Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Η ελληνική οικονομική κρίση και η διερεύνηση διεξόδων


Μέρος 1ο : Τα αίτια της κρίσης

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο στη χώρα μας είναι συνδυασμός τουλάχιστον τριών παραγόντων:
- της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που προσπαθώντας να εξασφαλίσει όλο και μεγαλύτερα βραχυπρόθεσμα κέρδη στο κερδοσκοπικό και τραπεζικό κεφάλαιο και στους «λειτουργούς» του (golden boys) οδήγησε σε πλήρη ανισορροπία μεταξύ πραγματικής και λογιστικής οικονομίας. Η ιδεολογική επικράτηση του νέο-φιλελευθερισμού τις τελευταίες δεκαετίες είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή μετακίνηση του κέντρου βάρους από την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων και την πραγματική οικονομία που μπορεί να τις καλύψει, στην ικανοποίηση των αγορών και στην μεγιστοποίηση των αποδόσεων του κεφαλαίου. Η «θεοποίηση» και «θεσμοποίηση» της οικονομικής αποτελεσματικότητας μέσα από την ενδυνάμωση της χωρίς περιορισμούς λειτουργίας των αγορών και ταυτόχρονα τον περιορισμό του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους όχι απλά έχει διευρύνει τις ανισότητες αλλά έχει οδηγήσει αυξανόμενα τμήματα του πληθυσμού του πλανήτη (και ειδικά των αναπτυγμένων χωρών) να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Σε μια περίοδο όπου το κράτος θα έπρεπε να διευρύνει τη δράση του ώστε να ενισχύσει τον αναδιεναμητικό του ρόλο, καλείται να μειώσει τα έσοδα του (μείωση φορολογικών συντελεστών στις επιχειρήσεις) και να περιορίσει τις δαπάνες του (προς τους ασθενέστερους) ώστε να ισορροπήσει τα οικονομικά του (περιορισμός δανεισμού). Την ίδια περίοδο όλο και περισσότερες Υπηρεσίες Δημοσίου Συμφέροντος (μεταφορές, επικοινωνίες, ενέργεια, υγεία, παιδεία, διαχείριση νερού και αποβλήτων κλπ) περνούν από το «αναποτελεσματικό» Δημόσιο στο ιδιωτικό τομέα με στόχο νέα κέρδη (που δεν προέρχονται τόσο από μια καλύτερη οργάνωση όσο από υψηλότερα τιμολόγια και κατάργηση των μην αποδοτικών υπηρεσιών).
Το ξέσπασμα της κρίσης από την αποκάλυψη της οικονομικής φούσκας που δημιουργούσε πλαστή εικόνα ανάπτυξης όχι μόνο δεν οδήγησε σε περιορισμό της ανεξέλεγκτης δράσης  του κερδοσκοπικού και τραπεζικού κεφαλαίου αλλά αντίθετα οδήγησε σε άμεση μεταφορά δημόσιων πόρων για τη στήριξη των ιδρυμάτων που παρέπαιαν και σε «αυστηροποίηση» των κανόνων για τα ελλείμματα του δημοσίου.  Δηλαδή οι υπαίτιοι της κρίσης τελικά επέβαλαν και τους κανόνες του παιχνιδιού!!!! Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι αγορές βγαίνουν περισσότερο δυναμωμένες από τη κρίση και ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει πρόταση για εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης. Ούτε η Σοσιαλοδημοκρατία ούτε η Αριστερά έχουν προτάσεις που να πείθουν, όχι βέβαια τις «αγορές», αλλά εκείνους που βιώνουν τη κρίση. Τα αποτελέσματα των εκλογών του Ευρωκοινοβουλίου αλλά και το γεγονός ότι σήμερα από τις 27 κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης οι 20 είναι συντηρητικές, ενώ η Αριστερά πιστώνεται με λιγότερο του 10% των ψήφων, δείχνουν πόσο «αδύναμες» είναι οι απόψεις αυτές μέσα στη κοινωνία.    

