ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η δυσμενέστατη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα τόσο δημοσιονομικά (τεράστια ελλείμματα σε όλους τους τομείς όπως υγεία, αυτοδιοίκηση κλπ) όσο και αναπτυξιακά (αρνητικοί ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ) έχει επηρεάσει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία σε μεγάλο βαθμό (η αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας είναι τα σημαντικότερα) και μέχρι αυτή την ώρα δεν έχουν φανεί σημάδια μου να μας φανερώνουν ότι έχει ξεκινήσει η αντίστροφη πορεία ανάκαμψης.
Οι υψηλές περικοπές σε μισθούς, σε δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις που αποτέλεσαν βασικό στοιχείο της πολιτικής για την αποφυγής της χρεωκοπίας της χώρας δεν άφησαν αλώβητη της εκπαίδευση και ειδικότερα το Πανεπιστήμιο Αιγαίου: ειδικότερα η μείωση των πιστώσεων σε ύψος 30 – 40% του προϋπολογισμού για κάθε είδους δαπάνες όπως και αυτές της στέγασης και της σίτισης φοιτητών και οι περικοπές των πιστώσεων  για συμβασιούχους διδάσκοντες, οι περικοπές στα ερευνητικά προγράμματα, οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις σε συνδυασμό με τα μακροχρόνια προβλήματα στέγασης που υπάρχουν σε όλα τα νησιά όπου υπάρχουν τμήματα του Πανεπιστημίου έχουν δημιουργήσει συνθήκες «ασφυξίας» στο ίδρυμα.  Συνθήκες που δεν μπορούν παρά να επηρεάσουν αρνητικά τη ποιότητα των παρεχόμενων σπουδών (αφού πχ. έχουν περιοριστεί τα προσφερόμενα μαθήματα, υπάρχει δυσκολία στη λειτουργία των εργαστηρίων, περικόπτονται εκπαιδευτικές  δραστηριότητες) αλλά και το ερευνητικό έργο του Πανεπιστημίου.
Όμως η αντιμετώπιση του δομικού προβλήματος της ελληνικής οικονομίας που είναι η κατάρρευση του αναπτυξιακού μοντέλου  που ακολουθήθηκε τις τελευταίες δεκαετίας και στηρίχθηκε ειδικά στα νησιά στο χαμηλής εκπαίδευσης, ποιότητας και τιμής μαζικό τουρισμό και στην οικοδομή χρειάζεται στροφή στη γνώση και στη καινοτομία που μόνο ένα Πανεπιστήμιο μπορεί να δώσει. Πως θα αξιοποιήσει η Λέσβος και τα άλλα νησιά τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα που –σύμφωνα με αποτελέσματα ευρωπαϊκής μελέτης που ολοκληρώθηκε πρόσφατα από τον υπογράφοντα- είναι η φύση, ο πολιτισμός (υλικό και άυλο), το δομημένο της περιβάλλον και τα τοπικά ποιοτικά αγροτικά προϊόντα, χωρίς ανθρώπινο δυναμικό εκπαιδευμένο σε σύγχρονες επιστήμες, δεξιότητες και εργαλεία το μόνο μου μπορεί να στηρίξει την αυτοδιοίκηση, τις επιχειρήσεις και τους άλλους φορείς να αναδιαρθρωθούν ώστε να είναι περισσότερο αποτελεσματικοί και να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες ανταγωνιστικές;
Οι δυσκολίες λειτουργίας που αντιμετωπίζει σήμερα το Πανεπιστήμιο και οδήγησαν τη Σύγκλητο να αποφασίσει συμβολική αναστολή λειτουργίας για δυό ημέρες (22 και 23 Φεβρουαρίου) δεν  είναι μια εσωτερική υπόθεση. Με δεδομένο ότι το Πανεπιστήμιο αποτελεί τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή επένδυση που έγινε στο Αρχιπέλαγος του Αιγαίου τα τελευταία 30 χρόνια, η απρόσκοπτη λειτουργία του ιδρύματος και η σύνδεση του με τις τοπικές παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις του αρχιπελάγους είναι προϋπόθεση για την έξοδο από τη κρίση. 

ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ Β.ΑΙΓΑΙΟΥ, Φερβρουάριος 2011
ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Γιάννης Σπιλάνης, Επ. Καθηγητής Τμήματος Περιβάλλοντος
Εργαστήριο Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η σχέση του τουρισμού με το περιβάλλον είναι άμεση, καθώς το περιβάλλον αποτελεί τον κατεξοχήν πόρο-θέλγητρο για την τουριστική δραστηριότητα. Είναι το στοιχείο που εμπλουτίζει την ελκυστικότητα ενός προορισμού. Ως περιβάλλον θεωρείται το φυσικό και το δομημένο-πολιτιστικό περιβάλλον, δηλαδή τόσο τα στοιχεία της φύσης (βιοτικά και αβιοτικά)- το κλίμα και ο καιρός, η γη και τα εδάφη της, η τοπογραφία, η γεωλογία, το νερό, η πανίδα, η χλωρίδα και τα οικοσυστήματα, όσο και τα ανθρωπογενή στοιχεία, κυρίως όλα τα είδη κτιρίων και τα οικιστικά σύνολα, καθώς και οι αρχαιολογικοί και ιστορικοί χώροι. Ο τουρισμός μπορεί να δημιουργήσει θετικές, αρνητικές ή μη υπολογίσιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον ανάλογα με το πώς έχει σχεδιαστεί και εφαρμοστεί η ανάπτυξη του και ανάλογα με το μοντέλο ανάπτυξης που έχει ακολουθηθεί.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι αποτέλεσμα των πιέσεων που δημιουργεί ο τουρισμός στο περιβάλλον, δεδομένου ότι, όπως και κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, χρειάζεται (μαζί με το κεφάλαιο και το ανθρώπινο δυναμικό) γη και φυσικούς πόρους ως εισροές για την παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών παράγονται και κάθε είδους απόβλητα. Το «πρασίνισμα» του τουρισμού έχει ως στόχο την μείωση των πιέσεων προς το περιβάλλον μέσα από τη βελτίωση των επιδόσεων των οικονομικών δραστηριοτήτων. Ο στόχος αυτός εξυπηρετείται και από την αξιοποίηση των φυσικών πόρων για την δημιουργία τουριστικών προϊόντων ειδικού ενδιαφέροντος.

Οι περιβαλλοντικές πιέσεις που προέρχονται από τον τουρισμό είναι δύο ειδών:
-          οι μόνιμες που προέρχονται από τη δημιουργία τουριστικών υποδομών και ανωδομών, αλλά και των γενικών υποδομών που χρησιμοποιούνται από τον τουρισμό. Οι κατασκευές αυτές αλλάζουν τις χρήσεις γης, «αστικοποιώντας» το περιβάλλον, δημιουργώντας επιπτώσεις τόσο στο τοπίο (σε ό,τι αφορά στις εκτός οικισμών περιοχές), όσο και στην ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος (εντός οικισμού παρεμβάσεις).
Ισχυρότερες πιέσεις από τον τουρισμό δέχονται οι οικολογικά ευαίσθητες περιοχές όπως τα νησιά, οι παράκτιες και οι ορεινές περιοχές. Ειδικότερα στην Ελλάδα οι νησιωτικές περιοχές συγκεντρώνουν περισσότερο από το 60% της τουριστικής δραστηριότητας.

Κατά συνέπεια οι επιπτώσεις στο περιβάλλον είναι χωρικά εστιασμένες και αφορούν:
-                      την υποβάθμιση του τοπίου και την αλλοίωση των πολιτιστικών χαρακτηριστικών και μνημείων που έχουν σημαντική επίπτωση στην ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας και έχουν υποβαθμίσει άμεσα την ποιότητα του παρεχόμενου τουριστικού προϊόντος,
-                      την υποβάθμιση της φύσης (κυρίως των περιοχών με ειδικό ενδιαφέρον για τη βιοποικιλότητά τους) που δεν έχουν επιπτώσεις μόνο στην ικανότητα του περιβάλλοντος να παρέχει αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και του τουρισμού να αναπτύξει νέα προϊόντα ειδικού ενδιαφέροντος και υψηλής προστιθέμενης αξίας,
-                      την ενίσχυση της τάσης απερήμωσης -ειδικά στη μεσογειακή λεκάνη- που θα έχει σοβαρότατες συνέπειες στην ικανότητα συντήρησης της ζωής σε μεγάλες περιοχές, ειδικά αν συνεχιστούν οι κλιματικές αλλαγές,
-                      την μείωση των υδατικών αποθεμάτων και την καταστροφή του υδροφόρου ορίζοντα σε πολλές νησιωτικές και παράκτιες περιοχές, που οδηγεί εκτός από οικολογικές διαταραχές σε έργα υψηλού κόστους.

Η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων μπορεί να επιτευχθεί είτε (α) μέσα από αμιγώς περιβαλλοντικές πολιτικές, οι οποίες βρίσκουν εφαρμογή στον τουρισμό, είτε (β) μέσα από τουριστικές πολιτικές, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα περιβαλλοντικά προβλήματα και αξιοποιούν τους περιβαλλοντικούς πόρους.
Στην πρώτη περίπτωση:
Ø  ο χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί μία κατεξοχήν περιβαλλοντική πολιτική, η οποία στοχεύει στο να περιορίσει τα κακώς κείμενα του τουρισμού, με το να θέτει όρους και κανόνες για τη δόμηση, τη χωροθέτηση των μονάδων κλπ, βάσει και περιβαλλοντικών κριτηρίων. Βασικός στόχος της χωροταξίας είναι να αντιμετωπίσει εκ των προτέρων τα περιβαλλοντικά θέματα, να χωροθετήσει δηλαδή με τέτοιο τρόπο τις μονάδες και τις δραστηριότητες, ώστε να μην προκύψουν προβλήματα στο περιβάλλον του προορισμού. Ένας χωροταξικός σχεδιασμός για τον τουρισμό θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το τοπίο και να μην το αλλοιώνει, τα σημαντικά φυσικά και πολιτιστικά μνημεία της περιοχής, ούτως ώστε να τα αξιοποιεί αλλά να μην τα υποβαθμίζει, την φέρουσα ικανότητα των προορισμών ώστε να μην την υπερβαίνει κλπ.
Ø  η αξιοποίηση των αρχών της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των τουριστικών μονάδων σε ότι αφορά στη χρήση ενέργειας. Βάσει των αρχών αυτών επιτυγχάνεται η μείωση των απωλειών θερμότητας και η αύξηση της φυσικής σκίασης, έτσι ώστε να απαιτείται πολύ λιγότερη ενέργεια για την ψύξη/ θέρμανση των μονάδων, με την αντίστοιχη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Ø  η υιοθέτηση των συστημάτων περιβαλλοντικής πιστοποίησης – διαχείρισης μπορεί επίσης να συμβάλει στη μείωση των περιβαλλοντικών πιέσεων των τουριστικών μονάδων. Σύμφωνα με τις αρχές των συστημάτων αυτών (π.χ. EMAS, ISO 14001, τοπική σύμφωνα ποιότητας κ.λπ.) επιτυγχάνεται η μείωση στη χρήση νερού, ενέργειας, χημικών απορρυπαντικών, η μείωση της ποσότητας των παραγόμενων απορριμμάτων και αποβλήτων κ.λπ. Οι δράσεις αυτές στοχεύουν εκτός της περιβαλλοντικής προστασίας και στη μείωση του λειτουργικού κόστους των μονάδων, αλλά και στη βελτίωση της δημόσιας εικόνας τους προς τους τουρίστες-καταναλωτές.

