Σάββατο, 15 Μαρτίου 2003

ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Οσο κάποιος ζει και μελετά από κοντά τον ελληνικό νησιωτικό χώρο τόσο περισσότερο πείθεται ότι ο μύθος του Ιανού, του θεού με τα δυό πρόσωπα, θα πρέπει να φτιάχτηκε ειδικά γι’αυτόν, έχοντας προφητικά προβλέψει τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία 30 με 40 χρόνια.

Το ένα πρόσωπο, το χειμωνιάτικο, εκείνο της απομόνωσης όπου οι ελλείψεις σε θέσεις απασχόλησης, σε υποδομές και υπηρεσίες, σε ψυχαγωγία και σε δυνατότητες για δημιουργική εκμετάλλευση του ελεύθερου χρόνου, σε συνδυασμό με τις κακές καιρικές συνθήκες, δημιουργούν διάθεση φυγής από αυτά. Διάθεση που επαυξάνεται από τη μεγάλη αντίθεση μεταξύ της «νεκρής» και της «υψηλής» τουριστικής περιόδου. Αυτή η σκληρή πραγματικότητα που καθιστά τα νησιά μη ελκυστικούς τόπους για εγκατάσταση επιχειρήσεων και ανθρώπων, έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση το παραγωγικό ιστό των νησιών, αφού μόνο ο τουρισμός ήρθε να αντικαταστήσει δραστηριότητες που εγκαταλείφθηκαν σταδιακά, δημιουργώντας μια ασταθή μονοκαλλιέργεια, ενώ και το ανθρώπινο δυναμικό – κινητήρια δύναμη για όποια εφαρμογή καινοτόμων ιδεών – έχει απισχανθεί ποσοτικά και ποιοτικά.

Από την άλλη, υπάρχει το καλοκαιρινό πρόσωπο. Τότε που «η καρδιά της τουριστικής Ελλάδας χτυπάει στα νησιά της», αυτά μετατρέπονται σε ελκυστικούς τόπους για την υποδοχή ελλήνων και ξένων «φυγάδων» από τα αστικά κέντρα που θέλουν να ξεφύγουν από την καθημερινότητα τους είτε για λίγες ημέρες ως τουρίστες, είτε για περισσότερα μικρά ή μεγάλα διαστήματα ως παραθεριστές. Τότε τα νησιά γίνονται λιγότερο απομονωμένα μια και συνδέονται με περισσότερα δρομολόγια με τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας αλλά και με το εξωτερικό, ενώ ταυτόχρονα ξεκινά η λειτουργία των εποχικών επιχειρήσεων που συνδέονται με τη τουριστική δραστηριότητα. Πολλές από τις ελλείψεις που αναφέρθηκαν προηγούμενα θεωρούνται ως «γραφικότητες» και ως «αυθεντικότητες», μια και δεν αφορούν την καθημερινότητα του τουρίστα, αλλά ακριβώς τη φυγή από αυτή.