- της κρίσης της ελληνικής κοινωνίας που αποτυπώνεται σε δημοσιονομική κρίση ως συνδυασμός:
(α) σειράς κυβερνήσεων ευάλωτων για κάθε είδους «ρυθμίσεις» (φορολογικές και  ασφαλιστικές ρυθμίσεις, ρυθμίσεις για προμήθειες και έργα κλπ) δαπάνες και διορισμούς υπέρ των ισχυρών ομάδων πίεσης και των πολιτικών φίλων που μείωσαν τις εισπράξεις του κράτους και αύξησαν τις δαπάνες χωρίς να υπάρχει αναπτυξιακό αποτέλεσμα,
(β) ενός κρατικού μηχανισμού αυταρχικού, αναποτελεσματικού και διεφθαρμένου που εξασφαλίζει «πρόσθετα εισοδήματα» σε ιδίους και ημετέρους, αφήνοντας όμως άδεια τα κρατικά ταμεία και βάζοντας αναρίθμητα εμπόδια σε όποια εποικοδομητική προσπάθεια και τέλος
(γ) μιας κοινωνίας (ή καλύτερα ενός αθροίσματος ατόμων χωρίς συνοχή και κοινούς στόχους) που έχει εθιστεί στο να διευρύνει την οικονομική της ευημερία σε βάρος των άλλων (των «κουτόφραγκων», του κράτους, του περιβάλλοντος, των πιο αδύναμων μελών της).

- της κρίσης της παρασιτικής, κερδοσκοπικής και αντιπαραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας που ποτέ δεν απέκτησε γερές παραγωγικές ρίζες ώστε να είναι ανταγωνιστική. Η συνεχής συρρίκνωση των ανταγωνιστικών (εξαγωγικών) κλάδων οδηγεί μαθηματικά σε μείωση του ΑΕΠ, μείωση που μπορεί προσωρινά να ανακόψει η υψηλή καταναλωτική δαπάνη βασισμένη σε δανεισμό (εθνικό και ατομικό). Στη περίπτωση της χώρας μας οι επιδοτήσεις (ευρωπαϊκές και εθνικές) και η ρευστότητα από την υπεξαίρεση του δημόσιου πλούτου -που στράφηκαν κύρια στη κατανάλωση και στην απόκτηση πάγιων αγαθών (πχ. αυτοκίνητα, ακίνητα)- συνέβαλλαν προς αυτή τη κατεύθυνση. Τώρα όμως τι γίνεται;

Αν και οι 2 τελευταίοι παράγοντες έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο χρόνο, η διακυβέρνηση Καραμανλή τους έδωσε διαστάσεις εκρηκτικές με αποτέλεσμα να σκάσουν σαν ατομική βόμβα στα χέρια μας.


Μέρος2ο: Η αναγκαιότητα για αλλαγή οικονομικού μοντέλου

Η πραγματικότητα απέναντι στην οποία βρέθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ήταν το υπερβολικά υψηλό έλλειμμα του Δημοσίου Τομέα, τα άδεια ταμεία που επέβαλαν άμεσο δανεισμό τόσο για τη κάλυψη των άμεσων δαπανών του Προϋπολογισμού (μισθών και συντάξεων συμπεριλαμβανόμενων) όσο και την πληρωμή προηγούμενων δανείων. Η δήλωση Προβόπουλου ότι είχε ενημερώσει Καραμανλή-Παπανδρέου για τη κατάσταση του ελλείμματος το περασμένο Σεπτέμβριο είναι σήμερα άνευ αξίας. Χωρίς να αποτελεί δικαιολογία για το ΠΑΣΟΚ, η δήλωση αυτή μάλλον επιβαρύνει την θέση του ως επικεφαλής μιας ανεξάρτητης αρχής – της Τράπεζας της Ελλάδας - που έπρεπε να ενημερώσει εγκαίρως και με στοιχεία τον ελληνικό λαό, ενώ εκείνος λειτούργησε ως μυστικο-σύμβουλος των κομμάτων εξουσίας.