Στη δεύτερη περίπτωση:
Ø  η αξιοποίηση των προστατευόμενων περιοχών και η ανάδειξή τους ως τουριστικά προϊόντα αποτελεί συνήθη διεθνή πρακτική, όπου με την ανάπτυξη μορφών τουρισμού ειδικού ενδιαφέροντος με κέντρο το περιβάλλον, μπορούν να συμβάλλουν: στη διατήρησή του περιβάλλοντος, στη διαφοροποίηση του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος, την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, στη ενίσχυση και στην διαφοροποίηση της απασχόλησης με πχ. τη δημιουργία Κέντρων Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης, τη πώληση τοπικών προϊόντων, την εισαγωγή καινοτόμων διαδικασιών παραγωγής αγαθών-υπηρεσιών, τη διαχείριση πόρων κ.λπ. Επιτυχημένα παραδείγματα ειδικών μορφών τουρισμού που αναδεικνύουν το περιβάλλον αποτελούν: η παρακολούθηση πουλιών και γενικότερα της φύσης, η ανάδειξη παραδοσιακών επαγγελμάτων-δραστηριοτήτων συνδεδεμένων με τη φύση, η ανάπτυξη περιπατητικού τουρισμού με τη συντήρηση των μονοπατιών με ταυτόχρονη ανάδειξη και άλλων στοιχείων της φύσης και του πολιτισμού, η ανάπτυξη του αγροτουρισμού με τη διατήρηση παλαιών κτισμάτων, της τοπικής γεωργικής παραγωγής μικρής κλίμακας και παραδοσιακών μονάδων και διαδικασιών επεξεργασίας τοπικών πρώτων υλών κ.λπ.
Ø  η αξιοποίηση της τοπικής βιοποικιλότητας για τη παραγωγή τοπικών προϊόντων από παραγωγικές μονάδες μικρής κλίμακας, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις περιβαλλοντικές συνθήκες και στο τοπίο της περιοχής.

Τα παραπάνω μπορούν να επιτευχθούν με:
- ενεργοποίηση των φορέων των προορισμών, ώστε η αξιοποίηση του νομοθετικού πλαισίου (πχ. Σχέδια χρήσεων γης, σχέδια διαχείρισης υδατικών πόρων, προώθηση συστημάτων ανακύκλωσης…) να επιτρέψει ταυτόχρονα την προστασία των περιβαλλοντικών πόρων και τη βελτίωση του παραγόμενου τουριστικού προϊόντος. Εργαλεία όπως τα Τοπικά Σύμφωνα Ποιότητας, η Local Agenda 21, τα ΣΧΟΟΑΠ και τα ΓΠΣ επιτρέπουν την επίτευξη των στόχων μέσα από τη διαβούλευση των τοπικών κοινωνιών.
- προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου σε εθνικό επίπεδο, ώστε να τεθούν οι βασικές αρχές προστασίας του περιβάλλοντος και να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί παρακολούθησης και ελέγχου, τόσο στη φάση της κατασκευής, όσο και στην περίοδο λειτουργίας των τουριστικών επιχειρήσεων.

Το «πρασίνισμα» των ανθρώπινων δραστηριοτήτων αποτελεί σήμερα μονόδρομο για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Το «πρασίνισμα» του τουρισμού αποτελεί και ευκαιρία για στροφή σε άλλο μοντέλο ανάπτυξης.  

ΤΟ ΒΗΜΑ, 18/6/10
Η ελληνική οικονομική κρίση και η διερεύνηση διεξόδων


Μέρος 1ο : Τα αίτια της κρίσης

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο στη χώρα μας είναι συνδυασμός τουλάχιστον τριών παραγόντων:
- της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που προσπαθώντας να εξασφαλίσει όλο και μεγαλύτερα βραχυπρόθεσμα κέρδη στο κερδοσκοπικό και τραπεζικό κεφάλαιο και στους «λειτουργούς» του (golden boys) οδήγησε σε πλήρη ανισορροπία μεταξύ πραγματικής και λογιστικής οικονομίας. Η ιδεολογική επικράτηση του νέο-φιλελευθερισμού τις τελευταίες δεκαετίες είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή μετακίνηση του κέντρου βάρους από την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων και την πραγματική οικονομία που μπορεί να τις καλύψει, στην ικανοποίηση των αγορών και στην μεγιστοποίηση των αποδόσεων του κεφαλαίου. Η «θεοποίηση» και «θεσμοποίηση» της οικονομικής αποτελεσματικότητας μέσα από την ενδυνάμωση της χωρίς περιορισμούς λειτουργίας των αγορών και ταυτόχρονα τον περιορισμό του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους όχι απλά έχει διευρύνει τις ανισότητες αλλά έχει οδηγήσει αυξανόμενα τμήματα του πληθυσμού του πλανήτη (και ειδικά των αναπτυγμένων χωρών) να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Σε μια περίοδο όπου το κράτος θα έπρεπε να διευρύνει τη δράση του ώστε να ενισχύσει τον αναδιεναμητικό του ρόλο, καλείται να μειώσει τα έσοδα του (μείωση φορολογικών συντελεστών στις επιχειρήσεις) και να περιορίσει τις δαπάνες του (προς τους ασθενέστερους) ώστε να ισορροπήσει τα οικονομικά του (περιορισμός δανεισμού). Την ίδια περίοδο όλο και περισσότερες Υπηρεσίες Δημοσίου Συμφέροντος (μεταφορές, επικοινωνίες, ενέργεια, υγεία, παιδεία, διαχείριση νερού και αποβλήτων κλπ) περνούν από το «αναποτελεσματικό» Δημόσιο στο ιδιωτικό τομέα με στόχο νέα κέρδη (που δεν προέρχονται τόσο από μια καλύτερη οργάνωση όσο από υψηλότερα τιμολόγια και κατάργηση των μην αποδοτικών υπηρεσιών).
Το ξέσπασμα της κρίσης από την αποκάλυψη της οικονομικής φούσκας που δημιουργούσε πλαστή εικόνα ανάπτυξης όχι μόνο δεν οδήγησε σε περιορισμό της ανεξέλεγκτης δράσης  του κερδοσκοπικού και τραπεζικού κεφαλαίου αλλά αντίθετα οδήγησε σε άμεση μεταφορά δημόσιων πόρων για τη στήριξη των ιδρυμάτων που παρέπαιαν και σε «αυστηροποίηση» των κανόνων για τα ελλείμματα του δημοσίου.  Δηλαδή οι υπαίτιοι της κρίσης τελικά επέβαλαν και τους κανόνες του παιχνιδιού!!!! Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι αγορές βγαίνουν περισσότερο δυναμωμένες από τη κρίση και ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει πρόταση για εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης. Ούτε η Σοσιαλοδημοκρατία ούτε η Αριστερά έχουν προτάσεις που να πείθουν, όχι βέβαια τις «αγορές», αλλά εκείνους που βιώνουν τη κρίση. Τα αποτελέσματα των εκλογών του Ευρωκοινοβουλίου αλλά και το γεγονός ότι σήμερα από τις 27 κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης οι 20 είναι συντηρητικές, ενώ η Αριστερά πιστώνεται με λιγότερο του 10% των ψήφων, δείχνουν πόσο «αδύναμες» είναι οι απόψεις αυτές μέσα στη κοινωνία.    

- της κρίσης της ελληνικής κοινωνίας που αποτυπώνεται σε δημοσιονομική κρίση ως συνδυασμός:
(α) σειράς κυβερνήσεων ευάλωτων για κάθε είδους «ρυθμίσεις» (φορολογικές και  ασφαλιστικές ρυθμίσεις, ρυθμίσεις για προμήθειες και έργα κλπ) δαπάνες και διορισμούς υπέρ των ισχυρών ομάδων πίεσης και των πολιτικών φίλων που μείωσαν τις εισπράξεις του κράτους και αύξησαν τις δαπάνες χωρίς να υπάρχει αναπτυξιακό αποτέλεσμα,
(β) ενός κρατικού μηχανισμού αυταρχικού, αναποτελεσματικού και διεφθαρμένου που εξασφαλίζει «πρόσθετα εισοδήματα» σε ιδίους και ημετέρους, αφήνοντας όμως άδεια τα κρατικά ταμεία και βάζοντας αναρίθμητα εμπόδια σε όποια εποικοδομητική προσπάθεια και τέλος
(γ) μιας κοινωνίας (ή καλύτερα ενός αθροίσματος ατόμων χωρίς συνοχή και κοινούς στόχους) που έχει εθιστεί στο να διευρύνει την οικονομική της ευημερία σε βάρος των άλλων (των «κουτόφραγκων», του κράτους, του περιβάλλοντος, των πιο αδύναμων μελών της).

- της κρίσης της παρασιτικής, κερδοσκοπικής και αντιπαραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας που ποτέ δεν απέκτησε γερές παραγωγικές ρίζες ώστε να είναι ανταγωνιστική. Η συνεχής συρρίκνωση των ανταγωνιστικών (εξαγωγικών) κλάδων οδηγεί μαθηματικά σε μείωση του ΑΕΠ, μείωση που μπορεί προσωρινά να ανακόψει η υψηλή καταναλωτική δαπάνη βασισμένη σε δανεισμό (εθνικό και ατομικό). Στη περίπτωση της χώρας μας οι επιδοτήσεις (ευρωπαϊκές και εθνικές) και η ρευστότητα από την υπεξαίρεση του δημόσιου πλούτου -που στράφηκαν κύρια στη κατανάλωση και στην απόκτηση πάγιων αγαθών (πχ. αυτοκίνητα, ακίνητα)- συνέβαλλαν προς αυτή τη κατεύθυνση. Τώρα όμως τι γίνεται;

Αν και οι 2 τελευταίοι παράγοντες έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο χρόνο, η διακυβέρνηση Καραμανλή τους έδωσε διαστάσεις εκρηκτικές με αποτέλεσμα να σκάσουν σαν ατομική βόμβα στα χέρια μας.


Μέρος2ο: Η αναγκαιότητα για αλλαγή οικονομικού μοντέλου

Η πραγματικότητα απέναντι στην οποία βρέθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ήταν το υπερβολικά υψηλό έλλειμμα του Δημοσίου Τομέα, τα άδεια ταμεία που επέβαλαν άμεσο δανεισμό τόσο για τη κάλυψη των άμεσων δαπανών του Προϋπολογισμού (μισθών και συντάξεων συμπεριλαμβανόμενων) όσο και την πληρωμή προηγούμενων δανείων. Η δήλωση Προβόπουλου ότι είχε ενημερώσει Καραμανλή-Παπανδρέου για τη κατάσταση του ελλείμματος το περασμένο Σεπτέμβριο είναι σήμερα άνευ αξίας. Χωρίς να αποτελεί δικαιολογία για το ΠΑΣΟΚ, η δήλωση αυτή μάλλον επιβαρύνει την θέση του ως επικεφαλής μιας ανεξάρτητης αρχής – της Τράπεζας της Ελλάδας - που έπρεπε να ενημερώσει εγκαίρως και με στοιχεία τον ελληνικό λαό, ενώ εκείνος λειτούργησε ως μυστικο-σύμβουλος των κομμάτων εξουσίας.

Η Κυβέρνηση φαίνεται ότι αιφνιδιάστηκε σε τρία επίπεδα που αφορούσαν: το ύψος του ελλείμματος που καθιστούσε απαραίτητο και άμεσο τον υψηλό δανεισμό, την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ζήτησε από την «κατ’ εξακολούθηση ψευδόμενη» Ελλάδα να λύσει το πρόβλημα μόνη της χωρίς την κοινοτική αλληλεγγύη και την σφοδρή επίθεση των αγορών που εκτόξευσαν τα επιτόκια δανεισμού σε ύψη απαγορευτικά συμπεριφερόμενοι ως κοινοί τοκογλύφοι. Στο έργο τους αυτό συνεπικουρούνται από τους «Οίκους Αξιολόγησης» που υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και των τραπεζών της. Είναι οι ίδιοι οίκοι που το 2007-8 βαθμολογούσαν με άριστα τις τράπεζες των ΗΠΑ την προηγούμενη ημέρα από την χρεοκοπία τους κερδίζονται τεράστια ποσά για τις «υψηλής ποιότητας» υπηρεσίες τους!!!!
   
Μπροστά σ’αυτή τη πραγματικότητα και κάτω από τις πιέσεις των πιστωτών και των Κυβερνήσεων τους που χρησιμοποίησαν ως κύριο επιχείρημα την αναξιοπιστία της χώρας (άλλωστε και άλλες χώρες έχουν υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος), η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε πολλές λύσεις: η κήρυξη χρεοκοπίας και στάσης πληρωμών που συνοδεύεται από κάθετη μείωση του βιοτικού επιπέδου (πολύ ισχυρότερη από αυτήν που προκαλούν τα σημερινά μέτρα) δεν προτάθηκε πρακτικά από καμία πλευρά. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους ακούστηκε περισσότερο, αλλά προφανώς «αποκλείστηκε» (τουλάχιστον προς το παρόν) από τους δανειστές για δύο λόγους: (α) όχι μόνο δεν ήθελαν να υποστούν ζημίες από την ελληνική κρίση, αλλά αντίθετα επιδιώκουν να κερδίσουν ακόμη περισσότερο ειδικά σε περίοδο οικονομικής ρευστότητας και (β) ήθελαν να πιέσουν αφόρητα τη Κυβέρνηση για να λάβει αυστηρότατα μέτρα περικοπών των δαπανών στον δημόσιο τομέα ώστε να εξασφαλίσουν την ομαλή ροή αποπληρωμής των δανείων για τα επόμενα χρόνια. Πάντως να υπογραμμιστεί ότι και αυτή η λύση –όπως και οποιαδήποτε άλλη μέσα σε αυτή τη συγκυρία- θα είχε ως απαραίτητο συμπλήρωμα τη δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών με τους ίδιους αποδέκτες.

Η λύση που «επιλέχθηκε» τελικά ήταν μια «ελεγχόμενη» χρεοκοπία με ένα μείγμα  δανεισμού με ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια από τον Μηχανισμό Στήριξης και υψηλές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες που πλήττουν άμεσα το σύνολο των εργαζομένων και των συνταξιούχων (μισθοί, συντάξεις, κοινωνικές παροχές, μελλοντικές συντάξεις), ενώ ενισχύουν και επιμηκύνουν χρονικά την ύφεση στην οποία έχει εισέλθει η Ελλάδα από το 2009.

Υπήρχε άλλη λύση; Ακούστηκε από πολλούς σοβαρούς αναλυτές ότι προτεραιότητα είναι η έξοδος από την ύφεση και επομένως χρειάζεται αναθέρμανση της πραγματικής οικονομίας. Εδώ τίθενται δύο ερωτήματα:
-          έχει σήμερα η Ελλάδα πραγματική παραγωγική-ανταγωνιστική οικονομία; Κανείς δεν τολμά να το υποστηρίξει, ούτε καν οι επιχειρηματίες που άλλωστε είναι (άμεσα ή έμμεσα) κρατικοδίαιτοι!!!! Ολοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού, βελτίωση της παραγωγικότητας, της καινοτομικής ικανότητας της οικονομίας, νέες πολιτικές για την ενέργεια, το περιβάλλον, τη βιομηχανία, τη γεωργία, τις ΜΜΕ, τον τουρισμό κλπ. Όμως τα μέτρα αυτά που καθυστέρησαν περισσότερο από 20 χρόνια δεν αποδίδουν από τη μια μέρα στην άλλη. Το χρόνο που είχαμε στη διάθεση μας για το σκοπό αυτό τα χρόνια που πέρασαν τον χάσαμε, όπως άλλωστε και τα χρήματα που πήγαν είτε στην κατανάλωση (στη καλύτερη περίπτωση), είτε σε διάφορες «τσέπες».
-          έχει η Ελλάδα το χρόνο να αναδιαρθρώσει τόσο το φορολογικό της σύστημα  (ώστε να γίνει κοινωνικά δίκαιο) όσο και τους ελεγκτικούς και εισπρακτικούς μηχανισμούς ώστε να εισπράξει εδώ και τώρα τα ποσά που εδώ και χρόνια έχουν υπεξαιρέσει ορισμένοι πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί και πολίτες; Η απάντηση είναι αρνητική, αφού χρειάζονταν άμεσα «ζεστό χρήμα» που εξασφαλίζει μόνο η περικοπή δαπανών. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία το θέλει πραγματικά –και θα κριθεί γι’αυτό- η απόδοση των όποιων μέτρων θα καθυστερήσει. Αν όμως τα μέτρα αποδώσουν, τότε το περί δικαίου αίσθημα θα ικανοποιηθεί και θα υπάρξουν σοβαρά περιθώρια για ουσιαστική αλλαγή της σημερινής πολιτικής με μια πολιτική ενίσχυσης της ανάπτυξης και των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων.

Η άποψη μας είναι ότι στη σημερινή συγκυρία λύση που να προασπίζει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα των «μη εχόντων και μη κατεχόντων» δεν υπάρχει μέσα στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση δεν έχει άλλο στόχο από την αναδιανομή του εισοδήματος προς την άλλη κατεύθυνση και μόνο όταν η συγκυρία ευνοεί «μοιράζει» αγοραστική δύναμη. Μια ουσιαστικά διαφορετική πολιτική προϋποθέτει ότι τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο η κυρίαρχη άποψη θα ήταν διαφορετική. Προϋπόθεση που δεν υφίσταται, το αντίθετο μάλιστα: όλες οι μεγάλες χώρες ετοιμάζονται να ενισχύσουν τα μέτρα λιτότητας στις χώρες τους «αξιοποιώντας» το παράδειγμα της Ελλάδας. Καμία συγκροτημένη αντίθετη άποψη στο κυρίαρχο μοντέλο δεν φαίνεται να υπάρχει, ενώ ούτε το σλόγκαν «δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους» που ακούγεται σε διάφορες παραλλαγές από αριστερά κόμματα ανά την Ευρώπη (τη δυτική μόνο γιατί οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης ακόμη τρέμουν τις «σοσιαλιστικές πολιτικές» του πρόσφατου παρελθόντος).φαίνεται να πείθει τους πολίτες που «καταφεύγουν» σε ακόμη συντηρητικότερες οικονομικο-πολιτικές επιλογές.

Όμως τίποτα δεν θα αλλάξει αν οι πολίτες δεν πεισθούν για κάτι βασικό: ότι η έννοια της ευημερίας δεν ταυτίζεται με περισσότερα εισοδήματα, με μεγαλύτερο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), με μεγαλύτερη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Πρέπει να πεισθούν ότι το «αμερικανικό όνειρο» είναι για λίγους, ενώ οι πολλοί ζουν και θα ζουν το «αμερικανικό δράμα»: χωρίς καθόλου ή με χαμηλά εισοδήματα, χωρίς ή με χαμηλής ποιότητας κατοικία, χωρίς κοινωνικό δίχτυ προστασίας (όπως πχ. είναι οι δωρεάν υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος που απολάμβαναν για πολλές δεκαετίες οι πολίτες στις σοσιαλο-δημοκρατίες κυρίως των σκανδιναβικών χωρών) αλλά με ακριβές ιδιωτικές υπηρεσίες, σε ένα περιβάλλον που επιδεινώνει τη ποιότητα ζωής και πολλά άλλα που τελικά υποσκάπτουν την πραγματική ευημερία.

    
Μέρος 3ο: Η Βιώσιμη Ανάπτυξη αποτελεί εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο;

Παράλληλα με την οικονομική κρίση συνεχίζει να εντείνεται η περιβαλλοντική κρίση. Οι αλλεπάλληλες εκθέσεις όλων ανεξαιρέτως των διεθνών οργανισμών –που το τελευταίο που μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς είναι η «εναλλακτική» τους προσέγγιση – υπογραμμίζουν ότι η διατάραξη των λειτουργιών του οικοσυστήματος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που δημιουργεί προβλήματα με αιχμή του δόρατος αυτά που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή και υποσκάπτουν αυτή καθ’ αυτή την οικονομική πρόοδο. Κατά συνέπεια, οι όποιες σκέψεις για αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης πρέπει να συμπεριλάβει απαραίτητα και τα θέματα περιβάλλοντος.

Η εμφάνιση της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης πριν 20 περίπου χρόνια δημιούργησε αρχικά ευφορία για τη δυνατότητα συνδυασμού οικονομικής ανάπτυξης και διατήρησης του περιβάλλοντος με στόχο την κοινωνική ευημερία. Η έννοια ήρθε ως αμφισβήτηση της έννοιας της οικονομικής ανάπτυξης που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στη σταθερή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Άλλωστε, με βάση τον τρόπο υπολογισμού του, το ΑΕΠ που μετρά μόνο ό,τι παράγεται και διακινείται μέσα από την αγορά δεν μπορεί να θεωρείται ως ο βασικός δείκτης ευημερίας, αλλά απλά ένας δείκτης παραγωγής.

Την ίδια περίοδο οι οικονομικές πολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο «θεοποιούν» την αποτελεσματικότητα των αγορών σε βάρος της μη αποτελεσματικής κρατικής ρύθμισης εστιάζοντας την προσοχή τους στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, ενώ η μεγιστοποίηση των επιχειρηματικών κερδών αντικατέστησε το στόχο της κοινωνικής ευημερίας (βλέπε απασχόληση, εισοδήματα). Η διείσδυση των περιβαλλοντικών «ανησυχιών» στο οικονομικό οικοδόμημα, παρά την υπέρμετρη χρήση του όρου της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα περιορισμένη σε τομείς όπου δεν διαταράσσεται η «παντοκρατορία» της αγοράς, αλλά αντίθετα δημιουργεί ευκαιρίες για περισσότερα κέρδη στους καινοτόμους που υιοθετούν νέες «καθαρές» τεχνολογίες και παράγουν προϊόντα φιλικά ως προς το περιβάλλον. Όμως, η ανάπτυξη της πράσινης οικονομίας δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι κατάλληλη για να υποστηρίξει μια εντελώς διαφορετική πολιτική, ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης και δεν αποτελεί ένα «πράσινο» άλλοθι στον νεοφιλελευθερισμό. Η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης «εισέβαλε» στο επιστημονικό λεξιλόγιο αλλά και στην καθημερινή συζήτηση στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν τα περιβαλλοντικά προβλήματα φαινόταν να παίρνουν σημαντικές διαστάσεις και άρχισαν να απειλούν την ευημερία των κατοίκων του πλανήτη μας. Η έκθεση της Επιτροπής Brundtland όρισε τη Βιώσιμη Ανάπτυξη ως «την ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακινδυνεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Η έννοια των «αναγκών» αναφέρεται στις βασικές ανάγκες των ανθρώπων όπως η ένδυση, η στέγαση, η διατροφή και η εκπαίδευση, στην ικανοποίηση των οποίων πρέπει να δοθεί προτεραιότητα[1]. Η έννοια της ικανοποίησης των αναγκών της παρούσας (ενδογενεακή ισότητα) αλλά και των μελλοντικών γενεών αναφέρεται στη μακροχρόνια προοπτική που πρέπει να έχει η ανάπτυξη (διαγενεακή ισότητα). Όμως η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών (βασικών και μη) πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια αντοχής του οικοσυστήματος, δηλαδή του συστήματος που υποστηρίζει τη ζωή παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής επέκταση του οικονομικού συστήματος επ’ αόριστο, ενώ δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι ήδη χρησιμοποιούμε περισσότερους πόρους απ’ όσους αναπαράγει η φύση (ανανεώσιμοι πόροι), ενώ παράγουμε και περισσότερα απόβλητα απ’ όσα μπορεί να απορροφήσει το οικοσύστημα και ότι αν δεν μειωθεί άμεσα και δραστικά η οικονομική δραστηριότητα, το οικοσύστημα θα καταρρεύσει.

Κατά συνέπεια η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα:
-      οικονομικά αποτελεσματική, δηλαδή να παράγει το μέγιστο του προϊόντος με τις διαθέσιμες εισροές και την υπάρχουσα τεχνολογία, ώστε να μην υπάρχει σπατάλη των πολύτιμων και σε ανεπάρκεια πόρων. Η έννοια αυτή δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παράγουμε περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή να αυξάνουμε το ΑΕΠ, ενώ εφόσον διαπιστώνεται ότι έχουμε υπερβεί τα οικολογικά όρια η χρήση πόρων πρέπει να μειωθεί.
-      κοινωνικά δίκαια, δηλαδή να διαχέει τα οφέλη σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα οποία θα πρέπει όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά να καλύπτουν αξιοπρεπώς τουλάχιστον τις βασικές τους ανάγκες. Επομένως, είναι απαραίτητο όπως το παραγωγικό σύστημα προσαρμοστεί, ώστε να τείνει προς εξάλειψη η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι εισοδηματικές ανισότητες, να διευκολύνεται η πρόσβαση σε σωστές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, πολιτισμού, αναψυχής και γενικά να ικανοποιούνται τα ελάχιστα επίπεδα ασφάλειας και σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
-      περιβαλλοντικά βιώσιμη, δηλαδή να επιτρέπει τη διατήρηση τουλάχιστον του ελάχιστου φυσικού κεφαλαίου που είναι απαραίτητο, ώστε να διατηρούνται οι λειτουργίες του που είναι απαραίτητες για την ανθρώπινη ευημερία. Η διατήρηση των περιβαλλοντικών λειτουργιών επιτρέπει τόσο την παροχή πόρων (όπως νερό, έδαφος, οξυγόνο), απαραίτητων για την ανθρώπινη ζωή και την παραγωγή αγαθών (πχ. τροφίμων) όσο και την παροχή υπηρεσιών, όπως η αφομοίωση αποβλήτων (πχ. δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, αποδόμηση στερεών αποβλήτων), η ρύθμιση του κλίματος, η επικονίαση, η παροχή υπηρεσιών αναψυχής, η ύπαρξη βιοτόπων ικανών για τη διατήρηση της χλωρίδας και της πανίδας, η διατήρηση της τροφικής αλυσίδας κλπ. Η διατάραξη ή ακόμη περισσότερο η αναστολή μιας των λειτουργιών αυτών που παρέχονται δωρεάν στον άνθρωπο δημιουργούν περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά προβλήματα, ενώ μπορεί να απειλήσουν αυτή καθαυτή τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη.

Δεν είναι λίγοι που υποστηρίζουν ότι η χρήση του όρου «βιώσιμη ανάπτυξη» είναι κενή περιεχομένου μια και δεν είναι δυνατόν να συμβαδίσουν οικονομική ανάπτυξη και διατήρηση του περιβάλλοντος, αλλά αποτελεί άλλοθι για όσους δεν θέλουν να ανακόψουν την τάση για παραγωγή συνεχώς περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών προωθώντας ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι «ουτοπία» να αναμένεται ο συμψηφισμός των οικονομικών στόχων με τους περιβαλλοντικούς και τους κοινωνικούς, εξ αιτίας της δύναμης που έχουν οι οικονομικά ισχυροί του πλανήτη. Άλλωστε ουτοπία δεν θεωρείται και η εφαρμογή μιας πραγματικά προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής; Μήπως όμως η σημερινή κρίση πρέπει να κάνει να σκεφτούμε ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο προσέγγισης; Οι μεγάλες κρίσεις δεν φέρνουν και τις μεγάλες ανατροπές; Η εφαρμογή της έννοιας της Βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί μια μεγάλη ανατροπή που όμως σήμερα έχει γίνει αναγκαιότητα.

Μάιος 2010


[1] Η αντιμετώπιση της φτώχειας δεν έχει μόνο κοινωνικό περιεχόμενο μια και έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει στενή αιτιώδης σύνδεση φτώχειας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ

Χωρίς καμία αμφιβολία η οικονομική κρίση που ξεκίνησε ως χρηματιστηριακή φούσκα έχει επηρεάσει την πραγματική οικονομία όλων των χωρών, αναπτυγμένων και μη, με εμφανή τα σημάδια σε ότι αφορά τη μείωση των εισοδημάτων και κατά συνέπεια της παραγωγής, το κλείσιμο ή την επιβράδυνση της παραγωγής πολλών επιχειρήσεων με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, την αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων με συνέπεια τη πίεση για μείωση των κρατικών δαπανών.

Οι νησιωτικές οικονομίες – που θεωρούνται ιδιαίτερα εύθραυστες γιατί στηρίζονται σε πολύ περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ο τουρισμός– δεν ήταν δυνατόν να μην έχουν υποστεί τις συνέπειες αυτές. Αν και τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί μέχρι σήμερα είναι ελάχιστα για να τεκμηριωθεί κάποια άποψη, φαίνεται ότι σημαντικότερα προβλήματα εμφανίζονται στα νησιά που έχουν περισσότερο διεθνοποιημένη οικονομία και είναι κατά συνέπεια περισσότερο εκτεθειμένα στις παγκόσμιες ανακατατάξεις. Στα άλλα νησιά όπου κυριαρχούν στρατηγικές επιβίωσης με περιορισμένες ανταλλαγές, οικογενειακή απασχόληση αλλά και χαμηλότερες εισοδηματικές προσδοκίες, η συνέπειες της κρίσης είναι σαφώς ηπιότερες.

Ετσι στη πλειοψηφία τους τα νησιά της Μεσογείου αισθάνθηκαν τις συνέπειες της κρίσης με τη μείωση του διεθνούς τουρισμού: οι «ναυαρχίδες» του μεσογειακού τουρισμού Βαλεαρίδες, Κρήτη, Κύπρος, Μάλτα, Κέρκυρα και Ρόδος είχαν σημαντικότατες απώλειες (διψήφιο ποσοστό) τόσο σε αφίξεις τουριστών όσο και σε έσοδα αφού η κρίση στις χώρες προορισμού -και κύρια στη Μ.Βρετανία και στη Γερμανία- είχε ως συνέπεια τη μείωση των διακοπών στο εξωτερικό αλλά και των δαπανών, ενώ οι Τουρ-Οπερειτορ επωφελήθηκαν για να μειώσουν τις τιμές των συμβολαίων. Αντίθετα η Κορσική που αποτελεί παραδοσιακά προορισμό κυρίως των Γάλλων και λιγότερο των γειτόνων της από την Ιταλία με συνέπεια να εξαρτάται λιγότερο από τα διεθνή πρακτορεία σημείωσε αύξηση της τάξης του 9%!!! Κάτι παρόμοιο συνέβη και στη χώρα μας σε περιοχές που βασίζονται κυρίως σε εσωτερικό τουρισμό

Στην Ελλάδα, όπου ο τουρισμός βρίσκεται σε κρίση εδώ και πολλά χρόνια, τα τελευταία στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) δείχνουν σοβαρή κάμψη σε όλους τους σημαντικούς προορισμούς πλην Ρόδου για το 2009. Όμως ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του αριθμού των διανυκτερεύσεων υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στις εισπράξεις των τουριστικών επιχειρήσεων και ειδικά των ξενοδοχείων με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο αριθμός των μονάδων που βρίσκεται σε πώληση. Τέλος, στη προσπάθεια τους οι τουριστικές επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος λειτουργίας τους υποβαθμίζουν τις υπηρεσίες τους χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων προσωπικό «χαμηλού κόστους», δηλαδή ανασφάλιστους αλλοδαπούς αλλά και έλληνες με χαμηλά μεροκάματα.

Καθίζηση από τη κρίση έχει υποστεί και η οικοδομή, η άλλη κινητήρια δύναμη των νησιωτικών οικονομιών. Το γεγονός ότι η κρίση πυροδοτήθηκε από την αδυναμία εξόφλησης δανείων για κατοικία που έπληξε ειδικά τράπεζες που χρηματοδοτούσαν το real estate, η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, η ανασφάλεια για τα μελλοντικά εισοδήματα ήταν λογικό να πλήξουν τον κατασκευαστικό τομέα και ειδικά αυτόν της εξοχικής κατοικίας που αφορά κυρίως τα νησιά.

Σε νησιά όπως η Λέσβος με πρωτογενή παραγωγή, η κρίση ήρθε απλά να χειροτερεύσει την κατάσταση στις τιμές των προϊόντων όπως το λάδι, το γάλα ή το κρασί. Η συμπίεση των τιμών των προϊόντων αυτών είναι εφικτή καθόσον υπάρχει σημαντικός ανταγωνισμός στη προσφορά πρώτης ύλης από χώρες με χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Η κρίση φαίνεται να αναδεικνύει εντονότερα τα αδιέξοδα του αναπτυξιακού μοντέλου των νησιών που προσπαθεί να στηριχθεί από τη μια πλευρά στη παραγωγή χαμηλού κόστους τουριστικού προϊόντος «ήλιου και θάλασσας» με ανειδίκευτους επιχειρηματίες και εργαζόμενους και από την άλλη πλευρά «αξιοποιώντας» (εκποιώντας) τη γη και μετατρέποντας την σε «μεζονέτες».

Τα νησιά πρέπει να στηρίξουν την ανάπτυξη του στην αξιοποίηση των περιορισμένων αλλά πολύτιμων φυσικών και πολιτιστικών πόρων τους παράγοντας ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες. Κλειδί στη διαδικασία αυτή είναι η ουσιαστική αναβάθμιση των γνώσεων και δεξιοτήτων του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και η βελτίωση της ελκυστικότητας των νησιών ώστε να προσελκύσουν ανθρώπους που θα συμβάλλουν στην εισαγωγή καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία.

Η κρίση θα βοηθήσει να υπάρξει αλλαγή κατεύθυνσης ή θα οδηγήσει τα νησιά μια μια νέα κρίση παρόμοια με αυτήν που βίωσαν μεταπολεμικά και οδήγησε σε απώλεια του μισού ενεργού πληθυσμού;

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ, Γενάρης 2010
ΖΗΤΕΙΤΑΙ …..ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΙΙ)


Για να προχωρήσει ένα αναπτυξιακό σχέδιο, που να ετοιμάζει τα νησιά για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων του 21ου αιώνα και όχι απλά να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του 20ου, χρειάζεται να γίνει υπέρβαση των σημερινών «κλισέ» και να υιοθετηθούν καινοτόμες ιδέες. Οι ιδέες αυτές θα πρέπει να μεταμορφώνουν τα χαρακτηριστικά των νησιών από μειονεκτήματα σε πλεονεκτήματα, ώστε να βελτιώσουν την ελκυστικότητα τους, μέσα σ’ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και να αρθρώνονται σε μια ολοκληρωμένη νησιωτική πολιτική.

Εφόσον τα νησιά δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες χαμηλού κόστους (συμπεριλαμβανόμενου πλέον και του τουρισμού), αφού οι ανταγωνίστριες χώρες έχουν πολύ χαμηλό εργατικό και γενικότερα λειτουργικό κόστος, πρέπει να στραφούν στην ποιοτική και εξειδικευμένη (διαφοροποιημένη) παραγωγή, αξιοποιώντας τους φυσικούς και πολιτιστικούς τους πόρους, που αποτελούν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα.

Οι παρεμβάσεις στον τουρισμό είναι σήμερα περισσότερο από αναγκαίες. Η κρίση ποιότητας και ταυτότητας των ελληνικών προορισμών, που αποτυπώνεται, όχι μόνο με αυξομειώσεις στις αφίξεις, αλλά κυρίως  με τις τιμές των συμβολαίων με τους Tour-Operators, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν κατέβει κάτω από τα 10€ ανά άτομο, δεν διορθώνονται απλά με περισσότερη διαφήμιση. Χρειάζονται ουσιαστικές παρεμβάσεις στο παραγόμενο προϊόν και στις επιμέρους δραστηριότητες που το απαρτίζουν, για να ξαναγίνει ανταγωνιστικό. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων αποτελεί τον πρώτο άξονα, στον οποίο επικεντρώνεται η δράση των διαρθρωτικών ταμείων με βάση τους νέους κανονισμούς

Το προϊόν χρειάζεται διαφοροποίηση και εμπλουτισμό και αυτό μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των πόρων που διαθέτει κάθε περιοχή. Η αξιοποίηση των πόρων (σ’αυτούς περιλαμβάνονται και η γαστρονομία, δηλαδή τρόφιμα – ποτά που αποτελούν τη βάση του α’γενούς τομέα και της μεταποίησης) μαζί με τα αναγκαία έργα υποδομής μπορεί να αποτελέσει έναν άξονα ολοκληρωμένης δράσης ενός επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι προσφερόμενες δραστηριότητες, που συνδυαζόμενες σχηματίζουν το προϊόν, χρειάζονται ποιοτική αναβάθμιση. Τα τοπικά σύμφωνα ποιότητας και τα σήματα κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων μπορούν να δώσουν απάντηση στο διπλό πρόβλημα βελτίωσης της ποιότητας και διαφοροποίησης της παραγωγής. Μια δράση που ασφαλώς μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενός άλλου άξονα παρέμβασης.

Ανάλογες παρεμβάσεις χρειάζονται και στον πρωτογενή τομέα: η επιβίωση του συνδέεται άμεσα με την δυνατότητα παραγωγής προϊόντων που ξεχωρίζουν για την ποιότητα τους και τα τοπικά μοναδικά τους χαρακτηριστικά. Η ουσιαστική αξιοποίηση του συλλογικού κεφαλαίου που λέγεται λαδοτύρι Μυτιλήνης, κρασί Σάμου, φάβα Σαντορίνης, λάδι Ζακύνθου κλπ προς όφελος των παραγωγών αλλά και του συνόλου της τοπικής κοινωνίας χρειάζεται ειδική δράση, που το Υπουργείο Γεωργίας δεν φαίνεται ικανό να την υποστηρίξει.

Οι φυσικοί πόροι και το περιβάλλον γενικότερα, δεν αποτελούν μόνο τον 2ο σε σπουδαιότητα άξονα των διαρθρωτικών ταμείων. Αποτελούν, μαζί με το ανθρώπινο δυναμικό, τους κρίσιμους παράγοντες της αναπτυξιακής διαδικασίας, ειδικά στα νησιά, αφού σ’αυτούς στηρίζεται η τουριστική ανάπτυξη, αλλά και αυτή η επιβίωση των κατοίκων. Και εδώ χρειάζεται αλλαγή πλεύσης, από την υπερκατανάλωση των πόρων, σε πολιτικές εξοικονόμησης, ανακύκλωσης και γενικότερα καλύτερης διαχείρισης. Χρειάζεται άλλη φιλοσοφία παρέμβασης, που θα οδηγήσει σε επάρκεια νερού, σε μείωση του όγκου των σκουπιδιών, σε προστασία του τοπίου, σε καθαρότερες θάλασσες, αλλά και σε μικρότερης κλίμακας και κόστους έργα υποδομών.

Τομή χρειάζεται και η αντιμετώπιση του ανθρώπινου δυναμικού, υποστήριξης επιχειρηματιών, εργαζομένων και ανέργων αν θέλουμε να συνεχίσουν να υπάρχουν δραστηριότητες στα νησιά και να σταματήσει η γήρανση του πληθυσμού που σε ορισμένα ίσως έχει πάρει διαστάσεις μη αναστρέψιμες. Τα προγράμματα πρέπει να ανασχεδιαστούν, να γίνουν ουσιαστικά και ευέλικτα, ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες και να φτάνουν μέχρι και στο τελευταίο νησί. Οι νέες τεχνολογίες των υπολογιστών και των επικοινωνιών μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε προγράμματα συνεχούς κατάρτισης εργοδοτών, εργαζομένων και ανέργων από απόσταση.

Τα παραπάνω απαιτούν στροφή μακριά από το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο, που βασίζεται κύρια στη προσπάθεια προσέλκυσης χαμηλού κόστους τουρισμού αλλά και παραθερισμού το οποίο έχει ως άμεση συνέπεια την ενίσχυση του κατασκευαστικού τομέα και του εμπορίου, αλλά όχι του λοιπού παραγωγικού ιστού.

Βέβαια, η όλη συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί στη δυνατότητα χρηματοδότησης από το 4ο ΚΠΣ ή άλλα προγράμματα. Χρειάζεται να διαμορφωθεί ένα πλέγμα παρεμβάσεων και θεσμικών (νομοθετικών) ρυθμίσεων, που άλλες αποτελούν αρμοδιότητα της ΕΕ και άλλες της ελληνικής κεντρικής διοίκησης, έτσι ώστε το συμφωνημένο «όραμα» να πάρει σάρκα και οστά. Εδώ ο ρόλος του Υπουργείου είναι καθοριστικός.

Πρέπει να μπορέσει να πείσει ότι η διαφορετικότητα του νησιωτικού χώρου απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις σε πολλούς τομείς: από το πώς λειτουργεί η διοίκηση και πως κατανέμονται οι αρμοδιότητες μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διοίκησης (η θεώρηση του νησιού ως διοικητικής ενότητας με την υψηλότερη δυνατή διοικητική αυτοτέλεια), η πολιτική στους τομείς φορολογίας, η εφαρμογή της έννοιας των υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος σε ότι αφορά τις υπηρεσίες μεταφορών, επικοινωνιών, ενέργειας, υγείας, παιδείας, κατάρτισης, κοινωνικής πρόνοιας. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να είναι αξιόπιστες, να καλύπτουν τις ανάγκες επιχειρήσεων και να παρέχουν αίσθημα ασφάλειας στους κατοίκους. Τότε μόνο τα νησιά θα γίνουν ελκυστικά όχι μόνο για καλοκαιρινές διακοπές.

Η στροφή αυτή δεν μπορεί να γίνει εύκολα και γρήγορα, μια και προσκρούει σε αντιλήψεις και πρακτικές πολλών ετών, τόσο της διοίκησης, όσο και των επιχειρηματιών, αλλά και των απλών πολιτών. Επομένως, χρειάζεται άμεσα να ξεκινήσει διάλογος μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, ώστε να αναδειχθούν τα αδιέξοδα του σημερινού μοντέλου, οι αιτίες που τα προκαλούν, οι εναλλακτικές δυνατότητες και οι τρόποι χρηματοδότησης και εφαρμογής της νέας στρατηγικής. Χρειάζεται πάνω απ’όλα έναν φορέα που θα ενστερνιστεί τη πολιτική αυτή και θα αναλάβει τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση της υλοποίησης της.