Αν και κάθε νησί αποτελεί μια ξεχωριστή πραγματικότητα όπως αναφέρει η κα Λεοντίδου στο δεύτερο άρθρο του αφιερώματος, το γενικό σχήμα που παρουσιάστηκε αντανακλά αρκετά ικανοποιητικά τη πραγματικότητα με τα πιο τουριστικά νησιά να βιώνουν περισσότερο τις εποχικές αντιθέσεις αλλά και τα οφέλη της αυξημένης ροής επισκεπτών, ενώ τα λιγότερο τουριστικά νησιά να δυσκολεύονται να χαράξουν μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Είναι όμως η στροφή στο δίπολο τουρισμός – παραθερισμός οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμη μακροχρόνια; Τα νησιά όπου η στροφή αυτή ήταν εντονότερη (πχ. Ρόδος, Μύκονος, Κως κα… ως τουριστικά και τα νησιά που βρίσκονται κοντά στα αστικά κέντρα όπως αρκετές Κυκλάδες ως παραθεριστικά), βιώνουν τα οφέλη αλλά και τα όρια της στρατηγικής αυτής: η οικονομία που βασίστηκε στην οικοδομή και στις σχετικές με το τουρισμό υπηρεσίες δημιούργησε σημαντικά εισοδήματα, ενώ εξαιρετικά υψηλές ήταν και οι γεωπρόσοδοι από την αλλαγή των χρήσεων γης. Όμως η αυξημένη προσφορά κλινών και άλλων τουριστικών υπηρεσιών σε παγκόσμιο επίπεδο σε συνδυασμό με την ενίσχυση του ρόλου των μεγάλων tour-operators έχει δημιουργήσει πιέσεις στα έσοδα τους και γενικότερα στα οφέλη που παραμένουν τοπικά. Ταυτόχρονα η χρήση της γεωπροσόδου για αύξηση της κατανάλωσης δεν διευρύνει την παραγωγική βάση υπέρ των μονίμων κατοίκων, ενώ ταυτόχρονα η διαθέσιμη προς δόμηση γη δεν είναι απεριόριστη.

Σε ότι αφορά στην απασχόληση, παρ΄όλο που σημείωσε αύξηση ιδιαίτερα στις γυναίκες και στους νέους, αυτή είναι έντονα εποχική και κυρίως ανειδίκευτη γεγονός που δεν δημιουργεί σταθερές προοπτικές ανάπτυξης όπως σημειώνεται στη έκθεση της UNEP για το τουρισμό στη Μεσόγειο. Η μη ποιοτική αναβάθμιση του πληθυσμού ακόμη και στα νησιά που καταγράφουν αύξηση (τις περισσότερες φορές εξ αιτίας της μετανάστευσης αλλοδαπών και τις παλιννόστησης συνταξιούχων) αποτελεί μια πραγματικότητα.

Τέλος σε ότι αφορά στο περιβάλλον παρουσιάζεται μια διπλή εικόνα: η αυξημένη οικιστική πίεση - που σε ορισμένα νησιά είναι εντονότατη - έχει αλλοιώσει σημαντικά τόσο την κλίμακα και τη μορφολογία των οικισμών όσο και το αγροτικό τοπίο, ενώ η διαχείριση του νερού, των απορριμμάτων, των υγρών αποβλήτων, των κοινόχρηστων χώρων, των μνημείων, των παραλιών, της κυκλοφορίας κλπ παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα εξ αιτίας της αδυναμίας σχεδιασμού. Από την άλλη πλευρά χάριν του τουρισμού διασώθηκαν αξιόλογα κτίρια και παραδοσιακοί οικισμοί, προστατεύτηκαν βιότοποι και στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμως ο συνολικός απολογισμός είναι έντονα αρνητικός, αφού η συνεχιζόμενη κατανάλωση (βλέπε καταστροφή) των περιορισμένων πόρων πάνω τους οποίους στηρίχθηκε η μέχρι σήμερα ανάπτυξη, απειλεί να τους υποβαθμίσει ανεπανόρθωτα, μειώνοντας την απόδοση των μέχρι σήμερα επενδύσεων.

Υπάρχει όμως εναλλακτική στρατηγική ή τα όσα περιγράψαμε παραπάνω αποτελούν μονόδρομο, έστω και αδιέξοδο, για το νησιωτικό χώρο;

Η αξιοποίηση του συγκριτικού πλεονεκτήματος των νησιών, δηλαδή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους (μικρό μέγεθος, απομόνωση, πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον) για τη παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας αξιοποιώντας τις αλλαγές που συμβαίνουν στο παγκόσμιο στερέωμα (αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες με στροφή προς τη ποιότητα ζωής, ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής, αυξημένη βαρύτητα των υπηρεσιών ….) αποτελεί μια βιώσιμη λύση που προαπαιτεί εισαγωγή καινοτομιών σε όλη τη διαδικασία οργάνωσης και παραγωγής με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού. Ακατόρθωτο;

Εμπρος, Μάρτιος 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου