν το δεύτερο πυλώνα των καθηκόντων και μάλιστα καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη μας σε ανώτερες βαθμίδες). Αφησα τελευταίο το μήλο της έριδας: τα ερευνητικά προγράμματα και την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση. Τα ερευνητικά προγράμματα (το συνηθέστερο εφαρμοσμένης έρευνας) που αποτελούν ανάσα οξυγόνου τόσο για τους διδάσκοντες όσο και για τους υποψήφιους διδάκτορες ώστε να χρηματοδοτήσουν όχι μόνο την έρευνα τους, την αγορά βιβλίων και επιστημονικών περιοδικών και τα ταξίδια τους, αλλά ακόμη για να αγοράσουν χαρτί, μελάνια και οποιοδήποτε άλλο αναλώσιμο!!!! Το Υπουργείο Παιδείας έχει εδώ και χρόνια πρακτικά μηδενίσει τα κονδύλια αυτά προς τα Ιδρύματα. Τέλος, σε ότι αφορά την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων είμαστε υπέρ της καθιέρωσης ακαδημαϊκών δύο ταχυτήτων για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση: των πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και των μερικής απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές και περιορισμένη συμμετοχή στα όργανα διοίκησης.

Μετά από αυτή τη μεγάλη παρένθεση, ας επιστρέψω στην ευθύνη μας ως γονέων στην απαξίωση του δημόσιου Πανεπιστημίου. Οπως φαίνεται χρόνια τώρα – και επεσήμανα σε προηγούμενο μου σημείωμα – εμείς οι γονείς αντί συμπεριφερόμενοι ως Πολίτες να απαιτούμε τη σωστή λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης ώστε να παράγει πολίτες, επιστήμονες και τεχνολόγους έτοιμους να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για την προσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, συμπεριφερόμαστε ως Ιδιώτες προσπαθώντας να αποκτήσουν τα παιδιά μας τα απαραίτητα τυπικά εφόδια με όποιο οικονομικό κόστος.

Η κατάσταση αυτή, που έχει τις ρίζες της στη α’βαθμια εκπαίδευση (ξένη γλώσσα, υπολογιστές, κλπ), συνεχίζεται με εντονότερους ρυθμούς στο γυμνάσιο και κορυφώνεται(;) στο λύκειο σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί η είσοδος σε μια Σχολή. Αν ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί, διέξοδο αποτελούν (εδώ και πολλά χρόνια) τα χαμηλής στάθμης Πανεπιστήμια της Μ. Βρετανίας και άλλων χωρών της Δ.Ευρώπης, Πανεπιστήμια βαλκανικών χωρών και πιο πρόσφατα τα κάθε είδους Κολέγια που είτε λειτουργούν αυτόνομα είτε σε συνεργασία (;) με ξένα Πανεπιστήμια. Η απόκτηση τίτλων από ιδρύματα που δεν λειτουργούν με κανένα από τους γραπτούς και άγραφους κανόνες που διέπουν την ανώτατη εκπαίδευση ανά τον κόσμο τα τελευταία 500 χρόνια, κοστίζουν ιδιαίτερα ακριβά και δεν καταλήγουν παρά σε ένα καλό ή λιγότερο καλό δίπλωμα κατάρτισης. Ορισμένα από τα ιδρύματα αυτά είτε γιατί κάνουν καλή δουλειά, είτε γιατί έχουν αντικείμενα που επιθυμεί η αγορά εργασίας, δίνουν τίτλους που εξασφαλίζουν απασχόληση. Αυτό δεν συμβαίνει όμως με την πλειοψηφία τους. Όμως ως γονείς-ιδιώτες είμαστε έτοιμοι να ξοδέψουμε τόσα και άλλα τόσα χρήματα σε αμφίβολης ποιότητας ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ ως γονείς-πολίτες είμαστε αντίθετοι να δοθούν περισσότερα χρήματα στη δημόσια εκπαίδευση που δεν εμπιστευόμαστε.

Αλλά ακόμη και αν όλα αυτά τα ιδρύματα παρήγαγαν ανθρώπους που θα εύρισκαν δουλειά – όπως υπόσχονται χρόνια τώρα οι σχολές του Αντέννα ή οι άλλες σχολές δημοσιογραφίας και αύριο οι Σχολές Πληροφορικής του Ιδρύματος Κόκκαλη και Επικοινωνίας του Ιδρύματος Λαμπράκη  - αυτό δεν σημαίνει ότι οι απόφοιτοι των σχολών αυτών είναι Επιστήμονες όπως αυτούς που πρέπει να διαμορφώνει ένα Πανεπιστήμιο. Ούτε τα μη κρατικά Πανεπιστήμια που συζητούσαν να ιδρύσουν η ΓΕΣΕΕ, η ΚΕΔΚΕ, Δήμοι και άλλοι φορείς, θα παρήγαγαν επιστήμονες. Στη καλύτερη των περιπτώσεων θα παρήγαγαν καταρτισμένα στελέχη, με γνώσεις και δεξιότητες που οι φορείς αυτοί θεωρούν ότι χρειάζονται για τη καλύτερη λειτουργία των θεσμών που εκπροσωπούν. Μα αν όλοι αυτοί έχουν χρήματα που θέλουν να επενδύσουν πραγματικά σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (και όχι να υφαρπάξουν δημόσια χρήματα από αυτά που προορίζονται για τα δημόσια πανεπιστήμια και να τα διαχειριστούν ανεξέλεγκτα), γιατί δεν αξιοποιούν τους απόφοιτους παρεμφερών γνωστικών αντικειμένων που θεραπεύονται στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, προσφέροντας τους αν χρειάζεται μια πρόσθετη σύντομη (πχ εξαμηνιαία) επαγγελματική κατάρτιση είτε από δικούς φορείς είτε ακόμη μέσα από (υπό ίδρυση) τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΒΕ) των Πανεπιστημίων; Γιατί ακόμη να μην σκεφτούμε ακόμη και τη χρηματοδότηση Τμημάτων από τους φορείς αυτούς, ιδιωτικούς και δημόσιους, με τη λογική που χρηματοδοτούνται και λειτουργούν οι Εδρες Ελληνικών στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου;    

Και εδώ θα πρέπει να τεθούν στο τραπέζι των συζητήσεων αντιφάσεις που αποπροσανατολίζουν τις συζητήσεις και κυρίως τους γονείς και τους φοιτητές. Ξέρουμε ως κοινωνία τι θέλουμε από το Σύγχρονο Πανεπιστήμιο; Να είναι μόνο χώρος διαβουλεύσεων και ανάπτυξης της προσωπικότητας των φοιτητών; Να είναι χώρος δημιουργίας Επιστημόνων ανεξάρτητα από την δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης; Να είναι χώρος παραγωγής ανθρώπων με πολύ καλή κατάρτιση σε τομείς που ζητά η αγορά εργασίας; Να είναι χώρος αυτόματης έκδοσης πτυχίου «επί τη εμφανίσει» του φοιτητή και χωρίς συστηματική και ουσιαστική προσπάθεια; Η μήπως θα πρέπει το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα να είναι κέντρο αναζήτησης της επιστημονικής αλήθειας, κέντρο παραγωγής και διάχυσης της γνώσης μέσα από διδακτικές και ερευνητικές διαδικασίες, και ο απόφοιτος του να είναι πρώτα καλός Επιστήμονας αλλά ταυτόχρονα να έχει και όλα τα εφόδια εκείνα που θα του επιτρέψουν να είναι και καλός Επαγγελματίας στον τομέα που έχει επιλέξει;


Αν η παραγωγή επιστημόνων και επαγγελματιών  – δηλαδή η φιλοσοφία πάνω στην οποία στήθηκαν οι σχολές μηχανικών- είναι το επιθυμητό, τότε χρειάζεται πολλαπλή προσπάθεια (εντατικοποίηση την ονομάζουν ορισμένοι) από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας για να επιτευχθούν και οι 2 στόχοι. Όμως δεν αντέχει σε καμία λογική η άποψη που εκφράζεται από πολλούς φοιτητές και γονείς ότι εφόσον το πτυχίο δεν εξασφαλίζει εργασία γιατί να καταβάλλεται προσπάθεια για πτυχία χωρίς αντίκρισμα; Ας πάρουμε στα γρήγορα το δίπλωμα για να συνεχίσουμε (με την ίδια λογική) για μεταπτυχιακά και διδακτορικό; Τελικά ξέρουμε τι ψάχνουμε από το Πανεπιστήμιο; Χαρτί για να βρούμε δουλειά (επομένως το ΙΕΚ Κόκκαλη είναι καλύτερο) ή να γίνουμε καλοί επιστήμονες και με τα προσόντα μας είτε να βρούμε δουλειά είτε να φτιάξουμε τη δική μας; Ερώτημα στο οποίο χρειάζεται να απαντήσουμε τόσο ως κοινωνία όσο και ως μεμονωμένα άτομα.

Εάν επιμένω ιδιαίτερα στο ποιος είναι ο στόχος του Πανεπιστημίου είναι γιατί στη καθημερινή ακαδημαϊκή ζωή βλέπουμε το άγχος των φοιτητών και των γονιών τους για επαγγελματική αποκατάσταση. Τι απάντηση μπορούμε να δώσουμε στους μεταπτυχιακούς φοιτητές πού «απαιτούν» να πάρουν γνώσεις πρακτικές που να τους βοηθήσουν στην αγορά εργασίας, γνώσεις που δεν απόκτησαν στις προπτυχιακές σπουδές; Επομένως είναι απαραίτητο ως κοινωνία να ξεκαθαρίσουμε τι επιδιώκουμε από κάθε μια βαθμίδα της εκπαίδευσης γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε σωστά τις απαραίτητες αλλαγές.

Βέβαια τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν υπονοούν ότι δεν υπάρχει κρίση στα Πανεπιστήμια. Σαφώς και υπάρχει και αφορά στην αδυναμία του συστήματος να παράγει ταυτόχρονα καλούς επιστήμονες και ετοιμοπόλεμους επαγγελματίες. Όμως με το θέμα αυτό και σκέψεις για την αντιμετώπιση της παθογένειας αυτής θα ασχοληθούμε στη συνέχεια του άρθρου.


Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ

Η κρίση στη 3βάθμια εκπαίδευση όπως θα περιγραφεί στη συνέχεια δεν εμφανίζεται σε όλα τα Πανεπιστήμια με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση. Σίγουρα στις «καλές» σχολές που συγκεντρώνουν τους καλύτερους φοιτητές, αυτούς που πέτυχαν τον στόχο τους και «βλέπουν» το μέλλον τους κάτω από καλύτερες συνθήκες, η κατάσταση είναι λιγότερο οξυμένη. Η κρίση όμως αυτή έχει κοινές πηγές προέλευσης, τόσο εξωγενείς, όσο και ενδογενείς, που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε:

-          Η πρώτη αφορά στη κρίση εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τη δημόσια εκπαίδευση συνολικά που αναλύσαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Φοιτητές και κυρίως οι Γονείς ενδιαφέρονται για το χαρτί και δευτερευόντως για τις γνώσεις. Σ’αυτό θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ατελής λειτουργία του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στα σχολεία έχει ως συνέπεια οι υποψήφιοι φοιτητές να μην ξέρουν τι θέλουν να σπουδάσουν. Το ρόλο αυτό καλούνται συχνά να τον καλύψουν οι γονείς με βάση τις δικές τους αντιλήψεις και προσδοκίες, ενώ ο φόβος να «μην μείνει το παιδί έξω από το Πανεπιστήμιο» οδηγεί στην επιλογή όλων των τμημάτων στα οποία μπορεί να έχει πρόσβαση με τον βαθμό που έχει επιτύχει.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: φοιτητές που προσγειώνονται σε Τμήματα με γνωστικό αντικείμενο που δεν είχαν πραγματικά επιλέξει και δεν ενδιαφέρονται να σπουδάσουν. Τη συνέχεια του έργου την βλέπουμε εμείς στα  (Περιφερειακά μόνο;)  Πανεπιστήμια με τις άδειες αίθουσες διδασκαλίας –όπου όποια προσπάθεια γίνεται πάει χαμένη- και μετατροπή τους σε εξεταστικά κέντρα με βάση το «σύγγραμμα» και όποιος περάσει, όποτε περάσει. Αλλωστε ούτε η συμμετοχή στις εξετάσεις είναι ιδιαίτερα υψηλή.
Πως μπορεί να αντιδράσει ένας διδάσκοντας;
(α) Βάζει υποχρεωτικές παρουσίες για να τους μαζέψει στην τάξη, οργανώνοντας φροντιστήρια, ασκήσεις, εργασίες κλπ και ότι βγει.
(β) Κόβει βάζοντας θέματα που πιστεύει ότι αντανακλούν τις γνώσεις που πρέπει να έχουν πάρει οι φοιτητές από το συγκεκριμένο μάθημα, συσσωρεύοντας τον κόσμο με τον κίνδυνο να δημιουργηθούν αντιδράσεις.
(γ) Χαμηλώνει τις απαιτήσεις βάζοντας εύκολα θέματα και «σπρώχνει» όσους έπιασαν γύρω στο 4, ώστε να περάσουν όσο γίνεται περισσότεροι.
(δ) Τέλος υπάρχουν και εκείνοι οι συνάδελφοι που έχουν βρει τρόπους (συνήθως εργασίες) ώστε να περνούν όλοι οι φοιτητές τους.      
Όμως αυτόν τον φαύλο κύκλο της «ήσσονος προσπάθειας» και κατ’επέκταση της απαξίωσης των διπλωμάτων δεν μπορούμε να τον σπάσουμε αν όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν συνεργαστούμε για την επίτευξη του βασικού στόχου που ανέφερα προηγούμενα: οι πτυχιούχοι πρέπει να είναι ταυτόχρονα καλοί επιστήμονες και καλοί επαγγελματίες. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δεχόμαστε την διάχυτη άποψη που κάποια στιγμή μου εξέφρασε φοιτητής όταν του είπα ότι χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια «Μα τι θέλετε να κάνουμε, εμείς είμαστε μαθητές του 12!!!!». Η απάντηση μου ήταν άμεση: «δηλαδή εσείς τι θέλετε, πτυχία 4ης κατηγορίας χωρίς αντίκρισμα;». Ακόμη περιμένω την απάντηση. Θα ήθελα την δική σας.