Η Κυβέρνηση φαίνεται ότι αιφνιδιάστηκε σε τρία επίπεδα που αφορούσαν: το ύψος του ελλείμματος που καθιστούσε απαραίτητο και άμεσο τον υψηλό δανεισμό, την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ζήτησε από την «κατ’ εξακολούθηση ψευδόμενη» Ελλάδα να λύσει το πρόβλημα μόνη της χωρίς την κοινοτική αλληλεγγύη και την σφοδρή επίθεση των αγορών που εκτόξευσαν τα επιτόκια δανεισμού σε ύψη απαγορευτικά συμπεριφερόμενοι ως κοινοί τοκογλύφοι. Στο έργο τους αυτό συνεπικουρούνται από τους «Οίκους Αξιολόγησης» που υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και των τραπεζών της. Είναι οι ίδιοι οίκοι που το 2007-8 βαθμολογούσαν με άριστα τις τράπεζες των ΗΠΑ την προηγούμενη ημέρα από την χρεοκοπία τους κερδίζονται τεράστια ποσά για τις «υψηλής ποιότητας» υπηρεσίες τους!!!!
   
Μπροστά σ’αυτή τη πραγματικότητα και κάτω από τις πιέσεις των πιστωτών και των Κυβερνήσεων τους που χρησιμοποίησαν ως κύριο επιχείρημα την αναξιοπιστία της χώρας (άλλωστε και άλλες χώρες έχουν υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος), η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε πολλές λύσεις: η κήρυξη χρεοκοπίας και στάσης πληρωμών που συνοδεύεται από κάθετη μείωση του βιοτικού επιπέδου (πολύ ισχυρότερη από αυτήν που προκαλούν τα σημερινά μέτρα) δεν προτάθηκε πρακτικά από καμία πλευρά. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους ακούστηκε περισσότερο, αλλά προφανώς «αποκλείστηκε» (τουλάχιστον προς το παρόν) από τους δανειστές για δύο λόγους: (α) όχι μόνο δεν ήθελαν να υποστούν ζημίες από την ελληνική κρίση, αλλά αντίθετα επιδιώκουν να κερδίσουν ακόμη περισσότερο ειδικά σε περίοδο οικονομικής ρευστότητας και (β) ήθελαν να πιέσουν αφόρητα τη Κυβέρνηση για να λάβει αυστηρότατα μέτρα περικοπών των δαπανών στον δημόσιο τομέα ώστε να εξασφαλίσουν την ομαλή ροή αποπληρωμής των δανείων για τα επόμενα χρόνια. Πάντως να υπογραμμιστεί ότι και αυτή η λύση –όπως και οποιαδήποτε άλλη μέσα σε αυτή τη συγκυρία- θα είχε ως απαραίτητο συμπλήρωμα τη δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών με τους ίδιους αποδέκτες.

Η λύση που «επιλέχθηκε» τελικά ήταν μια «ελεγχόμενη» χρεοκοπία με ένα μείγμα  δανεισμού με ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια από τον Μηχανισμό Στήριξης και υψηλές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες που πλήττουν άμεσα το σύνολο των εργαζομένων και των συνταξιούχων (μισθοί, συντάξεις, κοινωνικές παροχές, μελλοντικές συντάξεις), ενώ ενισχύουν και επιμηκύνουν χρονικά την ύφεση στην οποία έχει εισέλθει η Ελλάδα από το 2009.

Υπήρχε άλλη λύση; Ακούστηκε από πολλούς σοβαρούς αναλυτές ότι προτεραιότητα είναι η έξοδος από την ύφεση και επομένως χρειάζεται αναθέρμανση της πραγματικής οικονομίας. Εδώ τίθενται δύο ερωτήματα:
-          έχει σήμερα η Ελλάδα πραγματική παραγωγική-ανταγωνιστική οικονομία; Κανείς δεν τολμά να το υποστηρίξει, ούτε καν οι επιχειρηματίες που άλλωστε είναι (άμεσα ή έμμεσα) κρατικοδίαιτοι!!!! Ολοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού, βελτίωση της παραγωγικότητας, της καινοτομικής ικανότητας της οικονομίας, νέες πολιτικές για την ενέργεια, το περιβάλλον, τη βιομηχανία, τη γεωργία, τις ΜΜΕ, τον τουρισμό κλπ. Όμως τα μέτρα αυτά που καθυστέρησαν περισσότερο από 20 χρόνια δεν αποδίδουν από τη μια μέρα στην άλλη. Το χρόνο που είχαμε στη διάθεση μας για το σκοπό αυτό τα χρόνια που πέρασαν τον χάσαμε, όπως άλλωστε και τα χρήματα που πήγαν είτε στην κατανάλωση (στη καλύτερη περίπτωση), είτε σε διάφορες «τσέπες».
-          έχει η Ελλάδα το χρόνο να αναδιαρθρώσει τόσο το φορολογικό της σύστημα  (ώστε να γίνει κοινωνικά δίκαιο) όσο και τους ελεγκτικούς και εισπρακτικούς μηχανισμούς ώστε να εισπράξει εδώ και τώρα τα ποσά που εδώ και χρόνια έχουν υπεξαιρέσει ορισμένοι πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί και πολίτες; Η απάντηση είναι αρνητική, αφού χρειάζονταν άμεσα «ζεστό χρήμα» που εξασφαλίζει μόνο η περικοπή δαπανών. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία το θέλει πραγματικά –και θα κριθεί γι’αυτό- η απόδοση των όποιων μέτρων θα καθυστερήσει. Αν όμως τα μέτρα αποδώσουν, τότε το περί δικαίου αίσθημα θα ικανοποιηθεί και θα υπάρξουν σοβαρά περιθώρια για ουσιαστική αλλαγή της σημερινής πολιτικής με μια πολιτική ενίσχυσης της ανάπτυξης και των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων.

Η άποψη μας είναι ότι στη σημερινή συγκυρία λύση που να προασπίζει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα των «μη εχόντων και μη κατεχόντων» δεν υπάρχει μέσα στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση δεν έχει άλλο στόχο από την αναδιανομή του εισοδήματος προς την άλλη κατεύθυνση και μόνο όταν η συγκυρία ευνοεί «μοιράζει» αγοραστική δύναμη. Μια ουσιαστικά διαφορετική πολιτική προϋποθέτει ότι τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο η κυρίαρχη άποψη θα ήταν διαφορετική. Προϋπόθεση που δεν υφίσταται, το αντίθετο μάλιστα: όλες οι μεγάλες χώρες ετοιμάζονται να ενισχύσουν τα μέτρα λιτότητας στις χώρες τους «αξιοποιώντας» το παράδειγμα της Ελλάδας. Καμία συγκροτημένη αντίθετη άποψη στο κυρίαρχο μοντέλο δεν φαίνεται να υπάρχει, ενώ ούτε το σλόγκαν «δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους» που ακούγεται σε διάφορες παραλλαγές από αριστερά κόμματα ανά την Ευρώπη (τη δυτική μόνο γιατί οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης ακόμη τρέμουν τις «σοσιαλιστικές πολιτικές» του πρόσφατου παρελθόντος).φαίνεται να πείθει τους πολίτες που «καταφεύγουν» σε ακόμη συντηρητικότερες οικονομικο-πολιτικές επιλογές.

Όμως τίποτα δεν θα αλλάξει αν οι πολίτες δεν πεισθούν για κάτι βασικό: ότι η έννοια της ευημερίας δεν ταυτίζεται με περισσότερα εισοδήματα, με μεγαλύτερο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), με μεγαλύτερη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Πρέπει να πεισθούν ότι το «αμερικανικό όνειρο» είναι για λίγους, ενώ οι πολλοί ζουν και θα ζουν το «αμερικανικό δράμα»: χωρίς καθόλου ή με χαμηλά εισοδήματα, χωρίς ή με χαμηλής ποιότητας κατοικία, χωρίς κοινωνικό δίχτυ προστασίας (όπως πχ. είναι οι δωρεάν υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος που απολάμβαναν για πολλές δεκαετίες οι πολίτες στις σοσιαλο-δημοκρατίες κυρίως των σκανδιναβικών χωρών) αλλά με ακριβές ιδιωτικές υπηρεσίες, σε ένα περιβάλλον που επιδεινώνει τη ποιότητα ζωής και πολλά άλλα που τελικά υποσκάπτουν την πραγματική ευημερία.