Μπορεί να εξυπηρετήσει τα όσα αναφέρθηκαν η συγχώνευση του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής με αυτό της Εμπορικής Ναυτιλίας; Μένει να αποδειχθεί αν θα μπορέσει να εξυπηρετήσει έστω τον πρώτο προφανή στόχο για τον οποίο αποφασίσθηκε η συγχώνευση, δηλαδή να συμβάλλει στην αναβάθμιση της ακτοπλοΐας, αλλά και της τροφοδοσίας των νησιών που παρουσιάζουν τόσα προβλήματα τα τελευταία χρόνια.
Γιατί εξυπηρέτησε τους στόχους αυτούς τόσα χρόνια το αυτόνομο Υπουργείο, θα ρωτήσει ο δύσπιστος. Η απάντηση είναι ότι η αυτονομία δεν αποτελεί πανάκεια. Μέχρι τώρα, το πρόβλημα αποτελεσματικότητας του Υπουργείου Αιγαίου οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή μιας οριζόντιας ολοκληρωμένης Νησιωτικής Πολιτικής, δηλαδή μιας πολιτικής που «εμπλέκεται στα πόδια» των κλαδικών πολιτικών (Γεωργίας, Ενέργειας, Υγείας κλπ).

Επομένως, κυρίαρχο ερώτημα παραμένει το αν υπάρχει πολιτική βούληση για Νησιωτική Πολιτική. Αν απαντηθεί καταφατικά, τότε πρέπει να δημιουργηθεί  το κατάλληλο ειδικό διοικητικό σχήμα που θα επιτρέπει την εφαρμογή της: δύο πιθανές λύσεις θα μπορούσαν να είναι,
·         είτε ένα αυτόνομο Υπουργείο με ενισχυμένες αρμοδιότητες στην χάραξη και εφαρμογή πολιτικών και ανάλογη στελέχωση,  υποστηριζόμενο επιπλέον από ομάδα ειδικών επιστημόνων,
·         είτε η σύνδεση του με το ισχυρό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που έχει στην αρμοδιότητα του την περιφερειακή πολιτική της χώρας και μπορεί ευκολότερα να «επιβάλει» πολιτικές.

Ελπίζοντας ότι, έστω και μετά από 20 χρόνια, το Υπουργείο Αιγαίου θα βρεί το ρόλο του, ως φορέα παραγωγής νησιωτικής πολιτικής, αναμένομεν……

Εμπρός, Σεπτέμβριος 2007
ΖΗΤΕΙΤΑΙ …… ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Η αλλαγή φρουράς σε ένα Υπουργείο αποτελεί ευκαιρία για απολογισμό και αξιολόγηση του έργου που έχει υλοποιηθεί και σκέψεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον. Και δεν έχει τόση σημασία το τι λένε ο απερχόμενος και ο «εισερχόμενος» Υπουργός, όσο το τι λέει η κοινωνία- συνήθως μέσω των οργανωμένων εκφραστών της (βουλευτές, τοπικοί άρχοντες, επιχειρηματίες, πολιτιστικοί και αθλητικοί σύλλογοι κλπ)- που προσδοκά αντιμετώπιση των προβλημάτων της για μια καλύτερη ζωή.

Η αλλαγή φρουράς στο τέως Υπουργείο Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής που έχασε το πρώτο του συνθετικό και ενσωματώθηκε στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας παρουσιάζει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ειδικά για εμάς τους νησιώτες. Παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί μετά από τα 22 χρόνια ύπαρξης του φαίνεται να μπαίνουν σε εφαρμογή οι σκέψεις που έχουν εκφραστεί πολλές φορές στο παρελθόν – σχεδόν κάθε φορά που υπήρχε νέα κυβέρνηση - για κατάργηση του. Ποιος δεν θυμάται τι συνέβη όταν ανέλαβε πρωθυπουργός ο Κ.Μητσοτάκης που αφού ανακοίνωσε πρώτα τη κατάργηση του, στη συνέχεια –και μετά από τις αντιδράσεις αιγαιοπελαγιτών πολιτικών, των επαγγελματικών φορέων και των υπαλλήλων- το ανέλαβε για να το αναβαθμίσει!!!!!!

Οι σκέψεις αυτές, που πολλές φορές έχουν γίνει και για το «αδελφό» Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, βασίζονται στις αμφιβολίες που έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για τον αν σήμερα υφίστανται οι λόγοι που οδήγησαν στην ίδρυση των δύο αυτών ιδιότυπων «χωρικών» Υπουργείων. Αξίζει να σημειωθεί ότι χωρικά υπουργεία υπήρξαν στο παρελθόν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες για αντιμετώπιση των ειδικών (πολιτικών και αναπτυξιακών) προβλημάτων που παρουσίαζαν οι αποικίες τους, που συχνά ήταν ….. νησιά!!!

Δεν νομίζω ότι κανείς θα αμφισβητήσει ότι και τα δύο Υπουργεία δημιουργήθηκαν κυρίως για πολιτικούς λόγους, τον εκ βορρά και τον εξ ανατολών κίνδυνο, αλλά και για αναπτυξιακούς. Όμως αν σκεφτεί καλύτερα και κάνει έναν σοβαρό απολογισμό του έργου τους τόσο σε θέματα πολιτικής όσο και σε θέματα ανάπτυξης, θα διαπιστώσει ότι το έργο τους είναι ιδιαίτερα «φτωχό» και μάλλον θα καταλήξει στη σκέψη ότι και τα δύο δημιουργήθηκαν κυρίως για λόγους επικοινωνιακούς και μάλιστα «εσωτερικής κατανάλωσης». Αλλωστε αυτός είναι ο λόγος της διατήρησης ως αυτόνομου του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης σήμερα .

Μα θα ρωτήσετε όποιο Υπουργείο δεν παράγει αξιόλογο έργο, δεν παράγει πολιτική θα πρέπει να καταργείται; Η απάντηση είναι ότι τα κλαδικά Υπουργεία (πχ. Παιδείας, Υγείας, Αγροτικής Ανάπτυξης) ακόμη και αν παράγουν κακή πολιτική και οι πολίτες είναι άκρως δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία τους – και είμαστε πολλοί σε αυτή τη κατηγορία- δεν μπορούν να «κλείσουν» γιατί έχουν να διεκπεραιώσουν ένα καθημερινό έργο διαχείρισης των αντίστοιχων τομέων.

Για τα «χωρικά» Υπουργεία δεν ισχύει το ίδιο για 2 λόγους:
-          πρώτο γιατί υπάρχουν τα κλαδικά υπουργεία που έχουν τις σχετικές αρμοδιότητες, περισσότερους υπαλλήλους και πολύ περισσότερα κονδύλια για την άσκηση της ίδιας πολιτικής. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι τα κεντρικά υπουργεία μπορούν να τα κάνουν περισσότερο αποτελεσματικά ιδιαίτερα όταν πρόκειται για διαχείριση των υφιστάμενων και όχι για σχεδιασμό νέας ή ειδικής πολιτικής. Για παράδειγμα η σύλληψη, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της Εγνατίας Οδού δεν μπορούσε να ήταν ποτέ έργο του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης.
-          δεύτερο γιατί υπάρχουν οι περιφέρειες, οι αιρετές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (που δεν υπήρχαν όταν ιδρύθηκαν τα Υπουργεία αυτά) και οι διευρυμένοι-ενισχυμένοι ΟΤΑ για την χρηματοδότηση και κατασκευή έργων τοπικής σημασίας (όπως πχ. η κατασκευή ενός λιμανιού, η χρηματοδότηση ενός βιολογικού, η επισκευή ενός μνημείου) ή για την επίλυση τοπικών προβλημάτων (πχ. κάλυψη κενών στα ιατρεία ή στα σχολεία, αύξηση των δρομολογίων των πλοίων).

Τα χωρικά Υπουργεία δεν έχουν λόγο ύπαρξης απλά για τη διαχείριση των προβλημάτων της καθημερινότητας είτε δια αιτημάτων του κ.Υπουργού στους συναδέλφους του (αυτό μπορεί και νομιμοποιείται να το κάνει ο Δήμαρχος, ο Νομάρχης, ο Βουλευτής), είτε να χρηματοδοτήσει από τον ισχνό προϋπολογισμό τους (μικρότερο και από αυτόν ορισμένων μεγάλων νησιωτικών δήμων) έργα τοπικής σημασίας. Τα παραπάνω το μόνο που εξυπηρετούν είναι η ενίσχυση των πελατειακών σχέσεων.

Τα χωρικά Υπουργεία έχουν λόγο ύπαρξης μόνο όταν υπάρχει αναγκαιότητα για ειδική πολιτική, απαραίτητη για να αντιμετωπίσει ειδικά προβλήματα που σχετίζονται με ειδικά χαρακτηριστικά μιας ευρύτερης περιοχής. Και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την αναγκαιότητα ύπαρξης Υπουργείου Μακεδονίας – Θράκης αφού είναι δύσκολο να στοιχειοθετηθεί η αναγκαιότητα ειδικής πολιτικής (άραγε γιατί όχι και Ηπείρου που έχει και εξωτερικά σύνορα και αναπτυξιακά προβλήματα;), δεν ισχύει το ίδιο για την νησιωτική Ελλάδα. Οι ιδιαιτερότητες του νησιωτικού χώρου, η «νησιωτικότητα» όπως επικράτησε να λέγεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αν κανείς ανατρέξει σε αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ήδη από το Συμβούλιο Κορυφής της Ρόδου το 1989 με τον Α.Παπανδρέου), απαιτούν ειδική ολοκληρωμένη πολιτική. Ειδική πολιτική, που αν και κατ’επανάληψη ως χώρα έχουμε ζητήσει να θεσμοθετηθεί και να κατοχυρωθεί στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες (από τη συνθήκη  του Αμστερνταμ), το έχουμε κατοχυρώσει στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 101) και το έχουμε ενισχύσει με μετέπειτα τροποποιήσεις, αρνούμαστε να εφαρμόσουμε στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό δεν αποτελεί απλά άποψη του υπογράφοντα, αλλά άποψη και κοινοτικών παραγόντων κάθε φορά που η Ελλάδα ζητούσε εφαρμογή ευρωπαϊκής νησιωτικής πολιτικής.

Το Υπουργείο Αιγαίου (και Νησιωτικής Πολιτικής από το 2004), έχει δικαιολογήσει την ύπαρξη του μέσα από τη δράση του ώστε να θεωρείται πλήγμα η υποβάθμιση του ή ακόμα και η κατάργηση του;
Θα ήταν άδικο να ισχυριστούμε ότι τίποτα ουσιαστικό δεν έγινε τα χρόνια αυτά. Ισως το σημαντικότερο απ’όλα να ήταν ότι συνέβαλε στην επικράτηση της έννοιας της «νησιωτικότητας» που εκφράζεται κύρια από 3 χαρακτηριστικά: μικρό μέγεθος, απομόνωση και περιφερειακότητα, ιδιαίτερο και εύθραυστο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η «νησιωτική συνείδηση» (δημιουργία της Ενωσης Νησιωτικών Δήμων, της Ενωσης Μικρών Νησιών, του Επιμελητηριακού Οργανισμού Ανάπτυξης Ελληνικών Νήσων – ΕΟΑΕΝ) αλλά και να μην υπάρχει αμφισβήτηση για τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στα νησιά. Οι φορείς αυτοί ζητούν ολοκληρωμένη πολιτική εδώ και χρόνια.