-          Η δεύτερη αιτία της κρίσης αφορά το ρόλο του κράτους το οποίο αξιοποιώντας έντεχνα την υπάρχουσα εικόνα απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης (αλλά και όλων των δημόσιων υπηρεσιών γενικότερα) στη κοινή γνώμη, με την υποχρηματοδότηση και το ασφυκτικό αλλά αναποτελεσματικό σύστημα ελέγχου που έχει καθιερώσει, απλώς επιτείνει τη κατάσταση. Επιπλέον η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου υιοθετώντας την λογική των τηλε-δικών, καταφέρεται εναντίον της ακαδημαϊκής κοινότητας, αντί να επιλέξει τον συντεταγμένο ουσιαστικό διάλογο χωρίς προαποφασισμένες λύσεις. Αποτελεί προϋπόθεση για την καλή λειτουργία ενός Πανεπιστημίου η ύπαρξη υποδομών, εξοπλισμού, αναλώσιμων, προσωπικού (κύριου, βοηθητικού και διοικητικού), η χρηματοδότηση της έρευνας. Χωρίς αυγά ομελέτα δεν γίνεται. Βέβαια για να γίνει καλή ομελέτα δεν αρκούν τα αυγά και το ξέρουμε καλά αυτό!!! Χρειάζεται και τα υλικά (βλέπε φοιτητές) να είναι καλά, τα μέσα επαρκή (υλικοτεχνική υποδομή) αλλά κυρίως ο μάγειρας (βλέπε διδακτικό προσωπικό) να είναι μάστορας.  

-          Η τρίτη αφορά την ίδια τη λειτουργία της ακαδημαϊκής κοινότητας και ιδιαίτερα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Βρισκόμαστε όλοι στο ύψος των περιστάσεων όπως επιτάσσει ο ρόλος μας ως λειτουργών; Η απάντηση είναι απερίφραστα όχι. Η πλειοψηφία μας, κάνουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες «εκπτώσεις» από το έργο μας, επικαλούμενοι διαφορετικούς λόγους και ιδιαίτερα το μισθολογικό και τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων. Σίγουρα δεν μπορεί να αποτελεί θέση «τόσα  με πληρώνουν, τόσο δουλεύω». Αυτό το ξέραμε από την αρχή και παλεύουμε να αλλάξει. Όμως όποιος συνεχίζει να παραμένει στην ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να εκπληρώνει τα καθήκοντα του στο ακέραιο. Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να πιστεύει η κοινωνία και η πολιτεία ότι στην εποχή που ζούμε μπορεί ένας λειτουργός με τόσο υψηλά προαπαιτούμενα προσόντα (που για να αποκτηθούν και να συντηρηθούν απαιτούν συνεχείς επενδύσεις με υψηλό προσωπικό και οικονομικό κόστος) και τόσο απαιτητικά καθημερινά καθήκοντα μπορεί να αφοσιωθεί στο έργο του με ψίχουλα. Επόμενο είναι άλλοι γρηγορότερα και άλλοι αργότερα θα δώσουμε το βάρος μας στα προγράμματα ή σε άλλες εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες που προσφέρουν και χρήματα και κοινωνική καταξίωση.

Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: η πολιτική που ακολουθείται από την Κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει τη κρίση; Αποτελούν απάντηση στη κρίση η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και οι ρυθμίσεις που η κα Υπουργός απειλεί ότι θα επιφέρει στα Πανεπιστήμια; Απερίφραστα όχι. Γιατί; Μα αντί να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες των προβλημάτων, ασχολούνται με το να ρυθμίσουν (βλέπε να κουκουλώσουν) τις συνέπειες τους μέσα από αύξηση των ελέγχων και των πειθαρχικών μέτρων μόνο προς τα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας. Πουθενά δεν φαίνεται το Υπουργείο να αναλαμβάνει τις δικές του τεράστιες ευθύνες και να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που το ίδιο προκαλεί

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να καταγράψω τις σκέψεις μου για τα θέματα που αναδείχθηκαν ως κρίσιμα κατά τη διάρκεια του «διαλόγου».

Αιώνιοι Φοιτητές: Το πρόβλημα δεν είναι οι αιώνιοι φοιτητές, αλλά οι αδιάφοροι φοιτητές που προκύπτουν από τον μηχανισμό που περιέγραψα προηγούμενα και δεν έχει να κάνει με τα πανεπιστήμια αλλά: (α) με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες στην β’βάθμια εκπαίδευση και ιδιαίτερα στο Λύκειο, (β) με τον τρόπο επιλογής σχολής και την γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα απαξίωσης που ενισχύεται (γ) από τις δυσκολίες επαγγελματικής αποκατάστασης.
Η προσπάθεια επίλυσης χρειάζεται συνδυασμό μέτρων και βέβαια δεν θα αποδώσει άμεσα δεδομένου ότι απαιτεί κυρίως αλλαγή νοοτροπίας όλων των εμπλεκόμενων: Η απελευθέρωση των καθηγητών του Λυκείου από την υποχρέωση να βάζουν υψηλούς προφορικούς βαθμούς σε όλους ώστε να αναδεικνύονται οι κλίσεις και οι αδυναμίες των μαθητών, η ενίσχυση του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού σε συνδυασμό με τον περιορισμό δυνατοτήτων επιλογής σχολών σε ένα γνωστικό αντικείμενο, ο προσδιορισμός από τα Πανεπιστήμια των μαθημάτων ιδιαίτερης βαρύτητας ανά Τμήμα θα οδηγήσει σταδιακά σε πιο συνειδητοποιημένους φοιτητές. Στη συνέχεια θα πρέπει να υπάρξουν εσωτερικές ρυθμίσεις των Πανεπιστημίων σε σχέση με την παρακολούθηση της προόδου των φοιτητών (πχ. ελάχιστος αριθμός δηλωμένων μαθημάτων και παρουσίας στις εξετάσεις, μέσος όρος βαθμολογίας από τις εξετάσεις, εμπλουτισμός μαθημάτων με δραστηριότητες που ενισχύουν τις δεξιότητες και το επαγγελματικό προφίλ, προαπαιτούμενα μαθήματα, ενίσχυση της χρήσης της βιβλιογραφίας, γενίκευση πτυχιακών σε όλα τα τμήματα ώστε να ενισχυθούν οι επιστημονικές ικανότητες, ρυθμίσεις για αποδεδειγμένα εργαζόμενους φοιτητές κλπ) ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο των σπουδών. Δεν μπορεί τα Πανεπιστήμια να είναι απλά εξεταστικά κέντρα!!!  

Δωρεάν συγγράμματα: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να καταργηθούν μια και αποτελεί απαράδεκτο φαινόμενο για Πανεπιστημιακό χώρο η λογική της εξεταστέας ύλης από συγκεκριμένο σύγγραμμα. Το Πανεπιστήμιο δεν είναι Λύκειο και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ενώ όσοι δεν μπορούν να μπουν στη λογική αυτή (διδάσκοντες και διδασκόμενοι) δεν έχουν θέση σ’αυτό. Η συνέχιση της σύνδεσης της δωρεάν εκπαίδευσης με την δωρεάν παροχή συγγραμμάτων είναι υποκριτική, όταν το κόστος αγοράς των βιβλίων στις περισσότερες σχολές δεν αντιστοιχεί παρά σε μέρος των μηνιαίων εξόδων των φοιτητών. Βέβαια δεν ισχυριζόμαστε ότι οι φοιτητές θα πρέπει στο εξής να αγοράζουν το βιβλίο που μέχρι τώρα μοιράζει το κράτος, αλλά ότι πρέπει οι βιβλιοθήκες να αναλάβουν τον κανονικό τους ρόλο.
Η αλλαγή αυτή είναι απαραίτητη για την αναβάθμιση των σπουδών αλλά και για αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ μερίδας «συναδέλφων» και του κρατικού κορβανά, μοιράζοντας χρόνια τώρα τις ίδιες απαρχαιωμένες γνώσεις.
Όμως για να προχωρήσουμε στο μέτρο της αντικατάστασης του δωρεάν βιβλίου από την πολλαπλή βιβλιογραφία χρειάζεται να έχουν ενισχυθεί οι βιβλιοθήκες και τα αναγνωστήρια με πολλαπλά εγχειρίδια, να έχουν αυξηθεί οι χώροι ώστε να μπορούν να διαβάζουν εκεί οι φοιτητές, να υπάρχει επαρκές προσωπικό ώστε να λειτουργούν οι βιβλιοθήκες όλη την εβδομάδα για τουλάχιστον ένα 12ωρο την ημέρα (9πμ – 9μμ). Και αυτά πρέπει να γίνουν πριν διακοπεί η παροχή συγγραμμάτων, με πρόσθετους πόρους  που θα διαθέσει το Υπουργείο προς τις βιβλιοθήκες των Πανεπιστημίων για το σκοπό αυτό.
Βέβαια δεν αντέχει σε καμία κριτική η πρόταση που προωθεί το Υπουργείο για δημιουργία λίστας βιβλίων που θα μπορούν να διανέμονται δωρεάν!!!! Τι γραφειοκρατικό μηχανισμό ετοιμάζεται να στήσει το Υπουργείο ώστε να μπορεί να γνωρίζει ποιο βιβλίο χρειάζεται σε κάθε μάθημα καθενός από τα 450 τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας. Βέβαια δεν διανοούμαι ούτε καν να υποθέσω ότι κάποια επιτροπή του Υπουργείου θα ορίζει τα βιβλία που θα μοιράζονται!!!. Και θα μπορεί να αλλάζει ο πίνακας αυτός κάθε εξάμηνο ώστε να γίνεται έγκαιρα η διανομή βιβλίων;; Η θα αλλάζει με βάση τον 4ετή προγραμματισμό; Καλύτερα θα ήταν να δώσει τα χρήματα αυτά στα Πανεπιστήμια τα οποία θα αποφασίσουν μόνα τους πως θα τα χρησιμοποιήσουν και μετά ας αξιολογηθούν για το πώς τα χρησιμοποίησαν.

Αξιολόγηση Πανεπιστημίων: δεν είναι δυνατόν στο χώρο όπου η αξιολόγηση αποτελεί καθημερινό μας έργο αλλά και την υφιστάμεθα σε τακτά χρονικά διαστήματα για να προαχθούμε, να περνά στην κοινή γνώμη ότι εμείς την αρνούμαστε γενικά και αόριστα ή να δίνουμε την εικόνα ότι θέλουμε να είμαστε ανεξέλεγκτοι. Αυτό που αρνούμαστε είναι να κριθούμε για τις παραλήψεις του Υπουργείου, με βάση κριτήρια που δεν είναι ακαδημαϊκά αλλά επιχειρηματικά, από «εντεταλμένους» του Υπουργείου. Ιδιαίτερα:
  1. Πως μπορεί να αξιολογεί το Υπουργείο για την απόδοση των Πανεπιστημίων ως κέντρων παραγωγής έρευνας όταν δεν την χρηματοδοτεί καθόλου, ενώ και η χρηματοδότηση των βιβλιοθηκών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα με συνέπεια συνεχείς περικοπές σε βιβλία και περιοδικά. Είναι σαν να ζητάτε από έναν εργολάβο να σας παραδώσει έργο χωρίς να τον έχετε χρηματοδοτήσει.
  2. Πως θα κρίνει το Υπουργείο για το διδακτικό μας έργο όταν δεν μας παρέχει το βοηθητικό εκείνο προσωπικό που είναι απαραίτητο σύμφωνα με τα διεθνή standards για να οργανωθούν τα μαθήματα όπως πρέπει, ενώ παράλληλα το Πανεπιστήμιο μας «φορτώνει» και σειρά καθηκόντων επειδή υπάρχει έλλειψη διοικητικού και τεχνικού προσωπικού.
  3. Πως θα κρίνει το υπουργείο την απόδοση της διοικητικής μηχανής όταν ενισχύει τη γραφειοκρατία (πχ. τετραετής σχεδιασμός, δημοσιότητα κλπ) χωρίς να εξασφαλίζει έλεγχο ουσίας; Πως θα κρίνει το Υπουργείο την συνολική απόδοση του Πανεπιστημίου όταν δεν έχει εξασφαλίσει την κατάλληλη κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή;
  4. Πως θα κρίνει το Υπουργείο το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα όταν δεν επιτρέπει στα Πανεπιστήμια να επιλέγουν εκείνα πόσους και ποιούς φοιτητές θέλουν, αλλά και να διαγράφουν όσους δεν μπορούν να συνεχίσουν με τα κριτήρια που το ίδιο το Πανεπιστήμιο και τα επιμέρους Τμήματα βάζουν. Ας περιοριστεί το Υπουργείο στο να δίνει Απολυτήρια που να αντανακλούν ένα πραγματικό επίπεδο γνώσεων και ας μας αφήσει να επιλέξουμε εμείς σε επίπεδο Τμήματος αν θεωρούμε σημαντικό μάθημα τη Βιολογία ή τη Χημεία, τα Μαθηματικά ή την Εκθεση, τη ξένη γλώσσα ή την Ιστορία, ή όλα αυτά μαζί.