    
Μέρος 3ο: Η Βιώσιμη Ανάπτυξη αποτελεί εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο;

Παράλληλα με την οικονομική κρίση συνεχίζει να εντείνεται η περιβαλλοντική κρίση. Οι αλλεπάλληλες εκθέσεις όλων ανεξαιρέτως των διεθνών οργανισμών –που το τελευταίο που μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς είναι η «εναλλακτική» τους προσέγγιση – υπογραμμίζουν ότι η διατάραξη των λειτουργιών του οικοσυστήματος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που δημιουργεί προβλήματα με αιχμή του δόρατος αυτά που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή και υποσκάπτουν αυτή καθ’ αυτή την οικονομική πρόοδο. Κατά συνέπεια, οι όποιες σκέψεις για αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης πρέπει να συμπεριλάβει απαραίτητα και τα θέματα περιβάλλοντος.

Η εμφάνιση της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης πριν 20 περίπου χρόνια δημιούργησε αρχικά ευφορία για τη δυνατότητα συνδυασμού οικονομικής ανάπτυξης και διατήρησης του περιβάλλοντος με στόχο την κοινωνική ευημερία. Η έννοια ήρθε ως αμφισβήτηση της έννοιας της οικονομικής ανάπτυξης που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στη σταθερή μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Άλλωστε, με βάση τον τρόπο υπολογισμού του, το ΑΕΠ που μετρά μόνο ό,τι παράγεται και διακινείται μέσα από την αγορά δεν μπορεί να θεωρείται ως ο βασικός δείκτης ευημερίας, αλλά απλά ένας δείκτης παραγωγής.

Την ίδια περίοδο οι οικονομικές πολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο «θεοποιούν» την αποτελεσματικότητα των αγορών σε βάρος της μη αποτελεσματικής κρατικής ρύθμισης εστιάζοντας την προσοχή τους στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, ενώ η μεγιστοποίηση των επιχειρηματικών κερδών αντικατέστησε το στόχο της κοινωνικής ευημερίας (βλέπε απασχόληση, εισοδήματα). Η διείσδυση των περιβαλλοντικών «ανησυχιών» στο οικονομικό οικοδόμημα, παρά την υπέρμετρη χρήση του όρου της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα περιορισμένη σε τομείς όπου δεν διαταράσσεται η «παντοκρατορία» της αγοράς, αλλά αντίθετα δημιουργεί ευκαιρίες για περισσότερα κέρδη στους καινοτόμους που υιοθετούν νέες «καθαρές» τεχνολογίες και παράγουν προϊόντα φιλικά ως προς το περιβάλλον. Όμως, η ανάπτυξη της πράσινης οικονομίας δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι κατάλληλη για να υποστηρίξει μια εντελώς διαφορετική πολιτική, ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης και δεν αποτελεί ένα «πράσινο» άλλοθι στον νεοφιλελευθερισμό. Η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης «εισέβαλε» στο επιστημονικό λεξιλόγιο αλλά και στην καθημερινή συζήτηση στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν τα περιβαλλοντικά προβλήματα φαινόταν να παίρνουν σημαντικές διαστάσεις και άρχισαν να απειλούν την ευημερία των κατοίκων του πλανήτη μας. Η έκθεση της Επιτροπής Brundtland όρισε τη Βιώσιμη Ανάπτυξη ως «την ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακινδυνεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Η έννοια των «αναγκών» αναφέρεται στις βασικές ανάγκες των ανθρώπων όπως η ένδυση, η στέγαση, η διατροφή και η εκπαίδευση, στην ικανοποίηση των οποίων πρέπει να δοθεί προτεραιότητα[1]. Η έννοια της ικανοποίησης των αναγκών της παρούσας (ενδογενεακή ισότητα) αλλά και των μελλοντικών γενεών αναφέρεται στη μακροχρόνια προοπτική που πρέπει να έχει η ανάπτυξη (διαγενεακή ισότητα). Όμως η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών (βασικών και μη) πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια αντοχής του οικοσυστήματος, δηλαδή του συστήματος που υποστηρίζει τη ζωή παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής επέκταση του οικονομικού συστήματος επ’ αόριστο, ενώ δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι ήδη χρησιμοποιούμε περισσότερους πόρους απ’ όσους αναπαράγει η φύση (ανανεώσιμοι πόροι), ενώ παράγουμε και περισσότερα απόβλητα απ’ όσα μπορεί να απορροφήσει το οικοσύστημα και ότι αν δεν μειωθεί άμεσα και δραστικά η οικονομική δραστηριότητα, το οικοσύστημα θα καταρρεύσει.