Ειδικές πολιτικές ή ολοκληρωμένη νησιωτική πολιτική προωθήθηκαν; Εδώ η απάντηση είναι μάλλον αρνητική αν και κατά καιρούς υπήρξαν δράσεις και προσπάθειες για οριζόντιες παρεμβάσεις που δεν είχαν στόχο να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ενός συγκεκριμένου νησιού, αλλά πρόβλημα περισσότερων νησιών που ήταν αποτέλεσμα της «νησιωτικότητας». Αναφέρουμε ορισμένες χωρίς ιεράρχηση –και ας μας συγχωρέσουν οι διατελέσαντες Υπουργοί αν ξεχνάμε κάτι σημαντικό, δεν γίνεται από λόγους σκοπιμότητας- :
-          κατασκευή δικτύου ελικοδρομίων στα μικρά νησιά για αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών
-          κατασκευή πρατηρίων καυσίμων στα μικρά νησιά (που μέχρι τότε η προμήθεια γίνονταν με πρωτόγονους τρόπους)
-          δημιουργία του προγράμματος Αστερίας (που συνέχεια εξελίχθηκε στα γνωστά σε όλους μας ΚΕΠ) για εξυπηρέτηση των νησιωτών χωρίς μετακίνηση στην έδρα του Νομού
-          δημιουργία εκδηλώσεων – θεσμών στους τομείς του αθλητισμού και του πολιτισμού (αγώνες Στίβου, κωπηλασίας, θεάτρου κλπ) που είχαν ως στόχο την τόνωση της τοπικής «παραγωγής» και την έξοδο από τον λήθαργο που επιβάλουν η γήρανση του πληθυσμού, η απομόνωση, το life-style και η τηλεόραση.
-          Προστασία και ανάδειξη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος μέσα από σχετική νομοθεσία και χρηματοδότηση (κήρυξη νησιών ως περιοχών φυσικού κάλους και οικισμών ως διατηρητέων, δημιουργία δικτύου μουσείων κλπ) με στόχο την προστασία του μοναδικού κεφαλαίου των νησιών από την άκρατη και κοντόφθαλμη οικοδόμηση.

Αποτελεί σχήμα οξύμωρο ότι από τότε που το Υπουργείο Αιγαίου έγινε …και Νησιωτικής Πολιτικής, πρακτικά δεν «είδαμε» απολύτως καμία προσπάθεια εφαρμογής ελληνικής νησιωτικής πολιτικής. Τώρα που συγχωνεύτηκε  με το Εμπορικής Ναυτιλίας να περιμένουμε βελτίωση ή κατάργηση;;;;;;

Σε ότι αφορά στο ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο μιας νησιωτικής πολιτικής και με ποιο οργανωτικό σχήμα μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα ο στόχος, θα επανέλθουμε σε επόμενο άρθρο.


ΕΜΠΡΟΣ, Σεπτέμβριος 2009
Βιώσιμη Ανάπτυξη: «απάτη», ουτοπία ή αναγκαιότητα;
Μια προσπάθεια για την ανάδειξη ενός εναλλακτικού μοντέλου ανάπτυξης

Η οικονομική κρίση που διανύουμε αυτήν την περίοδο – της οποίας τις οδυνηρότερες πτυχές δεν έχουμε δει ακόμη σύμφωνα με πολλούς αναλυτές – αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι το μοντέλο ανάπτυξης που έχει υιοθετηθεί και βασίζεται στη μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος με κάθε μέσον, οδηγεί σε τεράστιες κοινωνικές ανισότητες παγκόσμια, ενώ αυξάνει την ανασφάλεια και την κοινωνική αναταραχή. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατοχή πλούτου συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, οδηγώντας σε εξαθλίωση μεγαλύτερες μάζες πληθυσμού τόσο στον αναπτυγμένο, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο[1]. Επομένως η αναζήτηση ενός εναλλακτικού μοντέλου ανάπτυξης είναι επιτακτική μέσα από τον επανακαθορισμό του ρόλου του κράτους, του δημόσιου συμφέροντος και κυρίως του στόχου που δεν είναι άλλος από την κοινωνική ευημερία. Η απλή επιστροφή σε κεϊνσυανού τύπου πολιτικές φαίνεται ανεπαρκής, ειδικά όταν περιορίζεται στη μαζική στήριξη του καταρρέοντος χρηματοπιστωτικού συστήματος αδιαφορώντας για την κατάρρευση των συστημάτων υγείας, παιδείας, πρόνοιας, για την κατάρρευση της παραγωγής και της απασχόλησης, όταν η υφέρπουσα ιδέα είναι «η κοινωνικοποίηση των ζημιών και η ιδιωτικοποίηση των κερδών».

Όμως, παράλληλα με την οικονομική κρίση συνεχίζει να εντείνεται η περιβαλλοντική κρίση. Οι αλλεπάλληλες εκθέσεις όλων ανεξαιρέτως των διεθνών οργανισμών –που το τελευταίο που μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς είναι η «εναλλακτική» τους προσέγγιση – υπογραμμίζουν ότι η διατάραξη των λειτουργιών του οικοσυστήματος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που δημιουργεί προβλήματα με αιχμή του δόρατος αυτά που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή και υποσκάπτουν αυτή καθ’ αυτή την οικονομική πρόοδο. Κατά συνέπεια, οι όποιες σκέψεις για αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης πρέπει να συμπεριλάβει απαραίτητα και τα θέματα περιβάλλοντος.

Η εμφάνιση της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης πριν 20 περίπου χρόνια δημιούργησε αρχικά ευφορία για τη δυνατότητα συνδυασμού οικονομικής ανάπτυξης και διατήρησης του περιβάλλοντος με στόχο την κοινωνική ευημερία. Η έννοια ήρθε ως αμφισβήτηση της έννοιας της οικονομικής ανάπτυξης που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στη σταθερή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Άλλωστε, με βάση τον τρόπο υπολογισμού του, το ΑΕΠ που μετρά μόνο ό,τι παράγεται και διακινείται μέσα από την αγορά δεν μπορεί να θεωρείται ως ο βασικός δείκτης ευημερίας, αλλά απλά ένας δείκτης παραγωγής. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι χρήσιμα: η λειτουργία μιας επιπλέον φυλακής σε μια χώρα εξ αιτίας της αυξημένης εγκληματικότητας θα δημιουργήσει νέο ΑΕΠ και νέα εισοδήματα. Ευημερία όμως; Το ίδιο και η υλοτόμηση ενός δάσους, το οποίο δεν προκαλεί τη δημιουργία ΑΕΠ όταν απλά μας παρέχει καθαρό αέρα, αναψυχή και αποτελεί καταφύγιο χλωρίδας και πανίδας, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει αν μετατραπεί σε ξυλεία και στη συνέχεια σε οικόπεδα ή σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις, όπως στον Αμαζόνιο. Η λειτουργία ενός εργοστασίου αφαλάτωσης δημιουργεί περισσότερο ΑΕΠ και επιχειρηματικά κέρδη από την άντληση φυσικού νερού. Το ίδιο και η λειτουργία κλιματιστικών αντί του φυσικού αερισμού. Πόσο μάλλον αυτό ισχύει για τους πολέμους και την παραγωγική μηχανή που τους υποστηρίζει, σε αντίθεση με την ειρήνη. Επομένως καλούμαστε να ορίσουμε ξανά τι θεωρούμε ανάπτυξη.

Ήδη από τη δεκαετία του ’70 ο ΟΗΕ έχει δημιουργήσει τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index) δίνοντας ευρύτερο περιεχόμενο στην έννοια της ανθρώπινης ευημερίας: έτσι εκτός από το ΑΕΠ στον δείκτη αυτόν συνεκτιμώνται το επίπεδο εκπαίδευσης και την προσδοκώμενη διάρκεια ζωής κατά τη γέννηση, ώστε να προσδιοριστεί το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Το παραπάνω αποτελεί ουσιαστική διαφοροποίηση αφού εισάγονται στην εκτίμηση της ευημερίας μη οικονομικές παράμετροι που σχετίζονται με το εκπαιδευτικό σύστημα και το επίπεδο του συστήματος υγείας της χώρας. Η αλλαγή αυτή άφησε όμως ανεπηρέαστο το μοντέλο ανάπτυξης που συνέχισε να στηρίζεται στην ενταντικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας.

Πράγματι την ίδια περίοδο οι οικονομικές πολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο «θεοποιούν» την αποτελεσματικότητα των αγορών σε βάρος της μη αποτελεσματικής κρατικής ρύθμισης εστιάζοντας την προσοχή τους στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, ενώ η μεγιστοποίηση των επιχειρηματικών κερδών αντικατέστησε το στόχο της κοινωνικής ευημερίας (βλέπε απασχόληση, εισοδήματα). Η διείσδυση των περιβαλλοντικών «ανησυχιών» στο οικονομικό οικοδόμημα, παρά την υπέρμετρη χρήση του όρου της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα περιορισμένη σε τομείς όπου δεν διαταράσσεται η «παντοκρατορία» της αγοράς, αλλά αντίθετα δημιουργεί ευκαιρίες για περισσότερα κέρδη στους καινοτόμους που υιοθετούν νέες «καθαρές» τεχνολογίες και παράγουν προϊόντα φιλικά ως προς το περιβάλλον. Όμως, η ανάπτυξη της πράσινης οικονομίας δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι κατάλληλη για να υποστηρίξει μια εντελώς διαφορετική πολιτική, ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης και δεν αποτελεί ένα «πράσινο» άλλοθι στον νεοφιλελευθερισμό. Η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης «εισέβαλε» στο επιστημονικό λεξιλόγιο αλλά και στην καθημερινή συζήτηση στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν τα περιβαλλοντικά προβλήματα φαινόταν να παίρνουν σημαντικές διαστάσεις και άρχισαν να απειλούν την ευημερία των κατοίκων του πλανήτη μας. Η έκθεση της Επιτροπής Brundtland όρισε τη Βιώσιμη Ανάπτυξη ως «την ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακινδυνεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Η έννοια των «αναγκών» αναφέρεται στις βασικές ανάγκες των ανθρώπων όπως η ένδυση, η στέγαση, η διατροφή και η εκπαίδευση, στην ικανοποίηση των οποίων πρέπει να δοθεί προτεραιότητα[2]. Η έννοια της ικανοποίησης των αναγκών της παρούσας (ενδογενεακή ισότητα) αλλά και των μελλοντικών γενεών αναφέρεται στη μακροχρόνια προοπτική που πρέπει να έχει η ανάπτυξη (διαγενεακή ισότητα). Όμως η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών (βασικών και μη) πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια αντοχής του οικοσυστήματος, δηλαδή του συστήματος που υποστηρίζει τη ζωή παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής επέκταση του οικονομικού συστήματος επ’ αόριστο, ενώ δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι ήδη χρησιμοποιούμε περισσότερους πόρους απ’ όσους αναπαράγει η φύση (ανανεώσιμοι πόροι), ενώ παράγουμε και περισσότερα απόβλητα απ’ όσα μπορεί να απορροφήσει το οικοσύστημα και ότι αν δεν μειωθεί άμεσα και δραστικά η οικονομική δραστηριότητα, το οικοσύστημα θα καταρρεύσει.

Κατά συνέπεια η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα:
-       οικονομικά αποτελεσματική, δηλαδή να παράγει το μέγιστο του προϊόντος με τις διαθέσιμες εισροές και την υπάρχουσα τεχνολογία, ώστε να μην υπάρχει σπατάλη των πολύτιμων και σε ανεπάρκεια πόρων. Η έννοια αυτή δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παράγουμε περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή να αυξάνουμε το ΑΕΠ, ενώ εφόσον διαπιστώνεται ότι έχουμε υπερβεί τα οικολογικά όρια η χρήση πόρων πρέπει να μειωθεί.
-       κοινωνικά δίκαια, δηλαδή να διαχέει τα οφέλη σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα οποία θα πρέπει όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά να καλύπτουν αξιοπρεπώς τουλάχιστον τις βασικές τους ανάγκες. Επομένως, είναι απαραίτητο όπως το παραγωγικό σύστημα προσαρμοστεί, ώστε να τείνει προς εξάλειψη η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι εισοδηματικές ανισότητες, να διευκολύνεται η πρόσβαση σε σωστές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, πολιτισμού, αναψυχής και γενικά να ικανοποιούνται τα ελάχιστα επίπεδα ασφάλειας και σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
-       περιβαλλοντικά βιώσιμη, δηλαδή να επιτρέπει τη διατήρηση τουλάχιστον του ελάχιστου φυσικού κεφαλαίου που είναι απαραίτητο, ώστε να διατηρούνται οι λειτουργίες του που είναι απαραίτητες για την ανθρώπινη ευημερία. Η διατήρηση των περιβαλλοντικών λειτουργιών επιτρέπει τόσο την παροχή πόρων (όπως νερό, έδαφος, οξυγόνο), απαραίτητων για την ανθρώπινη ζωή και την παραγωγή αγαθών (πχ. τροφίμων) όσο και την παροχή υπηρεσιών, όπως η αφομοίωση αποβλήτων (πχ. δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, αποδόμηση στερεών αποβλήτων), η ρύθμιση του κλίματος, η επικονίαση, η παροχή υπηρεσιών αναψυχής, η ύπαρξη βιοτόπων ικανών για τη διατήρηση της χλωρίδας και της πανίδας, η διατήρηση της τροφικής αλυσίδας κλπ. Η διατάραξη ή ακόμη περισσότερο η αναστολή μιας των λειτουργιών αυτών που παρέχονται δωρεάν στον άνθρωπο δημιουργούν περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά προβλήματα όπως έλλειψη νερού, πλημμύρες, απώλεια εδάφους, ύψωση της στάθμης της θάλασσας, απώλειες ειδών κλπ. που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ευημερία προκαλώντας μεγάλες ζημιές στην παραγωγική διαδικασία, ενώ μπορεί να απειλήσουν αυτή καθαυτή τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. Οι διαταραχές αυτές προέρχονται από την όλο και αυξανόμενη ανθρώπινη δραστηριότητα που οφείλεται τόσο στην αύξηση του πληθυσμού, όσο και στην συνεχώς αυξανόμενη κατά κεφαλή κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών που συνεπάγονται εντατική χρήση του εδάφους, απόσπαση περισσότερων πόρων και παραγωγή περισσότερων και τοξικότερων αποβλήτων.

Στην καρδιά της λειτουργικοποίησης (δηλαδή της εφαρμογής στην πράξη) της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης βρίσκεται η εκτίμηση, η αξιολόγηση και τελικά η διαχείριση των σύνθετων αλληλεπιδράσεων μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων. Για παράδειγμα, η οικονομική μεγέθυνση είναι πιθανή μέσω την αποδέσμευσης των δημιουργικών δυνάμεων των ανθρώπινων κοινωνιών που είναι ικανές για τη μετατροπή της φύσης με στόχο την ικανοποίηση των βασικών αναγκών και την παραγωγή άλλων υλικών ευκολιών για την καθημερινή ζωή. Όμως, όπως ειπώθηκε και προηγούμενα, αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού συχνά συνεπάγεται την εξάντληση του φυσικού περιβάλλοντος που μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση της ατμόσφαιρας, κλιματική αλλαγή και απώλεια βιοποικιλότητας. Κατά συνέπεια όσοι λαμβάνουν αποφάσεις χάραξης πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με δύσκολες αποφάσεις σωστής εξισορρόπησης μεταξύ οικονομικών και περιβαλλοντικών στόχων καθόσον η αύξηση των κερδών σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και περιοχές καθορίζουν το επίπεδο και το ρυθμό των επενδύσεων που με τη σειρά τους καθορίζουν τις μελλοντικές δυνατότητες παραγωγής και δημιουργίας νέων εισοδημάτων. Οι επιλογές είναι δύσκολες και πρέπει να βασίζονται στην αξιολόγηση των θετικών και αρνητικών οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων των πολιτικών, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζονται από την εξωτερική συγκυρία. Περιθώρια για συμβιβασμούς μεταξύ στόχων υπάρχει: όπου δημιουργούνται οφέλη σε μια από τις διαστάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης που συνεπάγονται απώλειες σε κάποια άλλη, πρέπει να προσδιορίζονται και να ελαχιστοποιούνται με τα κατάλληλα μέτρα.

Η Βιώσιμη Ανάπτυξη αποτελεί περισσότερο μια διαδικασία συνεχούς βελτίωσης των αποτελεσμάτων και στις τρεις διαστάσεις της, παρά ένα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο στόχο που πρέπει να ικανοποιηθεί. Άλλωστε οι διαφορετικές χώρες και περιοχές έχουν διαφορετική αφετηρία, διαφορετικά προβλήματα, διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές δομές, διαφορετικούς πόρους και περιβαλλοντικά προβλήματα και επομένως θέτουν τους δικούς τους στόχους τους οποίους πρέπει να ικανοποιήσουν. Οι στόχοι αυτοί διαφοροποιούνται, όπως και στην «συμβατική» οικονομική προσέγγιση, σε βραχυ-, μεσο- και μακροπρόθεσμους και η ικανοποίηση τους απαιτεί αντίστοιχες δράσεις, πρακτικές και πολιτικές που ενσωματώνονται σε εθνικές ή περιφερειακές στρατηγικές βιώσιμης ανάπτυξης. Όμως, σε αντίθεση με την οικονομική προσέγγιση, οι στρατηγικές αυτές θα πρέπει να έχουν σφαιρική, ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Σήμερα, τόσο ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν θέσει ως υπέρτατο στόχο την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης και ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών –μεταξύ των οποίων και η χώρα μας - υποχρεώνεται να επεξεργαστεί και να δημοσιοποιήσει την εθνική της στρατηγική. Όμως, παρά τις πομπώδεις διακηρύξεις αρχών, οι στρατηγικές αυτές παραμένουν ως επί το πλείστον στα χαρτιά ως αδύναμες περιβαλλοντικές πολιτικές που φροντίζουν να μην «ενοχλούν» τους στόχους της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, ενώ η διάσταση της κοινωνικής ισότητας απουσιάζει παντελώς.

Η λέξη «βιώσιμη» εμφανίζεται ως επιθετικός προσδιορισμός κάθε παραγωγικής δραστηριότητας (πχ. βιώσιμη γεωργία, βιώσιμος τουρισμός, βιώσιμες μεταφορές, βιώσιμη ενέργεια κλπ) και γενικότερα κάθε ανθρωπογενούς δράσης. Όμως, παρόλη την κατάχρηση του όρου από πολιτικούς, επιστήμονες, ΜΜΕ και πολίτες, ούτε συμφωνία φαίνεται να υπάρχει σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, αλλά ούτε και βελτίωση της περιβαλλοντικής κατάστασης αν κρίνει κανείς από τις εκθέσεις των Διεθνών Οργανισμών που συνεχίζουν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή.

Δεν είναι λίγοι που υποστηρίζουν ότι η χρήση του όρου «βιώσιμη ανάπτυξη» είναι κενή περιεχομένου μια και δεν είναι δυνατόν να συμβαδίσουν οικονομική ανάπτυξη και διατήρηση του περιβάλλοντος, αλλά αποτελεί άλλοθι για όσους δεν θέλουν να ανακόψουν την τάση για παραγωγή συνεχώς περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών προωθώντας ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι «ουτοπία» να αναμένεται ο συμψηφισμός των οικονομικών στόχων με τους περιβαλλοντικούς και τους κοινωνικούς, εξ αιτίας της δύναμης που έχουν οι οικονομικά ισχυροί του πλανήτη. Άλλωστε ουτοπία δεν θεωρείται και η εφαρμογή μιας πραγματικά προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής; Μήπως όμως η σημερινή κρίση πρέπει να κάνει να σκεφτούμε ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο προσέγγισης; Οι μεγάλες κρίσεις δεν φέρνουν και τις μεγάλες ανατροπές; Η εφαρμογή της έννοιας της Βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί μια μεγάλη ανατροπή που όμως σήμερα έχει γίνει αναγκαιότητα.
 
ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ, Γενάρης 2009 

[1] Η ανάδυση πολυεκατομυριούχων επιχειρηματιών στην Αίγυπτο, στην Ινδία, στην Κίνα, στη Ρωσία των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης δεν συνοδεύεται από βελτίωση του επιπέδου ευημερίας για όλους. Το αντίθετο μάλιστα!!!
[2] Η αντιμετώπιση της φτώχειας δεν έχει μόνο κοινωνικό περιεχόμενο μια και έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει στενή αιτιώδης σύνδεση φτώχειας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Η απαξίωση του εμβληματικότερου μέτρου της νησιωτικής πολιτικής: του μεταφορικού ισοδύναμου

  Την ώρα που η Κυβέρνηση «υπερηφανεύεται» στα εθνικά και διεθνή φόρα και σε καλοπληρωμένες εκθέσεις ότι έχει νησιωτική πολιτική και μάλισ...