Τελικά υπάρχει τρόπος να γίνει αξιολόγηση; Η απάντηση είναι καταφατική αλλά χρειάζεται άλλη προσέγγιση ώστε να γίνεται με την βάση την επίτευξη των στόχων του Πανεπιστημίου, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αλλάξει οπτική γωνία του Υπουργείου: να πάψει να θεωρεί την Πανεπιστημιακή Κοινότητα ως άθροισμα «απατεώνων» που πρέπει να εντοπισθούν με βάση κάποιους δείκτες απόδοσης, αλλά να χρησιμοποιηθεί η αξιολόγηση για επιβράβευση των πιο ικανών και των πιο δραστήριων ακαδημαϊκών μονάδων μέσα από ουσιαστικά κριτήρια. Ας αναφέρω ένα παράδειγμα σχετικά με την έρευνα: κάθε νεοδιοριζόμενος συνάδελφος να δικαιούται αυτόματα ένα ποσό για 3ετή έρευνα και το αποτέλεσμα να κρίνεται στο τέλος της περιόδου αυτής ή στην επόμενη κρίση. Τα επόμενα χρόνια το ποσό αυτό να μην είναι δεδομένο αλλά να εξαρτάται από τις προτάσεις έρευνας που έχει υποβάλει, τις χρηματοδοτήσεις που έχει επιτύχει (όσο περισσότερα χρηματοδοτούμενα έργα έχει τόσο μικρότερη επιδότηση να δικαιούται από το Πανεπιστήμιο) και τις δημοσιεύσεις του.
Σε ότι αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία η αξιολόγηση θα μπορεί να γίνεται με βάση την οργάνωση του μαθήματος, το περιεχόμενο του, τις δραστηριότητες που αναπτύσσει, τα αποτελέσματα και την αξιολόγηση των φοιτητών. Όταν υπάρχουν μαθήματα όπου δεν γνωρίζει κανείς τίποτα άλλο εκτός από τον τίτλο του και την εξεταστέα ύλη από το βιβλίο του κ.Καθηγητή, χρειάζεται να το συζητάμε;;; Βέβαια από την άλλη πλευρά σε ένα Τμήμα με 450 ή έστω 150 φοιτητές και χωρίς υποστήριξη από ανθρώπινο δυναμικό και με αίθουσες ικανές να χωρέσουν όλοι, φαντάζεται κανείς ότι ο όποιος καθηγητής μπορεί να οργανώσει κάτι άλλο εκτός από τελικές εξετάσεις; Καλώς το Υπουργείο προτείνει το όριο των 80 φοιτητών ανά αίθουσα. Θα μας δώσει όμως μέσα σε 6 μήνες περισσότερες αίθουσες και διδάσκοντες για να υλοποιηθεί αυτή η ρύθμιση; Ως ανέκδοτο ακούγεται.

Όμως για να μπορούν να υλοποιηθούν τα παραπάνω καθώς και οι άλλες αλλαγές είναι απαραίτητο να υπάρξει αυξημένη χρηματοδότηση και αυτοδιοίκηση.

Με όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα και με δεδομένο ότι σήμερα οι χρηματοδοτήσεις δεν καλύπτουν ούτε τα λειτουργικά έξοδα των Ιδρυμάτων, φαίνεται να μην υπάρχει δυνατότητα επίλυσης ούτε των πλέον βασικών προβλημάτων απ’όσα αναφέρθηκαν. Βέβαια δεν αποτελεί η χρηματοδότηση πανάκεια και μόλις υπάρξουν περισσότεροι πόροι όλα θα λυθούν αυτόματα. Όμως πρέπει να υπάρξει κάποια δέσμευση για τους πόρους που θα διαθέτει το Υπουργείο Παιδείας και δεν μπορούν τα Πανεπιστήμια να συντάσσουν 4ετή σχεδιασμό όταν η Κυβέρνηση δεν έχει ούτε καν ετήσιο. Μήπως οι Υπουργοί Παιδείας και Οικονομικών μπορούν να μας πουν τι θα περιλαμβάνει ο Τακτικός Προϋπολογισμός και ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων  για τα Πανεπιστήμια για τα έτη 2007-2010;;; Ποια είναι τα όρια του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 5 του σχεδίου νόμου που κατέθεσαν; Αποτελούν όρια η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση με την έλλειψη πόρων και για τα τρέχοντα λειτουργικά έξοδα; Που είναι οι προβλέψεις για την έρευνα, τις υποτροφίες, την χρηματοδότηση των υποψηφίων διδακτόρων για παροχή διδακτικού και ερευνητικού έργου; Ποιόν νομίζουν ότι θα κοροϊδέψουν;;;;  Μόνο τα Πανεπιστήμια και τα μέλη τους έχουν υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώνουν σε συγκεκριμένο χρόνο; Η Πολιτεία δεν έχει και δεν ελέγχεται γι’αυτό;

Προφανώς χρειάζονται ταυτόχρονα και κινήσεις θεσμικού χαρακτήρα –πολλές περιγράφηκαν προηγούμενα- που νομίζω ότι έχουν μια κοινή συνιστώσα: την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ και την θεσμική ενίσχυση της εσωτερικής τους λειτουργίας ώστε να ξεκινήσει η σταδιακή αναδιοργάνωση και βελτίωση. Η ύπαρξη αυστηρού και έντονα ρυθμιστικού πλαισίου έχει αποδείξει ότι δεν βοηθάει: ούτε την διαφθορά εμπόδισε, ούτε το αποτέλεσμα βελτίωσε. Χρειάζεται πάνω απ’όλα να αφήσει τα Πανεπιστήμια να λειτουργήσουν ελεύθερα, αντί να τους προσθέτει επιπλέον κανόνες όπως φαίνεται από το Νομοσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι  γραφειοκρατικοί και μη υλοποιήσιμοι, ενώ δεν συμβάλλουν σε τίποτα στην αναβάθμιση των Πανεπιστημίων. Η προσπάθεια επιβολής ενιαίων κανόνων λειτουργίας (πχ. πόσοι φοιτητές θα κάνουν εργαστήριο ή υποχρεωτικό μάθημα) ενώ έχουμε Τμήματα με μεγάλες διαφορές σε ότι αφορά τους φοιτητές που δέχονται και το έμψυχο υλικό καθώς την υλικοτεχνική υποδομή που διαθέτουν, μόνο προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν με αποτέλεσμα να κληθούμε όλοι να παρανομήσουμε. Αυτό που χρειάζεται άμεσα η Πανεπιστημιακή Κοινότητα στο σύνολο της να αναλάβει τις ευθύνες της και να είστε σίγουροι ότι θα το κάνει εφόσον η κοινωνία και η πολιτεία την εμπιστευθεί, λύνοντας της τα χέρια. Μετά αξιολογήστε μας αν τα κάνουμε καλά. Σε αντίθετη περίπτωση να μην περιμένει η κοινωνία μας από ένα πεινασμένο και αλυσοδεμένο πουλί να πετάξει.


ΕΜΠΡΟΣ Ιούνιος 2006

Η απαξίωση του εμβληματικότερου μέτρου της νησιωτικής πολιτικής: του μεταφορικού ισοδύναμου

  Την ώρα που η Κυβέρνηση «υπερηφανεύεται» στα εθνικά και διεθνή φόρα και σε καλοπληρωμένες εκθέσεις ότι έχει νησιωτική πολιτική και μάλισ...