Κατά συνέπεια η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα:
-      οικονομικά αποτελεσματική, δηλαδή να παράγει το μέγιστο του προϊόντος με τις διαθέσιμες εισροές και την υπάρχουσα τεχνολογία, ώστε να μην υπάρχει σπατάλη των πολύτιμων και σε ανεπάρκεια πόρων. Η έννοια αυτή δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παράγουμε περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή να αυξάνουμε το ΑΕΠ, ενώ εφόσον διαπιστώνεται ότι έχουμε υπερβεί τα οικολογικά όρια η χρήση πόρων πρέπει να μειωθεί.
-      κοινωνικά δίκαια, δηλαδή να διαχέει τα οφέλη σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα οποία θα πρέπει όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά να καλύπτουν αξιοπρεπώς τουλάχιστον τις βασικές τους ανάγκες. Επομένως, είναι απαραίτητο όπως το παραγωγικό σύστημα προσαρμοστεί, ώστε να τείνει προς εξάλειψη η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι εισοδηματικές ανισότητες, να διευκολύνεται η πρόσβαση σε σωστές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, πολιτισμού, αναψυχής και γενικά να ικανοποιούνται τα ελάχιστα επίπεδα ασφάλειας και σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
-      περιβαλλοντικά βιώσιμη, δηλαδή να επιτρέπει τη διατήρηση τουλάχιστον του ελάχιστου φυσικού κεφαλαίου που είναι απαραίτητο, ώστε να διατηρούνται οι λειτουργίες του που είναι απαραίτητες για την ανθρώπινη ευημερία. Η διατήρηση των περιβαλλοντικών λειτουργιών επιτρέπει τόσο την παροχή πόρων (όπως νερό, έδαφος, οξυγόνο), απαραίτητων για την ανθρώπινη ζωή και την παραγωγή αγαθών (πχ. τροφίμων) όσο και την παροχή υπηρεσιών, όπως η αφομοίωση αποβλήτων (πχ. δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, αποδόμηση στερεών αποβλήτων), η ρύθμιση του κλίματος, η επικονίαση, η παροχή υπηρεσιών αναψυχής, η ύπαρξη βιοτόπων ικανών για τη διατήρηση της χλωρίδας και της πανίδας, η διατήρηση της τροφικής αλυσίδας κλπ. Η διατάραξη ή ακόμη περισσότερο η αναστολή μιας των λειτουργιών αυτών που παρέχονται δωρεάν στον άνθρωπο δημιουργούν περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά προβλήματα, ενώ μπορεί να απειλήσουν αυτή καθαυτή τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη.

Δεν είναι λίγοι που υποστηρίζουν ότι η χρήση του όρου «βιώσιμη ανάπτυξη» είναι κενή περιεχομένου μια και δεν είναι δυνατόν να συμβαδίσουν οικονομική ανάπτυξη και διατήρηση του περιβάλλοντος, αλλά αποτελεί άλλοθι για όσους δεν θέλουν να ανακόψουν την τάση για παραγωγή συνεχώς περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών προωθώντας ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι «ουτοπία» να αναμένεται ο συμψηφισμός των οικονομικών στόχων με τους περιβαλλοντικούς και τους κοινωνικούς, εξ αιτίας της δύναμης που έχουν οι οικονομικά ισχυροί του πλανήτη. Άλλωστε ουτοπία δεν θεωρείται και η εφαρμογή μιας πραγματικά προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής; Μήπως όμως η σημερινή κρίση πρέπει να κάνει να σκεφτούμε ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο προσέγγισης; Οι μεγάλες κρίσεις δεν φέρνουν και τις μεγάλες ανατροπές; Η εφαρμογή της έννοιας της Βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί μια μεγάλη ανατροπή που όμως σήμερα έχει γίνει αναγκαιότητα.

Μάιος 2010


[1] Η αντιμετώπιση της φτώχειας δεν έχει μόνο κοινωνικό περιεχόμενο μια και έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει στενή αιτιώδης σύνδεση φτώχειας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου